Αρχική > Uncategorized > Κρίση χρέους, διεθνές δίκαιο και πολιτικές διεξόδου

Κρίση χρέους, διεθνές δίκαιο και πολιτικές διεξόδου

Δεκέμβριος 13, 2012 Σχολιάστε Go to comments

Του Γιάννη Τόλιου

διδάκτορα οικονομικών επιστημών

20/11/2012

Δημοσιεύτηκε στο ειδικό ένθετο της εφημερίδας «ΕΠΕΝΔΥΤΗ» (Σάββατο, 17.11.12) με θέμα: «Δάνεια-Κρίσεις-Χρεοκοπίες: Η μαύρη οικονομική ιστορία του 19ου και του 20ου αιώνα».

Εισαγωγή
Το φαινόμενο της «αθέτησης πληρωμών» δημόσιου χρέους, δηλ. της «πτώχευσης» ή «χρεοκοπίας» ή «παύσης πληρωμών» ενός κράτους, έχει μεγάλο βάθος χρόνου. Τους τελευταίους δύο αιώνες η υπερχρέωση κρατών συνδέεται κυρίως με τις οικονομικές κρίσεις, πολεμικές συγκρούσεις, ακραία φαινόμενα κερδοσκοπίας, κακοδιαχείρισης δημόσιων οικονομικών, ανισότιμες οικονομικές σχέσεις μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών, κά. Ειδικότερα σε περιόδους κρίσεων «υπερπαραγωγής» (υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου), η ζήτηση δανειακού κεφαλαίου εντείνεται για την κάλυψη των αναγκών ρευστότητας, κρατών και επιχειρήσεων, λόγω μείωσης εσόδων και αύξησης ελλειμμάτων και πτώσης αντίστοιχα του κύκλου εργασιών, ενώ επιδεινώνονται οι όροι δανεισμού. Σοβαρές διαταραχές στη νομισματική σφαίρα με μορφή χρηματοπιστωτικών και τραπεζικών κρίσεων, μπορούν να εκδηλωθούν ανεξάρτητα από τις οικονομικές κρίσεις εντείνοντας τα φαινόμενα υπερχρέωσης και εκδήλωσης δημοσιονομικών κρίσεων με αντίστοιχους κινδύνους χρεοκοπίας. Γιαυτό η ιστορία των οικονομικών κρίσεων τους τελευταίους δύο αιώνες θα λέγαμε ότι αποτελεί «προοίμιο» της ιστορίας των κρατικών χρεοκοπιών. Κάθε δημοσιονομική κρίση (η κρίση δημόσιου χρέους), εκτός από τις γενικότερες αιτίες που συνδέονται με βαθύτερες αντιφάσεις της κεφαλαιοκρατικής (καπιταλιστικής) αναπαραγωγής έχουν και ειδικότερες αιτίες που συνδέονται με τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας.
Κρίση δημόσιου χρέους και διεθνές δίκαιο
Ανατρέχοντας την ιστορία της «παύσης πληρωμών» ή χρεοκοπιών στο διάστημα των δύο τελευταίων αιώνων (αρχές 19ου ως αρχές 21ου αιώνα) καταγράφουμε πάνω από 250 χρεοκοπίες. [1] Ειδικότερα στη διάρκεια του μεγάλου «κραχ» (1929-1934), 17 χώρες κήρυξαν «χρεοστάσιο» σε εξωτερικά δάνεια και άλλες 7 σε εσωτερικά. Επίσης μετά την κρίση του 1973-75 που συνοδεύτηκε από την πετρελαϊκή κρίση, 52 χώρες (κυρίως αναπτυσσόμενες) ζήτησαν αναδιαπραγμάτευση χρέους. Σε επίπεδο Ευρώπης, η Γερμανία έχει χρεοκοπήσει 2 φορές (Α’ και Β’ παγκόσμιος πόλεμος), η Αυστρία 5 φορές το 19ο αιώνα με πιο σημαντική το 1811, η Δανία 1 το 1813, Πορτογαλία 5 το 19ο αιώνα, η Τουρκία 5 στον 20ο αιώνα, Ρωσία 5 (2 στο 19ο και 3 τον 20ο αιώνα), ενώ η Ελλάδα χρεοκόπησε 5 φορές (πρώτη το 1827, δεύτερη 1843, τρίτη 1893, τέταρτη 1932 και πέμπτη σήμερα). Στην αντιμετώπιση της κρίσης δημόσιου χρέους υπάρχει μεγάλο φάσμα εμπειριών που θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε δύο βασικές ομάδες ανάλογα με τον τρόπο διαχείρισης παίρνοντας υπ’ όψιν και το διεθνές δίκαιο. Στην πρώτη ομάδα η διαχείριση τους γίνεται με όρους «δανειστών» ενώ στην δεύτερη με όρους «οφειλετών». Με μια άλλη διατύπωση στην πρώτη γίνεται με «όρους χρηματιστικού κεφαλαίου», ενώ στη δεύτερη με «όρους κοινωνίας».
Στη διεθνή θεωρία και πρακτική, για τη νομική φύση του δημόσιου χρέους και την αθέτηση πληρωμών, υπάρχουν τρεις σχηματικά προσεγγίσεις. [2] Η πρώτη των αγγλοσαξόνων θεωρητικών, που αντιμετωπίζουν το χρέος ως μια συνηθισμένη εμπορική πράξη και σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής του εφαρμόζεται το πτωχευτικό δίκαιο με συνακόλουθες μορφές αναδιάρθρωσης του. Πρόκειται για πολιτική διαχείρισης της χρεοκοπίας με όρους πιστωτών. Τέτοιες μορφές αναδιάρθρωσης είναι η αναχρηματοδότηση (νέα δάνεια), παράταση του χρόνου αποπληρωμής, μείωση επιτοκίου, ακόμα και διαγραφή μέρους του («κούρεμα»), κά. Στόχος πάντα είναι η μέγιστη δυνατή εξασφάλιση των πιστωτών και δευτερευόντως των οφειλετών. Στα πλαίσια αυτά εφαρμόζεται και η πρακτική της λεγόμενης «ρήτρας συλλογικής ευθύνης» (collective action clause- CAC ), η αναδιάρθρωση αποφασίζεται από την πλειοψηφία των πιστωτών (π.χ. 75%) και η τήρησή της είναι υποχρεωτική από τους υπόλοιπους πιστωτές.
Η δεύτερη προσέγγιση, θα λέγαμε η «κρατούσα», θεωρεί ότι ένα κράτος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή του χρέους επικαλούμενο την «κατάσταση ανάγκης» (state of necessity), η οποία υιοθετείται από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ και η οποία έχει γίνει αποδεκτή από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Σύμφωνα με αυτήν την αρχή «ένα κράτος δεν μπορεί να κλείσει τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα δικαστήρια, να διαλύσει την αστυνομία, να παραμελήσει τις δημόσιες υπηρεσίες και να εκθέσει το λαό σε συνθήκες χάους και αναρχίας, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τους δανειστές του, αλλοδαπούς ή ημεδαπούς». [3] Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η επίκληση του δικαιώματος προστασίας της «εθνικής κυριαρχίας και του εθνικού συμφέροντος», που απορρέει από δόγμα Calvo [4] και έχει ενσωματωθεί και τυπικά στο διεθνές δίκαιο από το 1962, [5] όπως επίσης και η επίκληση της αρχής της «ανωτέρας βίας» και της «θεμελιώδους αλλαγής των συνθηκών», για ακύρωση χρέους και την άρνηση αποπληρωμής του.
Τέλος η τρίτη, θα λέγαμε πιο ριζοσπαστική προσέγγιση, θεωρεί ότι ένας λαός δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώσει χρέη τα οποία δεν ήταν σε όφελός του και ούτε ερωτήθηκε ποτέ. Είναι χαρακτηριστική η απόφαση της νεαρής Σοβιετικής Ένωσης που διέγραψε όλα τα τσαρικά χρέη με το αιτιολογικό ότι «κανένας λαός δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώσει την αξία των αλυσίδων που φορούσε στη διάρκεια των αιώνων». [6] Η προσέγγιση αυτή μας οδηγεί στην έννοια του «επαχθούς» και «απεχθούς» χρέους (odious debt). «Επαχθές» χρέος είναι το «βαρύ» και «ασήκωτο» που συνοδεύεται κι από άλλες δεσμεύσεις, ενώ το «απεχθές» είναι ταυτόχρονα «επονείδιστο», «ανυπόφορο», εν πολλοίς «αθέμιτο» και «παράνομο». Παρ’ ότι στον προσδιορισμό του «απεχθούς χρέους» δεν υπάρχει πλήρης ομοφωνία, γίνεται κατ’ αρχήν δεκτός ο ορισμός που έδωσε ο Alexander N. Shack, [7] ο οποίος εισήγαγε την έννοιά του στο διεθνές δίκαιο, ως εκείνο το χρέος που είναι σε βάρος του λαού μιας χώρας, για το οποίο δεν υπήρξε συναίνεσή του, γεγονός που γνώριζαν οι πιστωτές!
Ωστόσο στην έννοια του απεχθούς χρέους και οριοθέτησης αντίστοιχα του πεδίου ελέγχου του (audit), εντάσσονται όλα εκείνα τα δάνεια που παραβιάζουν βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου (άδικος πλουτισμός, κατάχρηση δικαιώματος, δόλος, τοκογλυφία, βλάβη, υπερβολικό κόστος δανεισμού, χρήση ή απειλή χρήσης βίας κ.ά.), που απορρέουν από τη «Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών», την «Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», τη «Διεθνή Σύμβαση για τα Πολιτικά Δικαιώματα», τη «Σύμβαση για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα», τη «Διακήρυξη για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη», τη «Συνθήκη της Βιέννης που διέ¬πει το δίκαιο των διεθνών συμβάσεων», κ.ά. Σύμφωνα με τον Jeff King, [8] η απουσία «συναίνεσης» του λαού δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στα τυραννικά, δεσποτικά ή δικτατορικά καθεστώτα. Αν μια εκλεγμένη κυβέρνηση παραχαράξει τη λαϊκή εντολή και προβεί σε μη νόμιμες ενέργειες κατά το δανεισμό (φαινόμενα διαφθοράς, προσωπικού πλουτισμού, δόλιες πράξεις, υπερ-τιμολογημένες κρατικές προμήθειες και δημόσια έργα, αγορά όπλων που χρησιμοποιούνται στην καταπίεση του λαού, συμμετοχή σε επιθετι¬κούς πολέμους, δημιουργία υποδομών που ωφελούν μικρές μειοψηφίες, κ.ά.), μπορεί να θεωρηθούν ως πηγές δημιουργίας «απεχθούς χρέους».
Η προσφυγή μιας χώρας σε διαδικασία διερεύνησης του «απεχθούς χρέους», εκτός από «αυτό καθ’ αυτό» το αποτέλεσμα της αμφισβήτησης, επιδρά άμεσα ως τέτοια στη δυναμική της αναδιαπραγμάτευσης. Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης το δικαιϊκό καθεστώς επίλυσης των διαφορών (εγχώριο και διεθνές). Τα διακρατικά δάνεια συνήθως διέπονται από τις ρυθμίσεις της «Λέσχης Παρισιού» ( Club Paris ), μία άτυπη ομάδα από εκπροσώπους των 19 ισχυρότερων οικονομιών που εκφράζουν συμφέροντα των πιστωτών, ενώ τα ιδιωτικά από τις ρυθμίσεις της «Λέσχης Λονδίνου» ( London Club of Creditors ) που λειτουργεί με μορφή forum και συμμετέχουν εκπρόσωποι εμπορικών τραπεζών (για την επίτευξη ρύθμισης πρέπει να συμφωνήσουν οι πιστωτές που κατέχουν το 90-95% της αξίας του δανείου). Τέλος σημαντικό ρόλο στην επίλυση των διαφορών παίζει και το εσωτερικό δίκαιο κάθε χώρας. Ωστόσο αναντικατάστατο ρόλο παίζει η «κοινωνία των πολιτών» τόσο με την απαίτηση διερεύνησης του «απεχθούς χρέους» με συγκρότηση ανεξάρτητης και αξιόπιστης «Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου» (ΕΛΕ), όσο και την εκλαΐκευση γενικά των δυνατοτήτων αμφισβήτησης πληρωμής του χρέους σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Τέλος, για τον ίδιο σκοπό μπορούν να αξιοποιηθούν οι παρεμβάσεις στην Επιτροπή Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (CESR), που διευκολύνει, από νομική και κινηματική άποψη την αμφισβήτηση της πληρωμής του «απεχθούς χρέους».
Εμπειρίες εφαρμογής του διεθνούς δικαίου
Με βάση τα παραπάνω, θα παραθέσουμε ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις αντιμετώπισης του χρέους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το διεθνές δίκαιο. [9] Στην πρώτη περίπτωση με βάση την αγγλοσαξωνική προσέγγιση, έχουμε την πρόσφατη εμπειρία της Ουρουγουάης, την οποία οι «αγορές» προβάλλουν ως πλέον «πετυχημένη». Το 2003 με μια ξαφνική ανακοίνωση της κυβέρνησης, όλα τα κρατικά ομόλογα της χώρας σε διάφορα νομίσματα, ανταλλάχτηκαν με νέα ομόλογα κατατεθειμένα στο Securities and Exchange Commission των ΗΠΑ. Τα ομόλογα περιείχαν συγκεκριμένες «Ρήτρες Συλλογικής Δράσης» οι οποίες προέβλεπαν ότι σε περίπτωση αλλαγής των όρων πληρωμής των ομολόγων, απαιτείται συμφωνία των κατόχων του 85% της αξίας των ομολόγων. Η συνολική αξία του εξωτερικού χρέους, με βάση τη συγκεκριμένη αναδιάρθρωση που ονομάστηκε «Εθελοντική Αλλαγή Προφίλ Χρέους» (Voluntary Debt Re-Prof i ling), μειώθηκε μόλις κατά 8% προκειμένου η Ουρουγουάη να μπορέσει να ξαναβγεί στις αγορές. Παρότι το χρέος σε ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε από το 90% το 2004 σε 60% το 2010, ωστόσο τα αλλεπάλληλα προγράμματα λιτότητας οδήγησαν το 60% του πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας, χωρίς να ξεφύγει από το φαύλο κύκλο χρέους και εξωτερικού δανεισμού. Η χώρα δεν πτώχευσε επίσημα αλλά πτώχευσε ανεπανόρθωτα ο πληθυσμός. [10] Ανάλογη εμπειρία έχουμε όπως θα δούμε και στην Ελλάδα με την εφαρμογή του γνωστού προγράμματος PSI.
Η προσέγγιση της «κρατούσας άποψης», που αναφέρεται στην αρχή της «κατάστασης ανάγκης», έχουμε ως πρόσφατο παράδειγμα την εμπειρία της Αργεντινής, η οποία το 2001-2002 πέρασε μια μεγάλη κρίση (μείωση ΑΕΠ κατά 21%, ανεργία 23%, ποσοστό φτώχειας 57%, δημόσιο χρέος 140 δις δολάρια, κά). Η εξέγερση του αργεντινέζικου λαού το Δεκέμβρη 2001 ανάγκασε τον πρόεδρο Φερνάρντο ντε λα Ρούα να φύγει από τη χώρα με ελικόπτερο από το προεδρικό μέγαρο. Την προεδρία ανέλαβε ο Αδόλφο Ροντρίγκες Σαά, ο οποίος προσπάθησε να εφαρμόσει ένα νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, αλλά κάτω από την πίεση του λαού αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Τη θέση του πήρε ο Νέστωρ Κίρχνερ ο οποίος κήρυξε (2003) μονομερή παύση πληρωμών, υποτίμησε το εθνικό νόμισμα «πέσο» κατά 28%, εθνικοποίησε σημαντικούς τομείς της οικονομίας και αρνήθηκε να αναγνωρίσει το χρέος, που μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ «κουρεύτηκε» κατά 75%, ενώ συμφωνήθηκε η εξόφληση του υπόλοιπου με δεσμευτικούς όρους. Μετά από μερικά χρόνια η οικονομία της Αργεντινής πέρασε σε φάση ανάκαμψης, ενώ από το 2010 βγήκε για δανεισμό στις διεθνείς αγορές.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ανάλογη εμπειρία εφαρμογής της «κατάστασης ανάγκης» έχει και η Ελλάδα στην προηγούμενη χρεοκοπία (1932). Το 1934 η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε την εξυπηρέτηση δανείου της βελγικής τράπεζας «Societe Commercial de Belgique». Η κυβέρνηση του Βελγίου προσέφυγε στο Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαίου που είχε ιδρύσει η Κοινωνία των Εθνών, κατηγορώντας την για αθέτηση υποχρεώσεων. Η Ελλάδα με ειδικό υπόμνημα απάντησε ότι με βάση «τα συμφέροντα του ελληνικού λαού για τη διοίκηση, την οικονομική ζωή, την κατάσταση της υγείας και την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της χώρας, δεν μπορούσε να προβεί σε άλλη επιλογή». Το Διεθνές Δικαστήριο αποδέχτηκε το σκεπτικό και δικαίωσε την Ελλάδα (1938), [11] δημιουργώντας ένα νομικό προηγούμενο το οποίο αργότερα αξιοποίησαν άλλες χώρες, όπως η Αργεντινή (2003), στην παύση πληρωμών και μονομερή διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους της.
Τέλος στην τρίτη περίπτωση, εφαρμογής της αρχής του «απεχθούς» χρέους, η «επίσημη» (ντε γιούρε) εφαρμογή στις διεθνείς σχέσεις έγινε με το χρέος του Ισημερινού (2008), ενώ η «ανεπίσημη» (ντε φάκτο) ανάγεται στα τέλη του 19ου αρχές 21ου αιώνα. Ειδικότερα στον Ισημερινό (Εκουαδόρ) ο νυν πρόεδρος Ραφαέλ Κορέα, καθολικός, πρώην υπουργός οικονομικών και πρόεδρος της χώρας, επικεφαλής της πολιτικής συμμαχίας PAIS, με την επιστροφή του στην εξουσία (2007) κάλεσε το ΔΝΤ για επαναδιαπραγμάτευση του χρέους. Δεν προχώρησε άμεσα σε άρνηση πληρωμής, αλλά πρώτα άνοιξε τη διαδικασία του λογιστικού ελέγχου του χρέους (audit), συγκροτώντας διακομματική επιτροπή υπό το γενικό εισαγγελέα της χώρας, σε συνεργασία με την CADTM (Επιτροπή για τη Διαγραφή του Χρέους του Τρίτου Κόσμου), καθώς ξένους οικονομολόγους και νομικούς μεγάλου κύρους. Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, ο Κορέα επικαλούμενος σκανδαλώδεις συμβάσεις κήρυξε στάση πληρωμών (2008). Απευθύνθηκε επίσης στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, η οποία τον υποστήριξε στην επιλογή του, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα της χώρας να μη πληρώσει χρέη που δημιούργησαν προηγούμενες διεφθαρμένες κυβερνήσεις. Οι πιστωτές αναγκάστηκαν να διαπραγματευτούν, με τελικό αποτέλεσμα να δεχτούν 35 σεντς για κάθε δολάριο που χρωστούσε η χώρα.
Όσον αφορά την «ανεπίσημη» (ντε φάκτο) εφαρμογή της έννοιας του «απεχθούς» χρέους, χαρακτηριστική περίπτωση είναι η διένεξη μεταξύ ΗΠΑ-Ισπανίας για τον έλεγχο της Κούβας. Στο μεταξύ τους πόλεμο το 1898, οι ΗΠΑ ως νικήτρια δύναμη αρνήθηκαν στις διαπραγματεύσεις του Παρισιού να πληρώσουν τα δάνεια της Ισπανίας προς την Κούβα, ισχυριζόμενες: α) ότι τα δάνεια δεν βοήθησαν το λαό της Κούβας, ενώ ορισμένα χρησιμοποιήθηκαν για την καταπίεσή του, β) ότι η Κούβα ποτέ δεν συμφώνησε σε αυτό το χρέος και γ) οι πιστωτές γνώριζαν την κατάσταση και πήραν το ρίσκο της ενδεχόμενης μη αποπληρωμής τους. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα οι ΗΠΑ, εφάρμοσαν και πάλι «ατύπως» την ίδια αρχή στο Ιράκ (2004), όταν στήριξαν την άρνηση της ιρακινής (κατοχικής) κυβέρνησης να μη πληρώσει δάνεια του καθεστώτος Σαντάμ Χουσεΐν προς Ρωσία, Γαλλία, κά. Παρότι στην αρχή επικαλέστηκαν την έννοια του «απεχθούς χρέους», μετά άλλαξαν τακτική για να μην δεσμεύονται σε άλλες περιπτώσεις και δικαιολόγησαν την άρνησή τους στη βάση της βιωσιμότητας της χώρας, που τελικά οδήγησε στη διαγραφή 80% του χρέους. [12]
Συμπερασματικά, στην εξέταση της διεθνούς εμπειρίας αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους κρατών, άλλοτε μέσω αναδιαρθρώσεων και άλλοτε μέσω αθέτησης πληρωμών, βγαίνουν πολύτιμα συμπεράσματα για τη χάραξη μιας φιλολαϊκής πολιτικής διαχείρισης του. Μια συνολική αξιολόγηση των εμπειριών κάνει σε ειδική μελέτη η Κεντρική Τράπεζα της Ισπανίας (2008), [13] η οποία διαπιστώνει ότι τα κράτη που προχώρησαν προληπτικά σε αναδιάρθρωση χρέους, είχαν μικρότερη μείωση του ΑΕΠ, αλλά το «κούρεμα» ήταν σχετικά μικρό, ενώ πέτυχαν σημαντική επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησης. Αντίθετα, στις χώρες που προχώρησαν σε αθέτηση πληρωμών και μετά σε αναδιάρθρωση, το «κούρεμα» ήταν μεγαλύτερο. Ειδικότερα οι χώρες που έκαναν στάση πληρωμών, πέτυχαν μείωση χρέους κατά μέσο όρο 41,8%, ενώ οι χώρες που έκαναν προληπτική αναδιάρθρωση πέτυχαν μόλις 19,2%. Επίσης, οι χώρες με στάση πληρωμών είχαν αρχικά πτώση ΑΕΠ μεγαλύτερη (7,5%) αλλά όμως θεαματική ανάκαμψη την επόμενη χρονιά (6%), ενώ αντίθετα οι χώρες που έκαναν προ¬ληπτική αναδιάρθρωση είχαν πτώση μικρότερη (3,6%) αλλά είχαν μικρότερη ανάκαμψη (μόλις 1%). Τέλος, τα κράτη που έκαναν προληπτική αναδιάρθρωση χρέους, βγήκαν γρηγορότερα στις αγορές σε σχέση με αυτά που προχώρησαν σε στάση πληρωμών.
Το μεταπολεμικό στάτους στο νομισματικό σύστημα και η κρίση
χρέους των αναπτυσσομένων χωρών
Η λήξη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου κατέγραψε σημαντικές αλλαγές στο πολιτικό και γεωγραφικό χάρτη. Σε επίπεδο Ευρώπης οι νικήτριες δυνάμεις που συγκροτούσαν την «Αντάντ», επέβαλαν στους ηττημένους και κυρίως στη Γερμανία, σκληρούς όρους, ενώ συγκροτήθηκε το 1919 και η «Κοινωνία των Εθνών» (ΚΤΕ), πρόδρομος του σημερινού ΟΗΕ. Ωστόσο η νέα τάξη πραγμάτων αποδείχτηκε πολύ εύθραυστη. Η «Συνθήκη των Βερσαλλιών» (1919) που υπέγραψαν οι τέσσερις κυρίαρχες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία με τη Γερμανία, οδήγησε σε αναδιανομή των σφαιρών επιρροής σε όφελος των νικητών. Η Γερμανία έχασε όλες τις αποικίες, περιορίστηκε εδαφικά (ανεξαρτοποιήθηκαν Αυστρία, Τσεχοσλοβακία, Πολωνία), πολλές περιοχές αποστρατιωτικοποιήθηκαν, οι ένοπλες δυνάμεις μειώθηκαν σε 100.000 στρατό ξηράς, ενώ υποχρεώθηκε σε μεγάλες πολεμικές αποζημιώσεις (132 δις δολ). Το τελευταίο έγινε βασική αιτία χρεοκοπίας το 1923 μετά από ένα πρωτοφανή πληθωρισμό.
Ωστόσο η Γερμανία κατάφερε να ξεπεράσει εν μέρει τα προβλήματα, χάρις στα δάνεια από τις ΗΠΑ (σχέδιο Dawes και αργότερα σχέδιο Young ). Τα δάνεια διέγραφαν ένα κύκλο που διευκόλυνε όλους.! Η Γερμανία πλήρωνε τις πολεμικές αποζημιώσεις στην Αγγλία και Γαλλία, ενώ οι τελευταίες ξεχρέωναν τα δάνεια που είχαν πάρει για διεξαγωγή του πολέμου προς τις ΗΠΑ. Ωστόσο μέρος των δανείων η Γερμανία τα χρησιμοποίησε για παραγωγικές επενδύσεις (ανασυγκρότηση βιομηχανίας και έργα υποδομής) επιτυγχάνοντας μερική σταθεροποίηση, ενώ στο τέλος της δεκαετίας ’20 εισήλθε στην «Κοινωνία των Εθνών». Όμως το μεγάλο «κραχ» του 1929-33 σταμάτησε τα δάνεια των ΗΠΑ και η κρίση ξαναγύρισε στη Γερμανία (πληθωρισμός, εκρηκτική ανεργία κά), όπως και το φάσμα μιας νέας χρεοκοπίας. Τα κοινωνικά αδιέξοδα εκμεταλλεύτηκαν ο Αδόλφος Χίτλερ με τους ναζί, που με τη στήριξη των μεγαλοεπιχειρηματιών και την ανοχή των αστικών κομμάτων, αναρριχήθηκε στην εξουσία (1933), έκανε στάση πληρωμών χρέους, έβγαλε την Γερμανία από την «Κοινωνία των Εθνών», κατήγγειλε τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και άνοιξε την αυλαία της προετοιμασίας ενός νέου πιο καταστροφικού παγκόσμιου πολέμου. Η «μεγάλη πορεία στη νύκτα» του γερμανικού λαού και όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών λαών, κράτησε δώδεκα χρόνια, με απολογισμό 70 εκατομμύρια νεκρούς!
Με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το ξαναμοίρασμα του κόσμου σε σφαίρες επιρροής (Συμφωνία Γιάλτας και Πότσνταμ), έγινε προσπάθεια ρύθμισης και των διεθνών οικονομικών σχέσεων που οδήγησε τον Ιούλιο του 1944 στη γνωστή Συμφωνία Bretton Woods στην ομώνυμη πόλη των ΗΠΑ. Στη σύσκεψη συμμετείχαν εκπρόσωποι 44 κρατών-μελών του ΟΗΕ και συζητήθηκαν δύο σχέδια. Το σχέδιο Keynes που εξέφραζε κυρίως τα αγγλικά συμφέροντα και το σχέδιο White που εξέφραζε τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Η σύσκεψη υιοθέτησε το σχέδιο White . Σύμφωνα με το τελευταίο, [14] η συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων θα καθοριζόταν σε χρυσό και σε δολάρια (1 ουγκιά χρυσού = 35 δολάρια) και διαχρονικά θα παρέμενε σταθερή με μικρό όριο διακύμανσης +/- 1% γύρω από την κεντρική ισοτιμία. Όλα τα άλλα νομίσματα καθόρισαν σταθερές ισοτιμίες στο δολάριο, καθώς και μεταξύ τους. Έτσι το μόνο νόμισμα που άμεσα συνδεόταν πλέον με τον χρυσό ήταν το δολάριο πράγμα που του έδινε πλεονεκτήματα ως μέσο πληρωμής στο διεθνές εμπόριο και ως κυριότερο αποθεματικό νόμισμα στον κόσμο. Κάθε κράτος που συμμετείχε στη συμφωνία ανάλαβε την υποχρέωση διατήρησης σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας με κατάλληλα μέτρα νομισματικής πολιτικής.
Φορέας τήρησης της σωστής λειτουργίας του συστήματος ήταν το ΔΝΤ το οποίο ανάλαβε την υποχρέωση στήριξης των χωρών που είχαν προβλήματα στη διατήρηση της ισοτιμίας με ειδικά δάνεια στη βάση του μεριδίου συμμετοχής (ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα) και εφαρμογή μέτρων πολιτικής σύμφωνα με τις υποδείξεις του Ταμείου. Η διοίκηση του ΔΝΤ καθοριζόταν από το ποσοστό ψήφων των χωρών. Οι ΗΠΑ πήραν 17% γεγονός που εξασφάλιζε δυνατότητα «βέτο» σε κάθε απόφαση (απαιτούμενη πλειοψηφία 85%), ενώ πρακτικά μετέτρεπε το ΔΝΤ σε όργανο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Για την πλήρη λειτουργία του συστήματος χρειάστηκαν πέντε χρόνια, ενώ η διάρκεια της συμφωνίας κράτησε σχεδόν 30 χρόνια, εξασφαλίζοντας γενικά σταθερές συνθήκες ανάπτυξης του διεθνούς εμπορίου, με την εφαρμογή παράλληλα του κεϋνσιανού μοντέλου κρατικής ρύθμισης δημιουργήθηκαν ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης των οικονομιών. Γιαυτό οι τρεις περίπου μεταπολεμικές δεκαετίες χαρακτηρίζονται ως «χρυσή περίοδος» στη ζωή του καπιταλισμού. Ωστόσο το 1971 οι ΗΠΑ κατάργησαν τη σύνδεση δολαρίου-χρυσού, γεγονός που οδήγησε σε κατάργηση του συστήματος των σταθερών ισοτιμιών. Οι βαθύτερες αιτίες κατάρρευσης της Συμφωνίας του Bretton Woods , ήταν τόσο η πολιτική των ΗΠΑ που χρησιμοποιούσαν την προνομιακή θέση του δολαρίου για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου πληρωμών και κάλυψης των τεράστιων στρατιωτικών δαπανών με την εκτύπωση δολαρίων, όσο και οι αλλαγές στο επίπεδο παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας των οικονομιών που σηματοδότησε τις βαθύτερες διεργασίες αλλαγών στις ισοτιμίας των νομισμάτων.
Η κατάρρευση του συστήματος των σταθερών ισοτιμιών ήταν η απαρχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης 1973-74, η οποία συνοδεύτηκε και από την ενεργειακή κρίση (α’ και β’ φάση) και τη μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Ήταν μια γενικευμένη κρίση του συστήματος, που σηματοδότησε τη μετάβαση του στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο διαχείρισης, με την άνοδο στις κυβερνήσεις των ΗΠΑ και Βρετανίας στις αρχές της δεκαετία ’80 του Ρήγκαν και Θάτσερ αντίστοιχα. Έτσι από το «βόρειο σέλλας» του κεϋνσιανισμού οι οικονομίες των καπιταλιστικών χωρών μπήκαν στο «σκοτεινό τούνελ» του νεοφιλελευθερισμού. Η μετάβαση στο νέο μοντέλο διαχείρισης σηματοδότησε και τη ριζική στροφή στη φιλοσοφία της οικονομικής πολιτικής και ιδιαίτερα της νομισματικής, η οποία σε συνδυασμό με την τεράστια άνοδο των τιμών του πετρελαίου, οδήγησε τις περισσότερες αναπτυσσόμενες οικονομίες, ιδιαίτερα των χωρών της Λ.Αμερικής, σε κρίση δημόσιου χρέους.
Το «εναρκτήριο λάκτισμα» της κρίσης έδωσε η απόφαση του διοικητή της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, Πωλ Βόλκερ, το 1981 να αυξήσει (στα πλαίσια της αντιπληθωριστικής πολιτικής) τα επιτόκια δανεισμού στο 21%. Ως αποτέλεσμα τα δάνεια με ονομαστικά επιτόκια που είχαν συνάψει πολλές λατινοαμερικάνικες και αναπτυσσόμενες χώρες. Αξιοποιώντας υποτίθεται την ευκαιρία απορρόφησης πετροδολαρίων και ευρωδολαρίων, ο δανεισμός έγινε «θηλιά στο λαιμό». Πολλά κράτη βρέθηκαν σε αδυναμία αποπληρωμής τους και η αναζήτηση πιστώσεων τις έφερε μοιραία στην πόρτα του ΔΝΤ και της ΠΤ (Παγκόσμιας Τράπεζας). Οι τελευταίοι έθεσαν ως προϋπόθεση στήριξης τους την εφαρμογή νεοφιλελεύθερης πολιτικής, που πήρε το όνομα «πρόγραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής» (κάτι σαν ….Μνημόνιο), το οποίο ούτε την κρίση χρέους αντιμετώπισε, ενώ υπονόμευσε τις αναπτυξιακές τους προσπάθειες. Ειδικότερα στις λατινοαμερικάνικες χώρες, η λύση που προώθησαν οι ΗΠΑ ήταν η αναδιάρθρωση χρέους με τα λεγόμενα «ομόλογα Μπρέϊντι» (από το όνομα του υπουργού οικονομικών των ΗΠΑ Νικόλας Μπρέϊντι), τα οποία περιόρισαν μερικώς το χρέος (γύρω στο 20%) χωρίς όμως να το επιλύσουν. Συνολικά τα χρέη των αναπτυσσομένων χωρών από 70 δις δολ. το 1970, ανέβηκαν σε 540 δις το 1980 και σε 2,8 τρις δολ. το 2006. [15]

Νέα χρηματοπιστωτικά δεδομένα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης
και η κρίση χρέους των αναπτυγμένων χωρών
Η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης, συνδέεται με μέτρα «απορρύθμισης» των οικονομιών, «ελαστικοποίησης» των εργασιακών σχέσεων, ιδιωτικοποίησης δημοσίων επιχειρήσεων, συρρίκνωσης κράτους πρόνοιας» και ανακατανομής εισοδήματος με στόχο την ενίσχυση του κέρδους μεγάλων επιχειρήσεων και πολυεθνικών. Στη χρηματοπιστωτική σφαίρα η συγκεκριμένη πολιτική ξεκίνησε με την απορρύθμιση επιτοκίων, χαλάρωση της πιστωτικής επέκτασης, κατάργηση στεγανών μεταξύ τραπεζικών και «μη-τραπεζικών» εταιριών και πολιτική «τιτλοποίησης» μη εμπορεύσιμων στοιχείων του ενεργητικού ή παθητικού τραπεζών (πχ. ενυπόθηκα δάνεια) σε «εμπορεύσιμους» τίτλους, διευρύνοντας τη διασπορά πιστωτικών κινδύνων και αυξάνοντας τα κέρδη τους. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η έντονη «χρηματιστικοποίηση» ( financialization ) των οικονομιών, κυρίως των αναπτυγμένων χωρών και η υπερπαραγωγή «πλασματικού κεφαλαίου» με μορφή μετοχών, ομολογιών, αμοιβαίων κεφαλαίων, repos , διαφόρων χρηματοπιστωτικών «μέσων» και «παραγώγων» ( options , futures , swaps , junk bonds , hedge funds , CDO , CDS , κά). Το 2010, σύμφωνα με στοιχεία της «Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών» ( BIS ), η αξία όλων αυτών των «χάρτινων και άυλων αξιών» ανήλθε σε 1.032 δις δολάρια, ενώ τον ίδιο χρόνο το παγκόσμιο ΑΕΠ ήταν μόλις 62 δις δολάρια. Όλη αυτή η «φούσκα» των χάρτινων και άυλων αξιών (η διαφορά «πλασματικών» και «πραγματικών» αξιών), έφθασε στο σημείο που δεν μπορούσε να εξασφαλίσει αποδόσεις (κέρδη) στους κατόχους του και αναπόφευκτα εξεράγει. Η αρχή έγινε με την κατάρρευση της αμερικάνικης τράπεζας Lehman Brothers (2008), [16] προκαλώντας μια νέα μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση που δεν άργησε να περάσει στην πραγματική οικονομία (πιστωτική «ασφυξία», χρεοκοπίες επιχειρήσεων, απολύσεις, πτώση ζήτησης, κλπ) που γρήγορα επεκτάθηκε σε όλες τις χώρες, πρώτα απ’ όλα στις χώρες της ΕΕ, προκαλώντας κρίσεις δημόσιου χρέους, ιδιαίτερα στις «περιφερειακές» οικονομίες της ευρωζώνης.
Η προσπάθεια αντιμετώπισης της τραπεζικής κρίσης, οδήγησε στην παροχή από τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της ΕΕ και άλλων χωρών, τεράστιων «πακέτων» (τρις δολαρίων) διάσωσης τραπεζών, τα οποία έμμεσα ή άμεσα φορτώθηκαν στους ώμους μη προνομιούχων φορολογούμενων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις (Αγγλία, κά) η διάσωση πήρε τη μορφή κρατικοποίησης τραπεζών με «κοινωνικοποίηση» των ζημιών τους.! Ειδικότερα η αμερικανική κυβέρνηση διέθεσε ως το 2010 πάνω από 2,1 τρις δολάρια (700 δις για αγορά «τοξικών» τίτλων και 1.500 δις για εγγυήσεις δανείων), ενώ η ΕΕ διέθεσε πάνω 2,1 τρις ευρώ (75% υπό μορφή εγγύησης δανείων). Ωστόσο η κρίση δεν ξεπεράστηκε, ενώ η αύξηση των ελλειμμάτων που προκάλεσε η ύφεση και τα «πακέτα» διάσωσης, αύξησαν το δημόσιο δανεισμό και τα φαινόμενα υπερχρέωσης, με αποτέλεσμα εφαρμογή ακραίων μέτρων λιτότητας για εξόφληση του χρέους.
Κρίση της ευρωζώνης, πυρήνας και περιφέρεια
Η χρηματοπιστωτική κρίση και η συνακόλουθη δημοσιονομική κρίση (ή κρίση δημόσιου χρέους) εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα στις χώρες της ευρωζώνης κυρίως των αδύναμων («περιφερειακών») οικονομιών, λόγω των ενδογενών προβλημάτων της «ζώνης του ευρώ». Τελικά το οικοδόμημα της ΟΝΕ (Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης) αποδείχτηκε αδύνατο και «εν πολλοίς» ανεπαρκές και «σαθρό» για την αντιμετώπιση της διπλής κρίσης, ενώ τα μέτρα πολιτικής ενέτειναν τα αδιέξοδα της. Η ουσία του προβλήματος βρίσκεται στο μόνιμο «κλείδωμα» της ισοτιμίας των νομισμάτων, χωρών με διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας, χωρίς να υπάρχουν ταυτόχρονα μηχανισμοί στήριξης του ενιαίου νομίσματος. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δεν παίζει το ρόλο «δανειστή τελευταίας καταφυγής» των χωρών της ευρωζώνης, όπως όλες οι κεντρικές τράπεζες, ούτε υπάρχει ένας ομοσπονδιακός προϋπολογισμός με ανακατανομή πόρων (ανακύκλωση πλεονασμάτων) από τις αναπτυγμένες στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες και περιοχές, με αποτέλεσμα αντί για σύγκλιση να έχουμε απόκλιση οικονομιών. Επίσης οι ακραίες μονεταριστικές πολιτικές λιτότητας, για την ανεύρεση πόρων εξυπηρέτησης του χρέους, σε συνθήκες κρίσης και πτώσης της «ενεργούς ζήτησης» (καταναλωτικής και επενδυτικής), εντείνει την ύφεση, ανεργία, τα «λουκέτα», τη φτώχεια και τα ποικίλα κοινωνικά αδιέξοδα. Τέλος το τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας στις κυρίαρχες επιλογές, τόσο από πλευράς διαδικασιών (όλοι μαζί συζητούν αλλά ο ισχυρότεροι αποφασίζουν με βάση τα συμφέροντα τους), όσο από πλευράς ουσίας (επιλογές σε βάρος των συμφερόντων λαών και των εργαζόμενων), κάνουν το «οικοδόμημα» έντονα προβληματικό και εν τέλει μη βιώσιμο.
Ιδιαίτερα για τις «περιφερειακές» οικονομίες, η κρίση χρέους έχει γίνει το όχημα επιστροφής των κοινωνιών στις αρχές του 1900, για χάρη των τραπεζιτών και των κατόχων του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ειδικότερα στην Ελλάδα, οι πολιτικές «Μνημονίου» αποδείχτηκαν καταστροφικές και η εμμονή σε αυτές μόνο οικονομικά ερείπια και κοινωνικές εκρήξεις περικλείουν. Η αναδιάρθρωση του χρέους με το λεγόμενο πρόγραμμα PSI ( private sector involvement ), ούτε τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους εξασφάλισε, ούτε διευκόλυνε την έξοδο της οικονομίας από την κρίση. Αντίθετα συνοδεύτηκε από μια δανειακή σύμβαση (130 δις €) και ένα νέο Μνημόνιο που οι δεσμεύσεις του οδηγούν την ελληνική οικονομία σε μεγαλύτερη ύφεση, εκρηκτική αύξηση της ανεργίας και φτωχοποίηση ευρύτερων τμημάτων του πληθυσμού χωρίς προοπτική εξόδου από το τούνελ της κρίσης. Ακόμα κι αν εφαρμοστούν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα («αφαίμαξη» λαϊκού εισοδήματος 15 δις € ως το 2015 και 50 δις από την εκποίηση δημόσιας περιουσίας), το δημόσιο χρέος και πάλι δεν είναι βιώσιμο. Είναι αποκαλυπτικές οι δηλώσεις αρχιτεκτόνων του Μνημονίου (Κ.Λαγκαρντ, επικεφαλής ΔΝΤ), ότι το χρέος δεν πρόκειται να μειωθεί στο 120% του ΑΕΠ το 2020 αλλά θα διαμορφωθεί σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, κάνοντας αναγκαία μια νέα αναδιάρθρωση («κούρεμα»). Ωστόσο μια τέτοια λύση ούτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) την αποδέχεται, ούτε οι κυρίαρχες ελίτ της ευρωζώνης και ιδιαίτερα της Γερμανίας, ούτε δυστυχώς η σημερινή κυβέρνηση διεκδικεί με την αναγκαία αποφασιστικότητα θέτοντας ως προτεραιότητα τα συμφέροντα των πιστωτών και την «πάση θυσία» παραμονή στην ευρωζώνη.
Η εναλλακτική πολιτική στην κρίση χρέους
Η κρίση της ευρωζώνης και ιδιαίτερα η κρίση χρέους στις περιφερειακές οικονομίες, θέτουν επιτακτικά το ερώτημα της πολιτικής εξόδου από την κρίση σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Παρ’ ότι ο χώρος δεν επιτρέπει εκτεταμένες αναλύσεις, είναι φανερό ότι μπροστά στους αρχιτέκτονες αλλά και τους λαούς της ευρωζώνης, προβάλλουν σχηματικά τρία σενάρια. Πρώτον, συντεταγμένη επιστροφή στο 2000, δηλαδή στα εθνικά νομίσματα και την «ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα» ( Ecu ). Δεύτερον, άμεση ομοσπονδοποίηση σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Τρίτον, επανίδρυση της ευρωζώνης με όρους λαών και εργαζόμενων. Καμιά λύση δεν φαίνεται εύκολη, ωστόσο η επιλογή θα πρέπει να γίνει με όρους ιστορικής προοπτικής. Η φράση του γερμανού φιλοσόφου Χέγκελ, ότι το «πραγματικό», είναι «το ιστορικά αναγκαίο», σημαίνει ότι η παρούσα κατάσταση της ευρωζώνης δεν βρίσκεται σε ιστορική αντιστοίχηση. Οι λαοί της ευρωζώνης και όλοι οι λαοί των χωρών της ΕΕ, είναι εκείνοι που θα δώσουν την απάντηση, αφήνοντας ανοικτή την επιλογή του δρόμου που θα διαλέξει κάθε λαός προς το «ιστορικά αναγκαίο».
Όσον αφορά την Ελλάδα, η κρίση χρέους και οι πολιτικές διεξόδου θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να έχουν ως γραμμή πλεύσης τη βασική αρχή του δικαίου που λέει ότι «υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία του λαού» ( salus populi suprema lex esto ), η οποία διατρέχει όλους τους δικαιϊκούς κλάδους. Σε αυτά τα πλαίσια η αμφισβήτηση πληρωμής του «απεχθούς» χρέους και η απαίτηση συγκρότησης ΕΛΕ, καθώς και η επίκληση της «κατάστασης ανάγκης» του ΟΗΕ, πρέπει να είναι η βάση διεκδίκησης διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και ανατροπής του νέου «Μνημονίου» που η ενδεχόμενη εφαρμογή του θα δημιουργήσει τεράστια οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα στη χώρα και στον ελληνικό λαό.
Θα κλείσουμε την ανάλυσή μας αναφερόμενοι σε δύο περιπτώσεις αντιμετώπισης του χρέους. Μια πρόσφατη και μια παλαιότερη. Η πρώτη αναφέρεται στην Ισλανδία και η δεύτερη στη Γερμανία. Η Ισλανδία, νησιωτική χώρα στο βόρειο Ατλαντικό με 350.000 κατοίκους, αντιμετώπισε το 2008, μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers , μια πρωτοφανή κρίση. Η ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση τριών μεγάλων τραπεζών τις οδήγησε με την κρίση σε χρεοκοπία. Το μέγεθος των τραπεζών ξεπερνούσε κατά 10 φορές το ΑΕΠ της Ισλανδίας. Λόγω των υψηλών επιτοκίων οι τράπεζες είχαν πολλούς μεγαλοκαταθέτες από χώρες της Ευρώπης (300.000 από Αγγλία, 125.000 από Ολλανδία). Ωστόσο με την κατάρρευση έχασαν τα λεφτά τους και απαίτησαν αποζημίωση από το κράτος της Ισλανδίας. Η κυβέρνηση έδειξε ενδοτισμό και αποδέχτηκε το χρέος φέρνοντας για έγκριση σχετική συμφωνία στη Βουλή.
Ωστόσο ο πρόεδρος Όλαφουρ Γκρίμσον δεν δέχτηκε προς τιμήν του τη συμφωνία και κατέφυγε σε δημοψήφισμα (6.3.2010), στο οποίο ο ισλανδικός λαός με 93,2% απόρριψε τη συμφωνία. Μετά το δημοψήφισμα οι Αγγλία και Ολλανδία ξανήλθαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και δέχτηκαν νέα βελτιωμένη συμφωνία την οποία η κυβέρνηση ψήφισε τη Βουλή. Ωστόσο και πάλι ο πρόεδρος αρνήθηκε να την υπογράψει και κάλεσε το λαό να πει τη γνώμη του. Στο νέο δημοψήφισμα ο λαός απέρριψε και πάλι τη συμφωνία με πλειοψηφία 59,8%. Η νέα απόρριψη οδήγησαν Αγγλία και Ολλανδία στη διεθνή διαιτησία (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο EFTA του Λουξεμβούργου) όπου η Ισλανδία απάντησε ότι δεν είχε παραβιάσει καμιά υποχρέωση που απέρρεαν από την Ευρωπαϊκή Συμφωνία (94/19/ EG ). Ο ισλανδικός λαός παρ’ ότι δεν έχει ξεπεράσει όλα τα προβλήματα της κρίσης, αντιμετωπίζει σήμερα το μέλλον με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και αισιοδοξία.
Όσον αφορά την εμπειρία της Γερμανίας, η ταχεία ανοικοδόμησή της μετά τον πόλεμο, έγινε δυνατή χάρις στη Συμφωνία του Λονδίνου (1953), με την οποία οι «σύμμαχοι» (αμερικανοί, άγγλοι και γάλλοι), προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ισχυρό οικονομικό «ανάχωμα» στο «σοβιετικό κίνδυνο», αποφάσισαν διαγραφή του χρέους της κατά 62,6% (14,5 δις μάρκα) και εξόφληση του υπόλοιπου με ρήτρα ανάπτυξης και άλλες ευνοϊκές ρυθμίσεις (μείωση επιτοκίου μεταξύ 0 – 5%, υποκατάσταση εισαγωγών, διευκόλυνση εξαγωγών, επίλυση διαφορών με πιστωτές σε γερμανικά δικαστήρια, εξυπηρέτηση χρέους ως 5% των εισπράξεων από εξαγωγές, εξόφληση σε εθνικό νόμισμα, δωρεάν αναπτυξιακή βοήθεια ύψους 1,5 δις δολάρια, κά). Λόγω αυτών των εξαιρετικών ρυθμίσεων, η Δυτική Γερμανία ανάκαμψε οικονομικά γρήγορα και έγινε η ισχυρότερη οικονομία στην Ευρώπη. Πρόκειται για μια ιστορική εμπειρία που αποτελεί ταυτόχρονα και μια υπόμνηση για τη σημερινή της ηγεσία απέναντι στις αδύναμες οικονομίες της ευρωζώνης και ειδικότερα στην Ελλάδα που μεταξύ άλλων ήταν η μοναδική χώρα που η Γερμανία δεν έδωσε πολεμικές αποζημιώσεις ως όφειλε, το ύψος των οποίων ξεπερνά με μετριοπαθείς υπολογισμούς τα 162 δις €.!! Πρόκειται για ένα χρέος προς τον ελληνικό λαό και την ιστορία που μένει ακόμα ανεξόφλητο!

 

Advertisements
Κατηγορίες:Uncategorized
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: