Archive

Archive for Απρίλιος 2013

Συνέντευξη του ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΛΙΟΥ στον 9ο τόμο της Μαρξιστικής Σκέψης “Salus populi suprema lex esto”1

Απρίλιος 26, 2013 Σχολιάστε

Δημοσιευμένο στο maxome.gr, την 20ην Απριλίου 2013

Γιάννης Τόλιος*

ΕΡ.: Τον Ιούνιο του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε οριακά να αναδειχτεί πρώτο κόμμα, σήμερα όμως είναι διάχυτη η εντύπωση ότι θα υπερισχύσει στις επόμενες εκλογές και θα κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Για τον απλό κόσμο που πλήττεται από την κρίση αυτό αποτελεί μια ελπίδα και ένα βήμα εμπρός. Ποιοι όμως είναι οι όροι ώστε αυτό το βήμα να μη μείνει μετέωρο και να οδηγήσει σε ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές;

ΑΠ.: Βασική προϋπόθεση είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να τηρήσει τις προγραμματικές του δεσμεύσεις και να μην καταφύγει σε αναδίπλωση μπροστά στις δυσκολίες. Σήμερα ο λαός βιώνει τις συνέπειες των μνημονιακών μέτρων της τρικομματικής κυβέρνησης (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ) υπό την εποπτεία της «τρόικα» (ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ) που τον έχουν φέρει στην εξώθυρα του Άδη. Επιπλέον έχει απηυδήσει από τις «λαμογιές» του κατεστημένου, τις «λίστες Λαγκάρντ», τη φοροδιαφυγή-φοροκλοπή, τη δήμευση της δημόσιας περιουσίας, τη λεηλασία του λαϊκού εισοδήματος, την καταρράκωση της εθνικής αξιοπρέπειας. Θα επιδοκιμάσει λοιπόν και θα στηρίξει μια κυβέρνηση που θα κάνει πράξη τις φιλολαϊκές της διακηρύξεις. Κρίσιμη επίσης προϋπόθεση είναι η ανάπτυξη ισχυρού ριζοσπαστικού κινήματος αντίστασης και ανατροπής του Μνημονίου και η στήριξη σε αυτό ώστε η ανάληψη της διακυβέρνησης με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ να σταθεί ικανή να σταματήσει την παραπέρα βύθιση της κοινωνίας στην κρίση και με άμεσα μέτρα να μπούμε στο δρόμο της ανάκαμψης. Τέλος, καίριο ρόλο θα παίξει η ευρύτερη συσπείρωση των αριστερών-ριζοσπαστικών δυνάμεων ώστε να ενισχυθεί η δυναμική των κοινωνικών μετασχηματισμών και να καμφθεί η αντίσταση της αντίδρασης. Όλα αυτά βέβαια χρειάζεται να βρουν έκφραση σε μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

ΕΡ.: Ας επιμείνουμε λίγο στο ζήτημα των όρων. Ένα πρώτο θέμα είναι ότι για να σχηματιστεί η κυβέρνηση της Αριστεράς θα χρειαστεί λογικά τη στήριξη και κάποιων άλλων δυνάμεων εκτός του ΣΥΡΙΖΑ. Ποιες μπορεί να είναι αυτές, με δεδομένη την άρνηση του ΚΚΕ;

ΑΠ.: Κατ’ αρχήν δεν μπορούμε να ξέρουμε από τώρα τη σύνθεση της μελλοντικής Βουλής. Με βάση τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις είναι ενδεχόμενο ο ΣΥΡΙΖΑ να μην έχει αυτοδυναμία. Κατά συνέπεια θα προκύψει ανάγκη σχηματισμού κάποιας μορφής κυβέρνησης «συνεργασίας» έστω και προσωρινά. Σταθερή επιδίωξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι να γίνει η ευρύτερη δυνατή συνεργασία των αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων σε ένα πλαίσιο που θα προωθεί καίριους προγραμματικούς στόχους. Αν αντίθετα προσφύγουμε σε μια συνάθροιση ετερόκλητων δυνάμεων στο όνομα του «κυβερνητισμού», πολύ φοβάμαι ότι δεν θα προχωρήσουν οι αναγκαίες ριζοσπαστικές αλλαγές και τελικά το «εγχείρημα» θα οδηγηθεί σε αναδίπλωση και αποτυχία. Σε αυτό το πλαίσιο νομίζω ότι πρέπει να κινηθούμε λαμβάνοντας πάντα υπόψη τα νέα δεδομένα που θα προκύψουν.

ΕΡ.: Υπάρχει βέβαια το καίριο ζήτημα των κοινωνικών όρων επιτυχίας μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Ποιοι είναι οι μίνιμουμ αναγκαίοι μετασχηματισμοί ώστε να μην καταλήξει σε απλή κυβερνητική εναλλαγή; Αναφερόμαστε σε όλα τα πεδία, οικονομία, κράτος, νομοθεσία, κοινωνία. Και πάντα με δεδομένο ότι η κοινωνική αποδιάρθρωση επιδεινώνεται δραματικά, επομένως δεν αρκούν κάποιες οριακές αλλαγές…

ΑΠ.: Δεν μπορούμε εδώ να αναφερθούμε αναλυτικά στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο ορισμένα κεφαλαιώδη σημεία πρέπει να τονιστούν. Το πρώτο και βασικό είναι να ανακόψουμε το βύθισμα της ελληνικής κοινωνίας στη φτωχοποίηση και την παραγωγική αποψίλωση. Η ακύρωση του Μνημονίου, η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, το μορατόριουμ εξυπηρέτησης του χρέους με στόχο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους και το υπόλοιπο με ρήτρα ανάπτυξης είναι τα πρώτα βήματα. Ταυτόχρονα χρειάζεται άμεση βελτίωση της αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων για τόνωση της ζήτησης, της παραγωγής και της απασχόλησης, ενώ με την εθνικοποίηση των τραπεζών και τον έλεγχο της ροής κεφαλαίων, οι χρηματικοί πόροι θα κατευθυνθούν στην παραγωγική ανασυγκρότηση. Επίσης θα εφαρμοστούν προγράμματα απασχόλησης πρώτα απ’ όλα στον κοινωνικό τομέα (παιδεία – υγεία – πρόνοια), ενώ με την ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων και έκτακτα μέτρα στήριξης μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αγροτών, θα θέσουμε σε κίνηση την παραγωγική διαδικασία. Η επιστροφή των βιώσιμων ΔΕΚΟ στο δημόσιο θα ενισχύσει την προσπάθεια και για ορθολογική αξιοποίηση πλουτοπαραγωγικών πόρων. Παράλληλα, θα πρέπει να προχωρήσει η φορολογική μεταρρύθμιση με στόχο τη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών και αύξηση των εσόδων με πάταξη φοροδιαφυγής και φοροκλοπής. Τέλος, η δημοκρατική μεταρρύθμιση στη δημόσια διοίκηση, η θεσμοθέτηση του εργατικού ελέγχου στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, θα ενισχύσουν την αναζωογόνηση της κοινωνίας. Η αναβάθμιση της δημοκρατίας δεν αφορά μόνο τις «διαδικασίες» και τον ουσιαστικό σεβασμό της βούλησης του λαού. Σε συνθήκες ακραίων νεοφιλελεύθερων μέτρων με τα συνεχή συνταγματικά πραξικοπήματα, τις παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων και τις απαράδεκτες παρεμβάσεις της «τρόικας», το ζήτημα της δημοκρατίας παίρνει ξεχωριστή σημασία και αφορά άμεσα τη λαϊκή κυριαρχία και εν τέλει την εθνική ανεξαρτησία.

ΕΡ.: Η πολιτική των μνημονίων είναι στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, αφού χωρίς την ανατροπή της δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Αναδιαπραγμάτευση, παύση πληρωμών, μέσα ή έξω από το ευρώ, μονομερείς ή μη ενέργειες, έχουν γίνει καθημερινές έννοιες. Ωστόσο, η συζήτηση διεξάγεται συχνά από μια στατική αφετηρία. Ας επιχειρήσουμε μια διαφορετική τοποθέτηση: πότε, σε ποιες συνθήκες, με ποιους όρους μπορεί να συμβεί το ένα και πότε θα γίνει απαραίτητο το άλλο;

ΑΠ.: Είναι προφανές ότι οι ρυθμοί εφαρμογής του προγράμματος θα εξαρτηθούν από τις αντικειμενικές συνθήκες και την κοινωνική δυναμική των πολιτικών εξελίξεων. Συνήθως μιλάμε για τις πρώτες 100 ημέρες, τον πρώτο χρόνο και τέλος για την 4ετία. Η ανάσχεση του κατήφορου και η άνοδος βήμα-βήμα του επιπέδου ζωής στα προκρισιακά επίπεδα είναι άμεση επιδίωξη, όχι όμως αναπαράγοντας τα «κακώς κείμενα» που οδήγησαν στην κρίση. Η διαδικασία της οικονομικής και κοινωνικής αναγέννησης θα έχει στο επίκεντρο τις κοινωνικές ανάγκες για τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Οι συγκρούσεις με παγιωμένα συμφέροντα είναι αναπόφευκτες σε εθνικό αλλά και υπερεθνικό επίπεδο. Είναι βέβαιο ότι από τις εγχώριες και υπερεθνικές ελίτ θα ασκηθούν πιέσεις και εκβιασμοί για εγκατάλειψη των ριζοσπαστικών αλλαγών, ιδιαίτερα εκείνων που υπερβαίνουν τα όρια της ευρωζώνης. Εδώ πρέπει να έχουμε ως βασική αρχή το «salus populi suprema lex esto» (σε ελεύθερη απόδοση, η σωτηρία του λαού υπεράνω όλων). Κατά συνέπεια η επίσημη θέση του ΣΥΡΙΖΑ «καμιά θυσία για το ευρώ» πρέπει να βρει συγκεκριμένη πρακτική εφαρμογή. Άλλωστε βασικές προτάσεις του αμφισβητούν τα όρια της ευρωζώνης και από αυτήν την άποψη η ανάγκη αποδέσμευσης θα προκύψει στην ουσία εξ αντικειμένου.

ΕΡ.: Σήμερα επίσης γίνεται αρκετή συζήτηση για «Σχέδια Β», παραγωγική ανασυγκρότηση, κ.λπ. Έχει η ως τώρα συζήτηση στην Αριστερά αποσαφηνίσει αυτά τα ζητήματα και ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, οι πιο σημαντικές εκκρεμότητες;

ΑΠ.: Πρόκειται όντως για κρίσιμο ερώτημα. Δεν φτάνει να έχεις πρόγραμμα και να μην έχεις επεξεργασμένες «εναλλακτικές λύσεις», ανάλογα με τις διαφαινόμενες εξελίξεις, όταν μάλιστα η Ελλάδα όχι απλά είναι στην ΕΕ αλλά στον σκληρό πυρήνα, την ευρωζώνη, στην οποία οι δεσμεύσεις είναι πολύ ισχυρές και πιο καθολικές, αγκαλιάζοντας το σύνολο των οικονομικών πολιτικών. Στην ουσία οι ριζοσπαστικές αιχμές του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, είναι ασύμβατες με την ευρωζώνη (εθνικοποίηση τραπεζών, έλεγχος ροής κεφαλαίων, ριζοσπαστική φορολογική μεταρρύθμιση, κ.ά.). Εδώ δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε τη δραματική εμπειρία της Κύπρου, όταν η κυπριακή βουλή είπε ΟΧΙ στο σχέδιο «διάσωσης» των τραπεζών και βρέθηκε απροετοίμαστη να αντιδράσει όταν της πέρασαν τη «θηλιά στο λαιμό» (απειλή ΕΚΤ για άμεση διακοπή ρευστότητας). Από αυτήν την άποψη χρειάζεται συγκεκριμένη θεώρηση των ζητημάτων που προκύπτουν από το ενδεχόμενο επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Δεν είναι μόνο οι πρακτικές πλευρές της επιστροφής, αλλά η ψυχολογική προετοιμασία και οι γενικότερες ρυθμίσεις που απαιτούνται σε όλο το φάσμα των διεθνών σχέσεων, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Επίσης χρειάζεται συγκρότηση ισχυρού επιτελείου για το χειρισμό όλων των θεμάτων του χρέους (καταγγελία δανειακών συμβάσεων και εφαρμογή «μορατόριουμ», δηλ. «αθέτηση πληρωμών» στην εξυπηρέτηση του χρέους). Έμπειροι και εξειδικευμένοι επιστήμονες υπάρχουν, αρκεί να υπάρξει έγκαιρος προσανατολισμός και προετοιμασία για την αντιμετώπιση τέτοιου είδους ενδεχομένων.

ΕΡ.: Από τις εκλογές του 2012 το ΚΚΕ επιμένει ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα διέφερε ουσιαστικά σε τίποτα από μια κυβέρνηση της ΝΔ και θα ήταν εξίσου επικίνδυνη για τους εργαζόμενους, απορρίπτοντας κάθε κοινή δράση με τις άλλες αριστερές δυνάμεις. Πώς κρίνετε τη στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ; Υπάρχουν κάποια πραγματικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ελπίδα πως μπορεί να αλλάξει, και αν όχι πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί;

ΑΠ.: Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει επακριβώς τις εξελίξεις για κανένα πολιτικό χώρο. Ασφαλώς η ως τώρα στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ δεν διευκολύνει στην κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων. Ας μη ξεχνάμε ότι η αρνητική αυτή στάση αποδοκιμάστηκε στις τελευταίες εκλογές. Η σταθερή προβολή της ανάγκης κοινής δράσης σε όσα υπάρχει κοινή θέση ακουμπάει στις διαθέσεις του κόσμου και λειτουργεί θετικά για την ενότητα της Αριστεράς αλλά και το ΣΥΡΙΖΑ. Ασφαλώς όπου υπάρχουν διαφορές θα υπάρχει πολιτική διαπάλη με τρόπο που δεν θα κόβει τα νήματα της επικοινωνίας και της επιδίωξης κοινής δράσης. Η «πολιτική αρχών» είναι ο μόνος δρόμος για δημιουργία κλίματος φερεγγυότητας για προσέγγιση, εφ’ όσον φυσικά υπάρχει η πολιτική διάθεση.

ΕΡ.: Ενώ φυσικά δεν συμφωνούμε ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα ήταν το ίδιο με της ΝΔ, θα υπάρξει ο κίνδυνος να κάνει υπερβολικούς συμβιβασμούς και/ή να έχει παρόμοια τύχη με την κυβέρνηση του Αλιέντε. Πολύ περισσότερο όταν είναι βέβαιο ότι θα ασκηθούν αφόρητες πιέσεις από τη μεριά του διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τι μας διδάσκει το παρελθόν σχετικά με αυτούς τους κινδύνους;

ΑΠ.: Το ζήτημα των «συνεργασιών» είναι από τα πλέον «ακανθώδη» για την Αριστερά. Σχηματικά υπάρχουν δύο κίνδυνοι. Επιδίωξη «συνεργασίας για τη συνεργασία» ή άρνηση της συνεργασίας στο όνομα των δυσκολιών. Οι αριστερές δυνάμεις στην Ελλάδα και διεθνώς έχουν πλούσια θετική αλλά και αρνητική εμπειρία στο θέμα της πολιτικής των συνεργασιών. Στην περίπτωση του Αλιέντε δεν ήταν λάθος η πολιτική συνεργασίας, αλλά η μη σωστή εκτίμηση της κατάστασης για τη συμπεριφορά των αντιπάλων και η έλλειψη αποφασιστικότητας για έγκαιρη λήψη μέτρων αντιμετώπισης των απειλών. Η εξασφάλιση της ενεργητικής στήριξης της πλειοψηφίας του λαού είναι αναντικατάστατο στοιχείο στην αποτροπή κάθε είδους πιέσεων και εκβιασμών. Από την άλλη, η υπόθεση των συνεργασιών δεν πρέπει να κατανοείται στατικά αλλά δυναμικά, όπως και το περιεχόμενό τους. Υπάρχουν προσωρινές, «τακτικού» χαρακτήρα συμμαχίες, καθώς και συμμαχίες «στρατηγικές» με προγραμματικό βάθος. Αν στο όνομα του «κυβερνητισμού» γίνουν συμμαχίες που οδηγούν στην εγκατάλειψη καίριων σημείων του προγράμματος, τότε θα πρόκειται για μετάλλαξη της αριστερής φυσιογνωμίας και των σκοπών του κόμματος.

ΕΡ.: Στο ίδιο θέμα της κυβέρνησης της Αριστεράς διατυπώνονται κριτικές και από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, βασικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Θα σημειώσουμε εδώ μερικές. Μια πρώτη είναι ότι η προοπτική ανόδου στην κυβέρνηση συνοδεύεται από μια διαρκή μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ προς πιο δεξιές θέσεις και θεσμικές προσαρμογές στα πλαίσια του συστήματος. Αυτό θα αποξενώσει τους εργαζόμενους, οδηγώντας σε ένα συνολικό συμβιβασμό με το κατεστημένο.

ΑΠ.: Υπάρχουν ενέργειες σε επίπεδο ηγεσίας ΣΥΡΙΖΑ (δηλώσεις και πρωτοβουλίες) που όντως έχουν δημιουργήσει ερωτηματικά όχι μόνο στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αλλά στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ. Τα ταξίδια, π.χ., στις ΗΠΑ και Γερμανία, έτσι όπως σχεδιάστηκαν και οι συναντήσεις που έγιναν, τελικά δεν ενίσχυσαν αλλά αποδυνάμωσαν την αξιοπιστία του. Ασφαλώς ταξίδια και συναντήσεις πρέπει να γίνονται αλλά με προϋποθέσεις. Από την άλλη, ο «πολυσυλλεκτικός» χαρακτήρας του ΣΥΡΙΖΑ δικαιολογεί νομίζω τις αποκλίνουσες απόψεις σε διάφορα θέματα. Ωστόσο, ο βασικός κορμός των στελεχών του και η βάση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι αντίθετοι σε κεντροαριστερές διολισθήσεις και σε «πρακτικές» της ΠΑΣΟΚικής διαχείρισης (πολιτικές επιλογές και συμπεριφορές). Από την άλλη, η άρνηση της κοινής δράσης της Αριστεράς σε πολιτικό επίπεδο εκ μέρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν διευκολύνει την ευρύτερη συσπείρωση δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς ώστε να ενισχύσει το ρεύμα φυγής λαϊκών δυνάμεων από την επιρροή των αστικών κομμάτων. Ωστόσο πρέπει να σημειώσω ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα κινήματα κάνει συνεργασίες και κοινές δράσεις με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και αυτό είναι πολύ θετικό. Παρ’ όλα αυτά η ζωή βάζει αμείλικτα ερωτήματα σε όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς για κοινή δράση σε πολιτικό επίπεδο (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κ.ά.). Θέλω να πιστεύω ότι τελικά θα γίνουν βήματα κοινής δράσης, ώστε να ανοίξει ο δρόμος δημιουργίας της μεγάλης αριστερής παράταξης που έχει ανάγκη ο ελληνικός λαός.

ΕΡ.: Μια δεύτερη αντίρρηση είναι ότι όπου επιχειρήθηκε να ανατραπεί κοινοβουλευτικά ο καπιταλισμός ή έστω να εμποδιστεί έτσι ο φασισμός, τα σχετικά εγχειρήματα απέτυχαν. Κλασικά παραδείγματα η Χιλή του Αλιέντε και το Λαϊκό Μέτωπο στην Ισπανία. Υπάρχει, βέβαια, και η πρόσφατη εμπειρία της Βενεζουέλας, όπου ριζοσπαστικές αλλαγές στηρίχτηκαν και κοινοβουλευτικά. Πώς μπορεί να δούμε τη σχέση «κοινοβουλευτικού» και «εξωκοινοβουλευτικού», ή πιο γενικά, τη σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης στην εποχή μας;

ΑΠ.: Ασφαλώς τα ζητήματα «μεταρρύθμισης» και «επανάστασης» πρέπει να εξετάζονται στο ιστορικό πλαίσιο που αναφέρονται. Σε συνθήκες αυξανόμενης αλληλεξάρτησης των οικονομιών οικονομικά και πολιτικά γεγονότα λειτουργούν ως «αλυσιδωτή αντίδραση». Ωστόσο, οι μορφές ριζοσπαστικών ανατροπών δεν πρέπει να συγχέονται με το περιεχόμενό τους. Στην ουσία «επαναστατική ανατροπή» είναι η μεγάλη αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις, πρώτα απ’ όλα στις σχέσεις παραγωγής και στις σχέσεις εξουσίας, και όχι η «ένοπλη εξέγερση». Βασική προϋπόθεση επιτυχίας της είναι η ενεργητική υποστήριξη της «ανατροπής» από τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού, δηλ. τις κοινωνικές δυνάμεις που έχουν ζωτικό συμφέρον από αυτή. Ποιες συγκεκριμένες μορφές θα πάρει η «κοινωνική ανατροπή» είναι μια μεγάλη συζήτηση που δεν είναι ίσως η κατάλληλη στιγμή να κάνουμε υποθέσεις, ούτε ασκήσεις «επί χάρτου». Οι ρυθμοί των ριζοσπαστικών αλλαγών, εξαρτώνται από τις αντικειμενικές συνθήκες (βαθιά κρίση), από το συσχετισμό δυνάμεων (σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο) και από τη σωστή ιεράρχηση στόχων και προτεραιοτήτων (δηλ. σωστό συνδυασμό στρατηγικής και τακτικής). Οι ιστορικές εμπειρίες του αριστερού κινήματος εμπεριέχουν και τις δύο εκδοχές. Τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Και δεν θα μπορούσε νομίζω να ήταν διαφορετικά. Εκτός από το παράδειγμα του Τσάβες, ας θυμηθούμε ότι η επανάσταση του Οκτώβρη 1917 αρχικά ήταν αναίμακτη, αλλά στην πορεία με την επέμβαση των ξένων δυνάμεων πήρε χαρακτήρα εμφυλίου. Το ιστορικό δίδαγμα είναι ότι σε συνθήκες μεγάλων ανατροπών το «πολιτικό υποκείμενο» (κόμμα, μέτωπο, συνασπισμός, κλπ), θα πρέπει να κάνει αυστηρή εκτίμηση του συσχετισμού των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, να μη διακατέχεται από ψευδαισθήσεις για τη συμπεριφορά των αντιπάλων και να διαθέτει την κατάλληλη οργανωτική και πολιτική ετοιμότητα και αποτελεσματικότητα δράσης για τη νικηφόρα έκβαση του αγώνα. Αυτά ωστόσο μόνο «εκ του αποτελέσματος» θα κριθούν. Γι’ αυτό και πρέπει να μελετάμε την ιστορία ώστε να μην ανακαλύπτουμε κάθε φορά τον… «τροχό»!

ΕΡ.: Μια τρίτη αντίρρηση αφορά την αναγκαιότητα του εργατικού ελέγχου και της έναρξης μιας και προγραμματικά αποτυπωμένης διαδικασίας μετάβασης στο σοσιαλισμό. Υποστηρίζεται ότι χωρίς αυτό, ακόμη και η πιο ριζοσπαστική εκδοχή της αριστερής διακυβέρνησης, με έξοδο από το ευρώ, κ.λπ., θα οδηγηθεί μοιραία σε αδιέξοδο. Πόσο μάλλον η παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ…

ΑΠ.: Όπως ήδη αναφέραμε, οι μεγάλες ανατροπές προϋποθέτουν την ενεργητική στήριξη του λαού, όχι μόνο στο στάδιο κατάκτησης της κυβερνητικής εξουσίας, όσο κυρίως μετά. Η γνωστή φράση «άλλο κυβέρνηση και άλλο εξουσία», εμπεριέχει μια αλήθεια. Με την ανάληψη της κυβέρνησης υπάρχουν ακόμα ισχυρές δομές (κρατικός μηχανισμός, κέντρα οικονομικής δύναμης, κ.ά.), που πρέπει να τεθούν υπό έλεγχο. Εκτός από τις αλλαγές στις κορυφές της κρατικής διοίκησης και των κατασταλτικών μηχανισμών, σημαντικό μέσο ενίσχυσης των στηριγμάτων της νέας κυβέρνησης, είναι η εφαρμογή εργατικού ελέγχου, πρώτα απ’ όλα στο πεδίο της οικονομίας, αλλά και στις δημόσιες υπηρεσίες και σε όλη την κοινωνική σφαίρα, με στόχο την αποδυνάμωση των αντιστάσεων του «παλαιού» και την ενδυνάμωση με συμμετοχή του λαού του «νέου». Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι η ανατροπή μιας «παλιάς» κατάστασης πραγμάτων και η εγκαθίδρυση μιας «νέας», χωρίς διασφάλιση της συμμετοχής του λαού στη λήψη, έλεγχο και υλοποίηση των αποφάσεων (δηλ. το στοιχείο της δημοκρατίας), καταλήγει τελικά στην κυριαρχία μιας «νέας κάστας» πάνω στην κοινωνία. Ο εκφυλισμός των «σοβιέτ», που από όργανα λαϊκής εξουσίας και δημοκρατικής συμμετοχής του λαού στη διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων, εξελίχτηκαν σε γραφειοκρατικά όργανα μιας «νέας κάστας» (νομενκλατούρας), ήταν μια από τις βασικές αιτίες κατάρρευσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

ΕΡ.: Είναι σαφές ότι οι δυνατότητες προώθησης ριζικών μετασχηματισμών θα εξαρτηθούν πολύ και από τη διεθνή κατάσταση. Για την ώρα δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή, όμως οι συνθήκες αλλάζουν. Μπορεί να γνωρίσουμε σύντομα μια ορμητική άνοδο των κινημάτων, όπως εκείνη στην εποχή των Λαϊκών Μετώπων το 1935; Τι προοπτικές και κίνδυνοι θα υπάρξουν τότε; Πώς βλέπετε γενικότερα το ρόλο των κινημάτων, με βάση τις εμπειρίες των τελευταίων ετών;

ΑΠ.: Οι μεγάλες κρίσεις απελευθερώνουν κοινωνικές δυνάμεις και επιταχύνουν τις διαδικασίες των «κοινωνικών ανατροπών». Η δημιουργία μιας αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα και η προώθηση ριζοσπαστικών αλλαγών, θα οδηγήσει αναπόφευκτα κατά τη γνώμη μου σε αποδέσμευση από την ευρωζώνη, γεγονός που θα επιταχύνει τις εξελίξεις και σε άλλες χώρες, ιδίως του Ευρωπαϊκού Νότου. Κατά συνέπεια, εξετάζοντας την κατάσταση «στατικά» ίσως κάποιος θεωρήσει ότι το διεθνές περιβάλλον δεν είναι σήμερα ιδιαίτερα ευνοϊκό. Ωστόσο με βάση τη «δυναμική» θεώρηση, νομίζω ότι είναι πολύ ευνοϊκότερο από προηγούμενα, γιατί η κρίση είναι «γενικευμένη», έχει αγκαλιάσει όλους τους κρίκους του συστήματος και οι πολιτικοί συσχετισμοί αλλάζουν υπέρ των δυνάμεων της «ανατροπής», με διαφορετικούς ρυθμούς βέβαια από χώρα σε χώρα. Το γνωστό «οι πάνω δεν μπορούν και οι κάτω δεν θέλουν» γίνεται όλο και πιο έντονο. Ο πολιτικός χρόνος «πυκνώνει» και δεν πρέπει να εκπλαγούμε από απότομες ανακατατάξεις και αλλαγές. Ασφαλώς οι κυρίαρχες ελίτ και γενικότερα οι δυνάμεις του συστήματος δεν θα καθίσουν με σταυρωμένα χέρια, αλλά απεργάζονται σενάρια ακόμα και σε ακραία φασιστική εκδοχή. Η εμφανής αλλά και αφανής ενίσχυση της «Χρυσής Αυγής» στην Ελλάδα από δυνάμεις του κατεστημένου δεν είναι τυχαία. Γι’ αυτό ο αγώνας πρέπει να δίνεται σε πολιτικό, οικονομικό, ιδεολογικό και κινηματικό επίπεδο.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε εμφάνιση νέων κινημάτων («πλατείες», «δεν πληρώνω», κλπ) που σε μεγάλο βαθμό είναι κινήματα διαμαρτυρίας, δηλαδή έχουν χαρακτήρα «άρνησης» και όχι εναλλακτικής πολιτικής πρότασης. Ωστόσο στο βαθμό που θα αποκτήσουν ταξικό προσανατολισμό και βρουν κοινό βηματισμό με τα παραδοσιακά ταξικά κινήματα (εργατικό, αγροτικό, κλπ) μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός ρωμαλέου κινήματος αντίστασης και ανατροπής, όχι απλά των μνημονιακών αλλά γενικότερα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, ανοίγοντας ελπιδοφόρους δρόμους στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στη νέα γενιά. Οι πρόσφατες εξελίξεις σε χώρες της ΕΕ, όπως οι μεγάλες διαδηλώσεις της 2ας Μάρτη στην Πορτογαλία, το αποτέλεσμα των ιταλικών εκλογών, κλπ, δείχνουν ότι οι αντιστάσεις αυτές αποκτούν βαθμιαία μια κεντρική πολιτική στόχευση, τείνοντας να ξεφύγουν από τα στενά όρια των κινημάτων διαμαρτυρίας. Βέβαια, εδώ παραμένει ως σημαντικό πρόβλημα ότι τα ίδια τα κινήματα, καθώς και οι πολιτικές δυνάμεις που αναδεικνύονται (π.χ. στην Ιταλία το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Γκρίλο) διατηρούν μεγάλες συγχύσεις και ασάφειες στις απόψεις τους ως προς το χαρακτήρα και τους όρους της διεξόδου από την κρίση. Ίσως η σημαντικότερη συνεισφορά του ΣΥΡΙΖΑ στη χώρα μας είναι ότι με την προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς, έδωσε ένα σαφές πολιτικό στίγμα, μη αφήνοντας να καλυφθεί το κενό από άλλες, ταξικά «ουδέτερες» ή κρυπτοδεξιές δυνάμεις.

ΕΡ.: Προφανώς, οι οικονομικές εξελίξεις θα βαρύνουν επίσης πολύ στην πορεία των γεγονότων. Πρόσφατα αναλυτές όπως ο Σαμίρ Αμίν, ο Άλεξ Καλίνικος κ.ά. έχουν μιλήσει για επερχόμενη αποσταθεροποίηση στην ευρωζώνη. Τι θα συμβεί σε μια καταστροφική επιδείνωση, όπως π.χ. η κατάρρευση της Ιταλίας και/ή της Ισπανίας; Ποια θα είναι τότε η τύχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Πώς μπορούμε να παρέμβουμε στις εξελίξεις και τους μεγάλους διαφαινόμενους κινδύνους, ενόψει και της απειλητικής ανόδου του φασισμού;

ΑΠ.: Όλο και περισσότεροι αναλυτές ευρέως πολιτικού φάσματος ομολογούν ότι η σημερινή ευρωζώνη δεν είναι βιώσιμη. Οι διάφοροι πυλώνες στήριξής της (ΕΜΣ, Σύμφωνο για Ευρώ, Δημοσιονομικό Σύμφωνο κ.ά.), γίνονται με νεοφιλελεύθερα υλικά και αντί να βελτιώνουν χειροτερεύουν την κατάσταση. Κατά συνέπεια δύο πιθανές εκδοχές εμφανίζονται. Ή η ευρωζώνη θα προχωρήσει σε ομόσπονδη μορφή τύπου Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, πράγμα πολύ δύσκολο λόγω των αντιθέσεων που περικλείει, ή θα οδηγηθεί σε διάλυση ή «κουτσούρεμα» με αποχώρηση των αδύναμων χωρών ή μετατροπή τους σε μια υποτελή δεύτερης ταχύτητας ευρωζώνη του Νότου. Κανένας δεν ξέρει αν αυτή η φυγή γίνει «άτακτα» ή «ελεγχόμενα». Το καλύτερο βέβαια θα ήταν, μετά τα όσα έχουν μεσολαβήσει, να γίνει «οργανωμένα» με επιστροφή ο «καθένας σπίτι του», δηλαδή στα εθνικά νομίσματα και η ΕΕ στην κατάσταση του 2000 (πριν το ευρώ), έστω ως προσωρινή λύση για να δρομολογηθούν τοπικές προοδευτικές σοσιαλιστικής κατεύθυνσης ολοκληρώσεις.

Εδώ υπάρχει ένα σοβαρό θέμα σε σχέση με τα ζητήματα της μετάβασης στο σοσιαλισμό και πρέπει να ξεπεράσουμε την καθυστέρησή μας να εμβαθύνουμε σε αυτά, ιδιαίτερα πώς τίθενται και θα τεθούν σε σχέση με την παρούσα παγκόσμια κρίση τα επίδικα της μετάβασης. Είναι σαφές, π.χ., ότι η ρήξη με το ευρώ και την ΕΕ μπορεί να ξεκινήσει από μια χώρα, ακόμη και μικρή όπως η Ελλάδα. Το να σταθεί εκτός ευρωζώνης, ακόμα και εκτός ΕΕ η Ελλάδα το θεωρώ εφικτό, εκτός κι αν της επιτεθούν στρατιωτικά… όλες οι χώρες του ΝΑΤΟ!! Δεδομένου όμως και του οικονομικού πολέμου από τα καπιταλιστικά κέντρα όταν βρεθούμε εκτός ΕΕ, οι προοδευτικοί μετασχηματισμοί θα διευκολυνθούν σαφώς αν οι ρήξεις στην ευρωζώνη επεκταθούν σε σύντομο σχετικά διάστημα και σε άλλες χώρες. Βεβαίως οι επαναστατικές ανατροπές καλώς ή κακώς δεν γίνονται κατά παραγγελία. Είναι γνωστό ότι ο Μαρξ ήταν αντίθετος στην κατάληψη της εξουσίας από τους Γάλλους εργάτες το 1871 λόγω των μη ευνοϊκών διεθνών συνθηκών, όταν όμως ξέσπασε η Κομμούνα, την υποστήριξε με όλες του τις δυνάμεις.

Σε κάθε περίπτωση αν η Ιταλία και η Ισπανία ζήσουν καταστάσεις σαν την Κύπρο και την Ελλάδα, είναι βέβαιο ότι το «σαθρό οικοδόμημα της ευρωζώνης», όπως το αποκάλεσε ο Χάμπερμας, δεν θα μπορεί να κρατηθεί. Βέβαια για την Αριστερά το πρόβλημα δεν είναι απλά η διάλυση της ευρωζώνης αλλά η ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και άνοιγμα του δρόμου στο σοσιαλισμό. Αυτό προϋποθέτει ανάδειξη αριστερών κυβερνήσεων ώστε να υπάρξουν πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις δημιουργίας μιας Ευρώπης των λαών και των εργαζόμενων. Αν η αρχή γίνει σε κάποια χώρα, στον «αδύνατο κρίκο», τότε διευκολύνονται γενικότερες ανατροπές. Αυτήν την κατεύθυνση επιδιώκουν να αποτρέψουν οι «πολύχρωμες» δυνάμεις του συστήματος, ακόμα και οι ανοικτοί πολέμιοι της σημερινής ευρωζώνης, ιδιαίτερα τα φασιστοειδή μορφώματα της «Χρυσής Αυγής», που στην πράξη αποτελούν το «μακρύ χέρι» και εφεδρική δύναμη κρούσης του συστήματος. Όμως το «ιστορικό αναγκαίο» δεν είναι η επιστροφή στη «βαρβαρότητα» αλλά μια ανώτερη κοινωνία. Αυτή είναι η βιώσιμη και ελπιδοφόρα ιστορική προοπτική για τους λαούς και τους εργαζόμενους στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο. Μπροστά έχουμε εξελίξεις που πρέπει να εκτιμήσουμε νηφάλια με διορατικότητα και να προετοιμαστούμε ανάλογα ώστε να μη χάσουμε το «τραίνο» της ιστορίας!

1. «Η ευημερία του λαού ας είναι ο υπέρτατος νόμος» – μια ρήση του Κικέρωνα

* Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ οικονομικών, μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ.

 

Κατηγορίες:Uncategorized

Αφετηριακές επιλογές αριστερής εξόδου από την κρίση (*) Γιάννη Τόλιου διδάκτορα οικονομικών επιστημών

Απρίλιος 26, 2013 Σχολιάστε

Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια βιώνουμε καταστάσεις και γεγονότα, που θα αφήσουν βαθιά τα ίχνη τους στην ελληνική κοινωνία. Όλοι νοιώθουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε κρίσιμες επιλογές και ότι δεν υπάρχον εύκολες λύσεις. Ωστόσο με «λογισμό και όνειρο» χρειάζεται να κάνουμε, με βάση το συμφέρον του λαού, εκείνες τις επιλογές που ανοίγουν ελπιδοφόρους δρόμους στην ελληνική κοινωνία,  ιδιαίτερα για τη νέα γενιά. Επιτρέψτε μου να επικεντρώσω στην εισήγηση μου σε τέσσερα σημεία.

1. Η ευρωζώνη είναι προβληματική για τους λαούς και μη βιώσιμη ως «νομισματική και οικονομική ένωση» !

Τα τελευταία χρόνια έχει διαφανεί ότι η ευρωζώνη είναι προβληματική όχι μόνο με όρους «λαών και εργαζόμενων», αλλά ακόμα και με όρους καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Αυτό δεν ήταν καθαρό για τους περισσότερους, ούτε το 1992 με τη Συμφωνία Μαάστριχτ, ούτε το 2000 με την κυκλοφορία του ενιαίου νομίσματος-ευρώ, αλλά ούτε και το 2010, πριν το φούντωμα της κρίσης στην Ελλάδα. Στην πορεία με τα μέτρα που εφαρμόστηκαν στο πρώτο Μνημόνιο έγινε καθαρά σε πολλούς ότι το οικοδόμημα της ΟΝΕ ήταν «σαθρό» και οι προσπάθειες στήριξης του με νεοφιλελεύθερα υλικά, του προσέδιδαν πιο αντιδραστική μορφή σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Επίσης δεν θα είναι εύκολο να κατανοήσουμε σωστά τις εξελίξεις αν περιοριστούμε απλά στο νόμισμα, δηλ. το ευρώ και δεν συνυπολογίσουμε ολόκληρο το οικοδόμημα της ευρωζώνης ως σύνολο, με τους παλιούς και νέους «πυλώνες» στήριξης της. Θυμίζουμε ότι η Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση (ΟΝΕ) ξεκίνησε με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Σύμφωνο Σταθερότητας, ενώ μετά την κρίση προστέθηκαν ο λεγόμενος «μηχανισμός στήριξης» (EFSF-EMS), το Σύμφωνο για το Ευρώ+, το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, τα εξάμηνα συντονισμού της οικονομικής πολιτικής, κά και τελευταία η τραπεζική εποπτεία. Όλα αυτά δεν βελτιώνουν, αλλά αντίθετα εντείνουν τα νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά της ΟΝΕ και σηματοδοτούν συρρίκνωση και κατάργηση θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων, αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, μακροχρόνια προγράμματα λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεις «δημοσίων αγαθών», εντατική ανισοκατανομή εισοδήματος σε όφελος του χρηματιστικού κεφαλαίου, κά.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι γνωστό. Απόκλιση αντί για σύγκλιση οικονομιών, διεύρυνση χάσματος ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητα, παραγωγή «πλεονασμάτων» για τους ισχυρούς (κυρίως τη Γερμανία), ελλείμματα και χρέη για τις αδύναμες οικονομίες. Ταυτόχρονα έχουμε ουσιαστική συρρίκνωση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Το Ευρωκοινοβούλιο παραμένει διακοσμητικός θεσμός, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχουν σχεδόν αδρανοποιηθεί, η Γερμανία καθορίζει σχεδόν μόνη της τις τύχες των χωρών της ΕΕ και ειδικότερα της Ευρωζώνης. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το νέο χρόνο οι προϋπολογισμοί των κρατών-μελών θα έχουν πρώτα την έγκριση του Eurogroup και μετά των εθνικών κοινοβουλίων.!

Θα ρωτήσει κανείς αν όλα αυτά είναι καλά και δίκαια.!! Autocritas, non veritas, facit legen.!! «Η δύναμη και όχι η αλήθεια, καθορίζει το νόμο» σύμφωνα με το Ρωμαϊκό Δίκαιο.! Η ΕΕ και η Ευρωζώνη, στηρίζεται στην οικονομική και πολιτική ισχύ, στον ανταγωνισμό και στην ηγεμονία των ισχυρών χωρών και όχι στην ισότιμη συνεργασία και αλληλεγγύη των λαών. Αν αυτό δεν γίνει αντιληπτό, τότε δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν σε βάθος οι εξελίξεις και η πορεία της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης στην Ευρώπη.

Το οικοδόμημα της Ευρωζώνης λόγω της αρχιτεκτονικής του δεν μεταρρυθμίζεται επ’ ωφελεία των «λαών και εργαζόμενων». Ακόμα κι αν επιβιώσει θα είναι ένα αντιδραστική μόρφωμα. Μόνο η ανατροπή και επαναθεμελίωση του μπορεί υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αντιστοιχηθεί στο «ιστορικά αναγκαίο», δηλ. μια «ένωση ισότιμης συνεργασίας λαών και χωρών» και όχι μια ένωση κεφαλαιοκρατών. Το πώς ακριβώς θα γίνει αυτό, παραμένει ανοικτό ζήτημα για την Αριστερά και αποτελεί «εν δυνάμει» στοιχείο προβληματισμού της σημερινής εκδήλωσης.

2. Η απόρριψη της «πάση θυσία» παραμονής στο ευρώ, οδηγεί αντικειμενικά σε ρήξη με την ευρωζώνη και επιστροφή στο εθνικό νόμισμα !

Η αμφισβήτηση βιωσιμότητας της ευρωζώνης, αναγνωρίζεται από πολλούς εκπροσώπους ευρέως πολιτικού φάσματος στην Ελλάδα και στην ΕΕ. Επίσης αναγνωρίζεται ότι η επιλογή συμμετοχής της Ελλάδας στην ΟΝΕ ήταν λάθος, μια επιλογή για την οποία ο ελληνικός λαός ουδέποτε ρωτήθηκε. Παρ’ όλα αυτά οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις σήμερα κινούνται στον άξονα «πάση θυσία» παραμονή στην ευρωζώνη.!

Αντίθετα δυνάμεις της Αριστεράς εμφανίζονται με διαφορετικές εκδοχές, εντός και εκτός της χώρας. Σχηματικά έχουμε τρεις εκδοχές. Πρώτον είναι εκείνη που αποδέχεται τη λογική και τα  όρια παραμονής «πάση θυσία» στην ευρωζώνη. Δεύτερον είναι εκείνη που θεωρεί αναγκαία και ικανή τη ρήξη με την ευρωζώνη. Τρίτον εκείνη που αν και απορρίπτει το δόγμα της «πάση θυσία» το ευρώ, εμφανίζεται αμήχανη και σκεπτική να πει στον λαό ανοικτά τις προεκτάσεις που συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή ώστε να προετοιμαστεί κατάλληλα για τις εναλλακτικές λύσεις, έχοντας πάντα ως όριο τις «κόκκινες γραμμές», πίσω από τις οποίες δεν μπορεί να υπάρχει υποχώρηση, αλλά ουσιαστική εγκατάλειψη της αριστερής στρατηγικής.

Δεν θα ασχοληθούμε με την πρώτη εκδοχή που εκφράζεται από την πολιτική της ΔΗΜΑΡ του κ.Κουβέλη «πάση θυσία» παραμονή στην ευρωζώνη. Θα σταθούμε στις δύο άλλες που κατ’ αρχήν υιοθετούν μια αριστερή εναλλακτική πρόταση εξόδου, που η υλοποίηση όμως των βασικών «αιχμών» της, οδηγεί αναπόφευκτα σε αμφισβήτηση των ορίων της ευρωζώνης και κατ’ επέκταση σε αποδέσμευση από αυτήν. Ειδικότερα:

Α) Ακύρωση του Μνημονίου και εφαρμογή «μορατόριουμ» στην εξυπηρέτηση του χρέους (δηλ. αθέτηση πληρωμών ή παύση πληρωμών), με στόχο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του. Η πιθανότερη απάντηση της ΕΚΤ θα είναι διακοπή ρευστότητας προς τις τράπεζες (ο γνωστός εκβιασμός που έγινε στην Κύπρο), με αποτέλεσμα να τεθεί το σκληρό δίλημμα. Ή υποτάσσεσαι ή εγκαταλείπετε την ευρωζώνη και επιστρέφετε στο εθνικό νόμισμα. Δεν χρειάζονται άλλες αμφιλεγόμενες διαδικασίες παραμονής ή μη. Η στέρηση ρευστότητας αρκεί. Τι κάνουμε τότε; Το να αρνείσαι τις επιλογές και ταυτόχρονα να ζητάς δανεικά, είναι σαν να έχεις ληγμένες συναλλαγματικές και να ζητάς από την τράπεζα μπλοκ επιταγών.!

Β) Η απόφαση για εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση τραπεζών και ο έλεγχος της ροής κεφαλαίων, θέτει σε ευθεία αμφισβήτηση τόσο το ρόλο της ΕΚΤ όσο και τους κανόνες τραπεζικής εποπτείας. Το δίλημμα είναι παρόμοιο. Τι κάνεις;

Γ) Η εφαρμογή ριζοσπαστικής φορολογικής μεταρρύθμισης και η διάρθρωση των κρατικών δαπανών με αναπτυξιακά και κοινωνικά κριτήρια, έρχεται σε αντίθεση με τις επιλογές της τρόϊκας και τις δεσμεύσεις του Δημοσιονομικού Συμφώνου. Αν τις αγνοήσεις αρχίζουν τα πρόστιμα και η παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Τι κάνεις;

Δ) Παραγωγική ανασυγκρότηση συνεπάγεται δημοκρατικό προγραμματισμό σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, με οριζόντιες και κάθετες δράσεις (κλαδικές πολιτικές), ανάκτηση ελέγχου των ΔΕΚΟ και επέκταση του δημοσίου σε στρατηγικούς τομείς, κά, καθώς ειδικές ρυθμίσεις και «κίνητρα» για ΜΜΕ και αγρότες, τα οποία όμως αμφισβητούν τους κανόνες της ευρωζώνης και παραπέρα της ενιαίας αγοράς. Τι κάνεις;

Ε) Η εφαρμογή πολυδιάστατης και ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής και ισότιμων σχέσεων με όλες τις χώρες, συνεπάγεται πρωτοβουλίες και συμφωνίες που οι κυρίαρχοι της ευρωζώνης πιθανόν έχουν αντιρρήσεις προβάλλοντας τυπικά ή άτυπα εμπόδια στα πλαίσια της εμπορικής πολιτικής, κά. Τι κάνεις;

Η απάντηση πρέπει νομίζω να είναι μία. Προχωράς, αφού έχεις επεξεργασμένο σχέδιο αποδέσμευσης από την ευρωζώνη.

Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Μια σειρά νέα ερωτήματα προκύπτουν. Τι σημαίνει επιστροφή στο εθνικό νόμισμα; Τι θα κάνουμε με το χρέος; Τι θα γίνει με τους μισθούς-συντάξεις; Θα έχουμε φάρμακα και βενζίνη; Με τι πόρους θα κάνουμε παραγωγική ανασυγκρότηση; Μπορούμε να επιβιώσουμε; Μήπως μας επιτεθούν οι Τούρκοι; κά. Δυστυχώς στην ελληνική κοινωνία με ευθύνη των κυρίαρχων πολιτικά δυνάμεων, δεν έγινε ποτέ μια τέτοια ουσιαστική συζήτηση αλλά το μόνο που προβάλλεται μονοσήμαντα είναι ο μονόδρομος της παραμονής στο ευρώ, καθώς και οι εγκλίσεις για συναίνεση και στήριξη αυτής της επιλογής.

Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα δεν είναι καταστροφή, αλλά ούτε φάρμακο για κάθε νόσο.! Ωστόσο η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα είναι σημαντικό στοιχείο μιας εναλλακτικής στρατηγικής εξόδου από την κρίση, που δημιουργεί δυνατότητες προοδευτικών αλλαγών με την ύπαρξη αριστερής κυβέρνησης. Το κύριο είναι η ουσία, δηλ. το περιεχόμενο της οικονομικής πολιτικής που σηματοδοτεί το εθνικό νόμισμα, παρά αυτή καθ’ αυτή η μορφή του. Για παράδειγμα, ρούβλι είχε η Ρωσία επί τσάρου, ρούβλι είχε επί Σοβιετικής Ένωσης, ρούβλι έχει και σήμερα επί Πούτιν. Όμως οι πολιτικές που σηματοδοτούσε σε κάθε περίοδο ήταν διαφορετικές.

Τι σημαίνει επιστροφή στο εθνικό νόμισμα; Ποια είναι τα θετικά και τα αρνητικά; Τελικά τι είναι καλύτερο να κάνουμε;

Το πρώτο που χρειάζεται να αποκρούσουμε είναι η «κινδυνολογία» της «κόλασης» και της «καταστροφής». Ας θυμηθούμε ότι με εθνικό νόμισμα (δραχμή) πορευτήκαμε τις τελευταίες δεκαετίες και νομίζω ότι δεν ζήσαμε σε «κόλαση», παρ’ ότι είχαμε σταθερή διολίσθηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής (30 δρχ. =1 δολ. 1970, 367 δρχ = 1 δολ το 2001 πριν ένταξη στο ευρώ). Αντίθετα με το «σκληρό» ευρώ δημιουργούνται προβλήματα όχι μόνο στις περιφερειακές οικονομίες αλλά και στις μεγάλες και ισχυρές οικονομίες πχ. Γαλλία και Ιταλία.!

Στον ισχυρισμό που προβάλλεται ότι η επιστροφή των χωρών της ευρωζώνης στο εθνικό νόμισμα θα οδηγήσει σε ανταγωνιστικές υποτιμήσεις με χαμένους τελικά τους εργαζόμενους σε κάθε χώρα, είναι μια θεώρηση ρηχή, διότι δεν κατανοείται ότι οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις δεν διαμορφώνονται αυθαίρετα αλλά παρά τις συνεχείς διακυμάνσεις τους έχουν ως άξονα αναφοράς την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας (βαθύτερα τη δράση του νόμου της αξίας), ενώ αυτό που βιώνουμε σήμερα εντός της ευρωζώνης – με τα Μνημόνια και τις κυρίαρχες πολιτικές – είναι η «εσωτερική υποτίμηση» μόνο της αξίας της εργατικής δύναμης και καταστάσεις «μισθολογικού ντάμπινγκ» των αμοιβών των εργαζόμενων στις χώρες της ευρωζώνης.!

Το πέρασμα στο εθνικό νόμισμα ασκεί αντιφατικές επιδράσεις το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών. Οι εισαγωγές γίνονται μεν ακριβότερες αλλά σε μεγάλο βαθμό αποθαρρύνονται και εν μέρει υποκαθίστανται από εγχωρίως παραγόμενα. Επίσης οι εξαγωγές γίνονται φθηνότερες, άρα τονώνονται μαζί και η εγχώρια παραγωγική δραστηριότητα, η απασχόληση και το εθνικό εισόδημα. Το ίδιο ενισχύεται ο τουρισμός με την ενίσχυση της εισροής συναλλάγματος. Από την άλλη το βάρος εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους σε εθνικό νόμισμα αυξάνει, αλλά με τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του, εξουδετερώνεται σε μεγάλο βαθμό το πρόσθετο βάρος εξυπηρέτησης σε ξένο νόμισμα.

Από ορισμένες επεξεργασίες που αφορούν την Ελλάδα και από εμπειρίες άλλων χωρών έχει φανεί ότι η στάση πληρωμών και η υποτίμηση του νομίσματος συνάγεται ότι η οικονομία μετά από ένα χρόνο αρχίζει να ανακάμπτει. Οι ρυθμοί ανάκαμψης εξαρτώνται από το σύνολο των μέτρων οικονομικής πολιτικής αλλά και από αστάθμητους παράγοντες. Το πιο σημαντικό με την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα είναι η ανάκτηση του ελέγχου των μοχλών ρύθμισης της οικονομίας, όχι μόνο της νομισματικής πολιτικής με τα δύο σκέλη την πιστωτική και συναλλαγματική της έκφραση, αλλά και της δημοσιονομικής (κρατικός προϋπολογισμός), της εισοδηματικής, της αναπτυξιακής και όλων επί μέρους κλαδικών πολιτικών που επηρεάζονται από τις πολιτικές της ευρωζώνης. Από πολιτική άποψη το εθνικό νόμισμα συνδέεται με το στοιχείο της εθνικής κυριαρχίας, ενώ με αριστερή κυβέρνηση ενισχύεται και το στοιχείο της λαϊκής κυριαρχίας.

Ένα άλλο σημαντικό ερώτημα είναι που θα βρούμε τους πόρους για την παραγωγική και την κοινωνική ανασυγκρότηση;

Θάλεγα ότι υπάρχουν 4+1 πηγές. Πρώτον, εξοικονόμηση δαπανών από τόκους και χρεολύσια δημοσίου χρέους. Δεύτερον, διασφάλιση και λαϊκών αποταμιεύσεων και δανειοδοτήσεις από τις τράπεζες με αναπτυξιακά και κοινωνικά κριτήρια. Τρίτον, από τη ριζοσπαστική φορολογική μεταρρύθμιση με πάταξη φοροδιαφυγής και φοροκλοπής εχόντων και κατεχόντων. Τέταρτον, από διεθνείς πηγές με ευνοϊκούς όρους και τέλος πέμπτον, από την ανάπτυξη με αύξηση της απασχόλησης και του ΑΕΠ. Ειδικά για τη μείωση της ανεργίας χρειάζονται προγράμματα με ενεργοποίηση του δημοσίου σε ρόλο «εργοδότη τελευταίας καταφυγής» (αύξηση θέσεων εργασίας στον κοινωνικό τομέα, την προστασία περιβάλλοντος, τις τεχνικές υποδομές κά), καθώς με αποτροπή απολύσεων, ενίσχυση αγοραστικής δύναμης μισθών-συντάξεων και τόνωση της εγχώριας παραγωγής, μείωση εισαγωγών και αύξηση εξαγωγών, κά.

Με βάση αυτό το σενάριο πρέπει να γίνουν ειδικότερες επεξεργασίες για μέτρα πολιτικής εξόδου από την κρίση. Η αποδοχή και στήριξη από τον ελληνικό λαό αυτής της επιλογής είναι πολύ σημαντικός παράγοντας, ιδιαίτερα στην πρώτη φάση που θα υπάρξουν προβλήματα προσαρμογής στη νέα κατάσταση. Παρά τις όποιες δυσκολίες, το συγκεκριμένο σχέδιο είναι ασύγκριτα καλύτερο από την επιλογή παραμονής «πάση θυσία» στην ευρωζώνη και τις πολιτικές διαχρονικής λιτότητας. Σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του Μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων, οι  πολιτικές αυτές θα συνεχιστούν τουλάχιστον ως το 2022, χωρίς να υπάρχει βεβαιότητα ότι το χρέος θα γίνει βιώσιμο, ούτε ότι ο ελληνικό λαός θα έχει εξασφαλίσει την επιβίωση του. Όμως εκτός από το καθαρά οικονομικό-κοινωνικό κόστος, μεγάλη σημασία έχει η ανάκτηση των μοχλών οικονομικής πολιτικής και μαζί με αυτό και το δικαίωμα της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας για τις επιλογές που γίνονται στη χώρα, αντί να διαφεντεύει τις τύχες της η τρόϊκα με την μετατροπή της σε ένα «μεταμοντέρνο» γερμανικό φέουδο.!

3. Είναι καλύτερη αριστερή απάντηση ανατροπές σε όλες μαζί τις χώρες και λύση σε υπερεθνικό επίπεδο;

Πολλά κόμματα και φορείς της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, παρ’ ότι τάσσεται κατά των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της ευρωζώνης, έχουν υιοθετήσει την αντίληψη, ότι η ανατροπή των Μνημονίων και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής είναι καλύτερο να γίνει σε όλες μαζί της χώρες χωρίς αποδέσμευση από την Ευρωζώνη. Με άλλα λόγια η εναλλακτική λύση κυριαρχείται από έναν ιδιότυπο «ευρωκεντρισμό», θεωρώντας  ότι οι όποιες λύσεις έχουν προοπτική επιτυχίας, μόνο αν γίνουν σε όλες τις χώρες μαζί, με «επαναθεμελίωση» του ευρωπαϊκού οράματος.

Αμφισβητείται με άλλα λόγια η δυνατότητα και σκοπιμότητα ανατροπών σε ξεχωριστές χώρες, χαρακτηρίζοντας τις ανάλογες προτάσεις ως «εθνική αναδίπλωση» και «εν πολλοίς» ως επιλογές ατελέσφορες. Στην ουσία η υιοθέτηση αυτής της αντίληψης από πρακτική άποψη οδηγεί στην αντίληψη παραμονής «πάση θυσία» στην ευρωζώνη, ενώ η ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών μετατοπίζεται στο απροσδιόριστο μέλλον όταν θα προκύψουν αριστερές κυβερνήσεις σε όλες τις χώρες.

Ωστόσο προκύπτουν αναπάντητα ερωτήματα για την ορθότητα και αποτελεσματικότητα του σχεδίου. Η ζωή έχει δείξει ότι η πολιτική ανάπτυξη του κινήματος είναι ανισόμετρη από χώρα σε χώρα. Τι πρέπει να πράξει μια αριστερή κυβέρνηση όταν αναλαμβάνει την εξουσία; Να περιμένει την ανάδειξη αριστερών κυβερνήσεων σε όλες τις άλλες ή να προχωρήσει σε ριζοσπαστικές αλλαγές, διευκολύνοντας ανατροπές και στις υπόλοιπες; Το ΑΚΕΛ έκανε ουσιαστικά το πρώτο και είδαμε τα αποτελέσματα. Μπορεί μια τέτοια τακτική να δώσει αγωνιστική προοπτική στους αγώνες του ελληνικού λαού για προοδευτική διέξοδο από την κρίση;

Από την άλλη ποιά στοιχεία συνηγορούν σήμερα για ύπαρξη νέων συνθηκών που κάνουν αδύνατες τις λύσεις σε εθνικό επίπεδο και δυνατές μόνο σε υπερεθνικό; Μήπως έχει γίνει ομοσπονδιακή συγκρότηση της ευρωζώνης (σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο), μήπως έχουμε ευρωκοινοβούλιο με αποφασιστικές αρμοδιότητες, υπάρχει ευνοϊκότερος συσχετισμός δυνάμεων ή τουλάχιστον καλύτερες δυνατότητες επηρεασμού των αποφάσεων για βελτίωση των συνθηκών ζωής και εργασίας; Μιλάμε πάντα για την «πραγματική» και όχι τη «φανταστική» ΟΝΕ των προπαγανδιστικών φυλλαδίων.!

Επίσης γιατί η επίκληση του συντονισμού των κινημάτων και η άσκηση μεγαλύτερη πίεσης στις κυρίαρχες ελίτ, συνδέεται μονοσήμαντα με την παραμονή στην ευρωζώνη και ο συντονισμός δράσης δεν μπορεί να επιτευχθεί εκτός «νομισματικής ένωσης»; Αν οι ριζοσπαστικές αλλαγές δεν είναι εφικτές σε ξεχωριστές χώρες, μήπως οι χώρες που δεν έχουν ενταχθεί στην ευρωζώνη θα πρέπει να ενταχθούν; Γιατί η Ισλανδία που δεν είναι ούτε στην ΕΕ, πέτυχε επίλυση της τραπεζικής και οικονομικής κρίσης και βρίσκεται σήμερα σε πορεία ανάκαμψης;

Τέλος ακόμα κι αν δεχτούμε ότι η Ελλάδα ως μικρή χώρα θα αντιμετωπίσει δυσκολίες να σταθεί μόνη της εκτός ευρωζώνης, η Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία κλπ μπορούν να σταθούν; Αν μπορούν, και μπορούν, τότε πως προκύπτει το «νομοτελειακό», ότι πρέπει όλες μαζί να προχωρήσουν στα πλαίσια της ευρωζώνης;

Διαφαίνεται λοιπόν ότι η συγκεκριμένη αριστερή εναλλακτική λύση, περιοριζόμενη στα όρια της ευρωζώνης, όχι μόνο εμπεριέχει λογικές αντιφάσεις, αλλά κυρίως δεν δίνει προοπτική στο κίνημα. Αντίθετα ξεκινώντας από ριζοσπαστικές αλλαγές σε κάποια χώρα που υπάρχει ευνοϊκός συσχετισμός δυνάμεων, διευκολύνονται ανάλογες ανατροπές και σε άλλες χώρες, ανοίγοντας το δρόμο της δημιουργίας σε κάποια στιγμή στο ορατό μέλλον, μιας «ένωσης σοσιαλιστικών χωρών και λαών της Ευρώπης».!

4. Με ποιες πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις εφαρμογή της αριστερής εναλλακτικής πρότασης;

Επιγραμματικά επισημαίνουμε:

1. Διατύπωση ενός σαφούς και καλά επεξεργασμένου σχεδίου αριστερής εναλλακτικής πολιτικής, ανοικτής στη σοσιαλιστική προοπτική.

2. Δημιουργία αριστερής κυβέρνησης, με πολιτική βούληση, σοφία, ευελιξία και αποφασιστικότητα στην προώθηση των στόχων της.

3. Ανάπτυξη ισχυρού κινήματος αντίστασης, αλληλεγγύης, ανατροπής, πριν και μετά τη δημιουργία αριστερής κυβέρνησης, καθώς και αναβάθμιση της κοινής δράσης με αντίστοιχες δυνάμεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

4. Επιδίωξη ευρύτερης δυνατής συσπείρωσης των αριστερών δυνάμεων στην Ελλάδα, τόσο για ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών όσο κυρίως για την προώθηση των ριζοσπαστικών αλλαγών για ένα ελπιδοφόρο μέλλον του ελληνικού λαού και της νεολαίας που βιώνει αφόρητες καταστάσεις από την κρίση.

Αυτή νομίζω ότι πρέπει να είναι η σεμνή «υπογραφή» της σύγχρονης Αριστεράς …..στην ιστορία του μέλλοντος.

 

(*) Εισήγηση στο «διήμερο» του «Μαρξιστικού Χώρου Μελέτης και Έρευνας» (ΜΑΧΩΜΕ), Αθήνα, ΕΣΗΕΑ, 3η – 4η Απρίλη 2013

Κατηγορίες:Uncategorized

Εθνικό νόμισμα και εθνική αναδίπλωση Γιάννης Τόλιος διδάκτωρ οικονομικών επιστημών

Απρίλιος 26, 2013 Σχολιάστε

Το τελευταίο διάστημα με αφορμή τα γεγονότα στην Κύπρο έχουν ενταθεί οι συζητήσεις για το μέλλον του ενιαίου νομίσματος-ευρώ. Όλο και περισσότερες φωνές ακούγονται για την έξοδο από την ευρωζώνη και την ανάγκη επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε εξ’ αρχής ότι για την Αριστερά μια τέτοια επιλογή συνδέεται άμεσα με την εφαρμογή μιας γενικότερης πολιτικής προοδευτικής εξόδου από την κρίση από μια αριστερή κυβέρνηση που έχει στον ορίζοντα τη σοσιαλιστική προοπτική.

Ωστόσο στο συγκεκριμένο «σχέδιο» υπάρχουν αντιρρήσεις και επιφυλάξεις όχι μόνο από τις δυνάμεις του συστήματος αλλά και από διαφορετικές πλευρές του χώρου της ευρύτερης Αριστεράς, οι οποίες εκδηλώνονται είτε με την υποβάθμιση της σημασίας του εθνικού νομίσματος, είτε με την επίκληση κινδύνων για ανταγωνιστικές υποτιμήσεις νομισμάτων, εθνική αναδίπλωση, εθνικό απομονωτισμό, είτε αναφέρονται σε λογικές διαχείρισης του συστήματος, με αποτέλεσμα τελικά την παραμονή εντός ορίων της ευρωζώνης και προβολή της αντίληψης για ανατροπή των κυρίαρχων πολιτικών με άλλες χώρες και λαούς για επαναθεμελίωση του «ευρωπαϊκού οράματος» με όρους λαών και εργαζόμενων.

  1. 1.     Έχει σημασία το νόμισμα και ποια τα όρια του;

Στην οικονομική επιστήμη υπάρχει μια χρόνια διαμάχη μεταξύ διαφόρων σχολών οικονομικής σκέψης για τη σημασία ή μη του χρήματος (money does or doesn’t matter;) Μαρξιστές, κεϋνιανοί, μετα-κεϋνσιανοί λένε ότι έχει σημασία, ενώ νεοκλασικοί, νεοφιλελεύθεροι κά ότι βασικά δεν έχει.! Μια παρόμοια συζήτηση εμφανίζεται τελευταία και με το εθνικό νόμισμα. Αν το τελευταίο κατανοείτε με όρους «χρώματος» (εξωτερική εμφάνιση), ίσως δεν έχει σημασία. Για παράδειγμα το εθνικό νόμισμα της Ρωσίας πάντα ήταν το ρούβλι (επί Τσάρου, επί Σοβιετικής Ένωσης και επί Πούτιν). Ωστόσο με όρους οικονομικής λειτουργίας σηματοδοτούσε διαφορετική νομισματική και συναλλαγματική πολιτική. Κατά συνέπεια το εθνικό νόμισμα δεν είναι δευτερεύον, αλλά κρίσιμο στοιχείο της εθνικής κυριαρχίας και σημαντικός μοχλός οικονομικής ρύθμισης, ενώ από ταξική άποψη, εξυπηρετεί πάντα τα γενικότερα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης.

Από αυτήν την άποψη η νομισματική πολιτική στα χέρια μιας αριστερής κυβέρνησης δεν είναι «υπολειμματικό μέγεθος», αλλά κρίσιμος μοχλός διεύθυνσης της οικονομίας και σημαντικό στοιχείο της αριστερής πολιτικής. Αν είχαμε μια υπερεθνική ένωση που λειτουργούσε με όρους ισότιμης συνεργασίας χωρών και λαών, τότε ίσως δεν θα υπήρχε πρόβλημα για την υπερεθνική νομισματική πολιτική. Ωστόσο σε συνθήκες καπιταλιστικής ολοκλήρωσης (ΕΕ και Ευρωζώνης), όπου κυρίαρχο ενοποιητικό στοιχείο είναι η ισχύς και ο ανταγωνισμός μεταξύ κρατών, αποκτά μεγάλη σημασία ποιος χαράζει την νομισματική και συναλλαγματική πολιτική.

Στην περίπτωση μιας αριστερής κυβέρνησης, η απουσία ελέγχου στο νόμισμα περιορίζει τη δυνατότητα εφαρμογής της αριστερής οικονομικής πολιτικής. Η εμπειρία της Κύπρου και ο εκβιασμός της ΕΚΤ (εφαρμογή των αποφάσεων του Eurogroup ή διακοπή ρευστότητας στις τράπεζες), δείχνει τον ανισότιμο χαρακτήρα των σχέσεων και την αποτελεσματικότητα των εκβιασμών. Άρα η σύγκρουση με τις επιλογές της ευρωζώνης φέρνει στο προσκήνιο την ανάκτηση ελέγχου της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής και την αναγκαιότητα επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, καθώς επίσης ανάκτηση του ελέγχου όλων των «εργαλείων» ρύθμισης και πρώτα απ’ όλα της δημοσιονομικής πολιτικής (πολιτικής κρατικού προϋπολογισμού) που με το «δημοσιονομικό σύμφωνο» έχει περάσει πλέον στην ευρωζώνη.

  1. 2.     Κρίσιμα ερωτήματα ζητούν απάντηση

Ωστόσο σε μια τέτοια επιλογή, εκφράζονται επιφυλάξεις όχι μόνο από τις δυνάμεις του «κατεστημένου» αλλά και από μερίδα διανοουμένων της αριστεράς. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι μια γενικευμένη επιστροφή στα εθνικά νομίσματα θα οδηγήσει σε ανταγωνιστικές υποτιμήσεις και τελικά χαμένοι θα είναι οι εργαζόμενοι. Άρα είναι προτιμότερη η παραμονή στο ευρώ και αγώνας με άλλες χώρες, ιδιαίτερα του Ευρωπαϊκού Νότου, για γενικότερες αλλαγές στο σύνολο της ευρωζώνης. Όμως ο ισχυρισμός αφήνει αναπάντητα ορισμένα ερωτήματα. Κατ’ αρχήν με την παραμονή στην ευρωζώνη, η επιδείνωση της κατάστασης των εργαζόμενων με το Μνημόνιο κλπ, είναι δεδομένη. Άρα στην ουσία δεν «κερδίζουμε» τίποτα. Μάλιστα με την «εσωτερική υποτίμηση», το βάρος ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μεταφέρεται στους μισθούς και στις συντάξεις, χωρίς να ενισχύεται ουσιαστικά. Για παράδειγμα η τιμή ενός προϊόντος των 10 € με μια υποτίμηση μισθών κατά 50% θα μειωθεί μόλις στο 9,25 € (το εργατικό κόστος κατά μέσο όρο στην ελληνική βιομηχανία είναι 15%), ενώ αν είχαμε εθνικό νόμισμα με «εξωτερική υποτίμηση» κατά 30%, η τιμή θα κατέβαινε στα 7 € στην εγχώρια και στην εξωτερική αγορά, με πολύ μικρές απώλειες στους μισθούς και συντάξεις. 

Δεύτερον,  πού στηρίζεται ο ισχυρισμός ότι επιστροφή στα εθνικά νομίσματα οδηγεί σε ατέρμονες ανταγωνιστικές υποτιμήσεις; Οι διακυμάνσεις των νομισμάτων δεν αποτελούν αυθαίρετες επιλογές αλλά «εν τέλει» έχουν ως άξονα αναφοράς το επίπεδο ανταγωνιστικότητας των οικονομιών και βαθύτερα το νόμο της αξίας. Πριν την εισαγωγή του ευρώ, οι νομισματικές διακυμάνσεις στις χώρες της ΕΕ κυμαίνονταν σε ελεγχόμενα όρια στα πλαίσια της Ecu (ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδας). Τα ισχυρά νομίσματα (πχ. μάρκο) είχαν τάση ανατίμησης, ενώ τα αδύναμα (πχ. δραχμή) σταδιακής υποτίμησης σε ένα εύρος +/- 2,5%. Άρα δεν υπήρχαν φαινόμενα ανταγωνιστικών υποτιμήσεων. Σήμερα ακόμα και σε χώρες εκτός ευρωζώνης (πχ χώρες G-20), δεν παρατηρούνται φαινόμενα «νομισματικού πολέμου», παρ’ ότι οι νομισματικές διακυμάνσεις είναι εντονότερες.

Ένα τρίτο ερώτημα συνδέεται με την ασύμμετρη ωρίμανση των συνθηκών κατάκτησης της εξουσίας από τις αριστερές δυνάμεις στις χώρες της ευρωζώνης. Τι θα πρέπει άραγε να κάνει μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα; Να περιμένει με «το όπλο παρά πόδα» μέχρι να δημιουργηθούν αριστερές κυβερνήσεις σε όλες τις άλλες χώρες; Η κυβέρνηση Χριστόφια στην Κύπρο αυτό έκανε. Περίμενε πέντε χρόνια και είδαμε τα αποτελέσματα. Μια τέτοια επιλογή οδηγεί πρακτικά στην άρνηση της αριστερής πολιτικής. Αντίθετα αν προχωρήσει θα σταματήσει το βύθισμα της ελληνική κοινωνίας στην εξαθλίωση και ταυτόχρονα θα διευκολύνει τις διεργασίες ανατροπών στις άλλες χώρες της ευρωζώνης και συνολικά της ΕΕ. Μια τέτοια επιλογή είναι σε αντιστοιχία με τη δέσμευση ακύρωσης του Μνημονίου, άρνηση πληρωμής του χρέους με στόχο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους, κά όπως θα δούμε στη συνέχεια.

  1. 3.     Υπάρχει «αποχρών λόγος»;

Παρ’ όλα αυτά προκύπτει ένα ακόμα ερώτημα σχετικά με την πολιτική της «πάση θυσίας παραμονής στο ευρώ». Εκτός από την καθαρά υποκειμενική θεώρηση, χρειάζεται να δούμε αν υπάρχουν κοινωνικές δυνάμεις που ωφελούνται από την παραμονή στην ευρωζώνη. Ασφαλώς και υπάρχουν. Αν υπολογίσουμε ότι η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου το 2000 ήταν 1:1 και σήμερα 1:1,36, σημαίνει ότι οι υλικές αξίες στη χώρα μας σε δολάρια είναι τεχνητά ανατιμημένες κατά 36%. Αν μάλιστα υπολογίσουμε την «πραγματική» ισοτιμία της δραχμής (από 1 ευρώ = 340,75 δρχ το 2002, σήμερα είναι περίπου 1 ευρώ = 600 δρχ), σημαίνει ότι με όρους ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, έχουμε μια «ευρω-φούσκα» (εικονικές ανατιμήσεις υλικών αξιών) που οι «έχοντες και κατέχοντες» προσπαθούν να τις κρατήσουν «πάση θυσία», ρίχνοντας στον Καιάδα μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές δαπάνες, δημόσια περιουσία και κάθε μορφής πλούτου σε βάρος εργαζόμενων και λαϊκών στρωμάτων. Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα θα επιφέρει αναπόφευκτα διόρθωση στην «ευρω-φούσκα» αξιών και οι «κατέχοντες» θα χάσουν μέρος από όσα κέρδισαν «τεχνητά» την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Η κρίση επιφέρει μεταξύ άλλων βίαιη επίλυση των δυσαναλογιών, αποκαθιστώντας έστω και προσωρινά το σύνολο των αξιών με το σύνολο των τιμών.!

  1. 4.     Ριζοσπαστικό οικονομικό πρόγραμμα

Το κρίσιμο θέμα για μια αριστερή κυβέρνηση, δεν είναι διαχείριση της κρίσης με όρους συστήματος, αλλά αποκατάσταση των οικονομικών και κοινωνιών «αναλογιών», θέτοντας οριστικό τέρμα στο κερδοσκοπικό όργιο των αγορών και των κατόχων κεφαλαίου, σε όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας, έχοντας πάντα ως ορίζοντα τη σοσιαλιστική προοπτική. Ποιοι είναι οι βασικοί άξονες αυτής της πολιτικής; Επιγραμματικά αναφέρουμε: Ακύρωση Μνημονίου, καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και άρνηση πληρωμής του χρέους με στόχο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους και το υπόλοιπο με ρήτρα ανάπτυξης. Αυτά σαν αφετηρία. Συνακόλουθα χρειάζεται εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση τραπεζικού συστήματος, αναλυτικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, ριζική φορολογική μεταρρύθμιση, ενίσχυση αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων και κοινωνικών δαπανών, επαναφορά στο δημόσιο έλεγχο των ΔΕΚΟ και επέκταση τους σε στρατηγικούς τομείς, βαθύς εκδημοκρατισμός στη δημόσια διοίκηση και εφαρμογή εργατικού ελέγχου, πολυδιάστατη-ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική ισότιμων σχέσεων με όλες τις χώρες, κά. Πρόκειται για αφετηριακή δέσμη ριζοσπαστικών μέτρων που ανοίγουν το δρόμο στη σοσιαλιστική προοπτική, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις άλλες χώρες της ευρωζώνης και της ΕΕ.

  1. 5.     Πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις

Όλα αυτά προϋποθέτουν έγκαιρη προετοιμασία σε προγραμματικό, πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο, καθώς ψυχολογική προετοιμασία του λαού για συσπείρωση και δράση, ώστε να μη βρεθούμε «απροετοίμαστοι» στους εκβιασμούς της τρόϊκας και των κυρίαρχων ελίτ της ευρωζώνης. Κατά συνέπεια η ανάδειξη αριστερής κυβέρνησης, με σαφές πρόγραμμα και στόχους και συγκεκριμένο σχέδιο ριζοσπαστικών αλλαγών, πρέπει να συνοδεύεται από ανάπτυξη ισχυρού κινήματος Α-Α-Α (αντίστασης-ανατροπής-αλληλεγγύης), καθώς και από μέγιστη δυνατή συσπείρωση και κοινή δράση της Αριστεράς τόσο πριν όσο κυρίως μετά την ανάδειξη της αριστερής κυβέρνησης. Πρόκειται για εξαιρετικής σημασίας ζήτημα που αφορά όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς, προκειμένου να γίνει ανατροπή του Μνημονίου και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Επίσης μεγάλη σημασία έχει ο συντονισμός δράσης με τις άλλες αριστερές δυνάμεις στην Ευρώπη και ιδιαίτερα με τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου.

Γιαυτό θεωρώ ότι εκδηλώσεις σαν τη σημερινή, προωθούν την ιδέα της κοινής δράσης, συμβάλουν στην κατάλληλη πολιτική και ψυχολογική προετοιμασία για τη μεγάλη ανατροπή που έρχεται και για την οποία όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς πρέπει να κάνουν ότι μπορούν προκειμένου να δικαιώσουμε τις θυσίες και τα οράματα των προηγούμενων γενιών και της σημερινής και πολύ περισσότερο της νέας γενιάς, που πασχίζει να ξεφύγει από το σκοτεινό τούνελ της κρίσης, ελπίζοντας σε ένα φωτεινό και ελπιδοφόρο μέλλον.

                                                                   23.4.2013

Email: ytolios@gmail.com   Blog: ytoliosblog.wordpress.com

Κατηγορίες:Uncategorized

Το μέλλον των περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης Γιάννης Τόλιος διδάκτωρ οικονομικών και μέλος ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ

Απρίλιος 26, 2013 Σχολιάστε

Τα τελευταία χρόνια ο ελληνικό λαός βιώνει μέτρα και πολιτικές που τον έχουν φέρει στην εξώπορτα του Άδη. Μεγάλη ευθύνη, εκτός από τις ελληνικές κυβερνήσεις, έχει η ηγετική ελίτ της ευρωζώνης, κυρίως της Γερμανίας, που επιβάλλει τις μνημονιακές πολιτικές της τρόϊκα. Έχει διαφανεί πλέον ότι η ευρωζώνη είναι «προβληματική» όχι μόνο με όρους «λαών και εργαζόμενων», αλλά και με όρους καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Επίσης αναγνωρίζεται ότι ήταν λάθος η συμμετοχής της Ελλάδας στην ΟΝΕ, για την οποία ο ελληνικός λαός ουδέποτε ρωτήθηκε.

Το οικοδόμημα της Ευρωζώνης λόγω αρχιτεκτονικής δεν μεταρρυθμίζεται επ’ ωφελεία των «λαών και εργαζόμενων», αλλά μόνο ανατρέπεται και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορεί να γίνει «ένωση ισότιμης συνεργασίας των ευρωπαϊκών λαών». Η αριστερή εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση, ευθέως αμφισβητεί τα όρια της και η υλοποίηση της οδηγεί σε αποδέσμευση από αυτήν. Η ακύρωση του Μνημονίου, η εφαρμογή «μορατόριουμ» στην εξυπηρέτηση του χρέους, η εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση τραπεζών και έλεγχος ροής κεφαλαίων, η ριζοσπαστική φορολογική μεταρρύθμιση, η παραγωγική ανασυγκρότηση, η ανάκτηση ελέγχου των ΔΕΚΟ και επέκταση σε στρατηγικούς τομείς, η εφαρμογή πολυδιάστατης και ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής με όλες τις χώρες, κά, υπερβαίνουν τα όρια της, γεγονός που επιβάλλει συγκροτημένο σχέδιο αντιμετώπισης των πιέσεων και εμποδίων εφαρμογής της εναλλακτικής πολιτικής.

Η υπέρβαση της ευρωζώνης φέρνει στο προσκήνιο την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η επιστροφή χωρών στο εθνικό νόμισμα θα οδηγήσει σε ανταγωνιστικές υποτιμήσεις με χαμένους τελικά τους εργαζόμενους κάθε χώρας. Πρόκειται για ρηχή θεώρηση διότι δεν κατανοεί ότι οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις δεν διαμορφώνονται αυθαίρετα αλλά βαθύτερα καθορίζονται από την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Αντίθετα η «εσωτερική υποτίμηση» μισθών εντός της ευρωζώνης, οδηγεί σε καταστάσεις «μισθολογικού ντάμπινγκ» μεταξύ εργαζόμενων στις χώρες του ευρώ.!

Από την άλλη η «εσωτερική υποτίμηση» ελάχιστα βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα σε αντίθεση με την «εξωτερική» που αποτελεί ισχυρό αμυντικό όπλο και διευκολύνει (σε συνδυασμό με άλλες πολιτικές) την ανάπτυξη, αύξηση απασχόλησης και εθνικού εισοδήματος. Αυτό γίνεται αντιληπτό με το εξής παράδειγμα. Ένα βιομηχανικό προϊόν των 10 ευρώ, με «εσωτερική υποτίμηση» μισθών 50% η τιμή του μειώνεται στα 9,25 ευρώ (μέσο εργατικό κόστος στη βιομηχανία 15%) και στην ακραία περίπτωση μείωσης μισθών κατά 100% (!), η τιμή του μειώνεται στο 8,5 ευρώ.[i] Αντίθετα με «εξωτερική υποτίμηση» 30% (επιστροφή στο εθνικό νόμισμα) η τιμή του μειώνεται στα 7 ευρώ (στην εγχώρια και εξωτερική αγορά). Άρα γίνεται πιο ανταγωνιστικό με θετικές επιπτώσεις στην παραγωγή, απασχόληση και ΑΕΠ.!

Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα δεν είναι ούτε καταστροφή αλλά ούτε φάρμακο για κάθε νόσο.! Για να φανεί η «κινδυνολογία» ας θυμηθούμε ότι με εθνικό νόμισμα (δραχμή) πορευτήκαμε τις τελευταίες δεκαετίες και δεν βιώσαμε «κόλαση», παρ’ ότι υπήρξε σταθερή διολίσθηση της ισοτιμίας (30 δρχ. =1 δολ. το 1970, 367 δρχ = 1 δολ το 2001 πριν ένταξη στο ευρώ). Αντίθετα με το «σκληρό» ευρώ δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα όχι μόνο στις περιφερειακές οικονομίες αλλά ακόμα και στις ισχυρές πχ. Γαλλία και Ιταλία.!

Με άλλα λόγια το εθνικό νόμισμα μπορεί στα χέρια μιας αριστερής κυβέρνησης, να γίνει σημαντικό εργαλείο προώθησης της εναλλακτικής στρατηγικής προοδευτικής εξόδου από την κρίση. Το κύριο είναι το περιεχόμενο της πολιτικής παρά η μορφή του. Για παράδειγμα ρούβλι είχε η Ρωσία επί τσάρου, ρούβλι επί Σοβιετικής Ένωσης, ρούβλι σήμερα επί Πούτιν. Όμως οι πολιτικές σε κάθε ιστορική περίοδο ήταν διαφορετικές.!!

Παρά τις όποιες δυσκολίες προκύψουν την πρώτη περίοδο επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, το συγκεκριμένο σχέδιο είναι ασύγκριτα καλύτερο από την επιλογή της παραμονής «πάση θυσία» στο ευρώ που ακολουθεί η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Με τις δεσμεύσεις του Μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων, οι  πολιτικές λιτότητας θα συνεχιστούν τουλάχιστον ως το 2022, χωρίς να υπάρχει βεβαιότητα ότι το χρέος θα καταστεί «βιώσιμο» (εξοφλήσιμο), ούτε ότι ο ελληνικό λαός …θα επιβιώσει.! Ωστόσο εκτός από το καθαρά οικονομικό-κοινωνικό κόστος, το πιο σημαντικό είναι η απώλεια της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας (τις τύχες της χώρας θα διαφεντεύει η τρόϊκα). Κατά συνέπεια με απαγκίστρωση από την ευρωζώνη επιτυγχάνεται η ανάκτηση των μοχλών οικονομικής πολιτικής μαζί και το δικαίωμα «αποφασίζειν» του ελληνικού λαού, αντί μετατροπή της Ελλάδας σε «μεταμοντέρνο» γερμανικό φέουδο.!

Για να γίνουν όλα αυτά απαιτούν αριστερή κυβέρνηση  και πριν απ’ όλα ανάπτυξη ισχυρού κινήματος αντίστασης, αλληλεγγύης, ανατροπής, καθώς ευρύτερη συσπείρωση των αριστερών δυνάμεων στην Ελλάδα, με αναβάθμιση της κοινής δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για ένα βιώσιμο και ελπιδοφόρο μέλλον.

 

Email: ytolios@gmail.com   Blog: ytoliosblog.wordpress.com

 


[i]. Στην προσπάθεια σύμπτυξης του κειμένου από το συγγραφέα, στο άρθρο της «Εφημερίδας των Συντακτών» (23.4.13), γράφτηκε από παραδρομή ότι η μείωση μισθών κατά 50% θα μειώσει την τιμή του προϊόντος στα 8,5 ευρώ αντί στα 9,25 ευρώ που είναι το σωστό (σ.σ.).!

Κατηγορίες:Uncategorized

Γιώργος Κατρούγκαλος: «Η Κρίση και η Διέξοδος» (εκδ. «Α.Α.Λιβάνη», Αθήνα 2012, σελ.399) Βιβλιοπαρουσίαση Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ οικονομικών επιστημών-ερευνητής

Απρίλιος 26, 2013 Σχολιάστε

Η δημοσίευση του βιβλίου του συνταγματολόγου Γ.Κατρούγκαλου, με θέμα: «Η κρίση και η διέξοδος» έρχεται σε μια επίκαιρη στιγμή. Οι συνέπειες των πολιτικών του Μνημονίου και ο «φαύλος κύκλος» λιτότητας-ύφεσης-ανεργίας-μείωσης εθνικού εισοδήματος-εξαθλίωσης του ελληνικού λαού και λαφυραγώγησης της δημόσιας περιουσίας, οδηγούν την ελληνική κοινωνία βήμα-βήμα στην εξώπορτα το Άδη.! Η ανατροπή της συγκεκριμένης πολιτικής και η προοδευτική διέξοδος από την κρίση, αποτελεί κεντρικό ζήτημα για τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Σε αυτήν την απαίτηση το βιβλίο του Γ.Κατρούγκαλου αποτελεί πραγματική συμβολή.

Ειδικότερα στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου αναλύονται τα κυριότερα χαρακτηριστικά της σύγχρονη κρίσης και ειδικότερα της κρίσης του αστικού πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, με τις ειδικότερες εκφάνσεις της σε επίπεδο νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας (ρόλος και λειτουργία της Βουλής, πολιτικές και πρακτικές των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών, δικαιϊκό σύστημα και απονομή δικαιοσύνης), καθώς και το ευρύτερο πλέγμα πολιτικών-κοινωνικών σχέσεων, όπως το κομματικό σύστημα, τα φαινόμενα διαφθοράς και διαπλοκής,  οι «χρόνιες ασθένειες» της δημόσιας διοίκησης κά. Ιδιαίτερη προσοχή δίνει το βιβλίο στην ανάλυση του «οικονομικού συντάγματος» του νεοφιλελευθερισμού, που με σημαία την «ελευθερία των αγορών οδηγεί σταθερά στην αποδόμηση του «κοινωνικού κράτους» και των «εργασιακών σχέσεων», με στόχο την αναδιανομή του εισοδήματος και πλούτου σε όφελος των κυρίαρχων ελίτ και δη της «χρηματιστικής ελίτ», σε βάρος των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων.

Η συγκεκριμένη αποδόμηση ενισχύεται από τις υπερεθνικές ρυθμίσεις της ΕΕ και ειδικότερα της ρυθμίσεις της ευρωζώνης. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στη σελ. 209, «η επιρροή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επιτάσσει μια αλλαγή του παραδείγματος στη σχέση αγοράς, κράτους και κοινωνικής πολιτικής, η οποία μεταμορφώνει ριζικά τη φυσιογνωμία των εθνικών κρατών πρόνοιας, επιβάλλοντας ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπεται από τους κανόνες του ανταγωνισμού και όχι τους κανόνες της αλληλεγγύης». Η συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού ως μοναδικής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής που επιβλήθηκε με τη Συνθήκη του Μαάστριχτ, επιχειρείται να συμπληρωθεί με την γερμανικής έμπνευσης ρήτρα του δημοσιονομικού κανόνα που ενσωματώνεται στο νέο οικονομικό Σύμφωνο Σταθερότητας και στις ρυθμίσεις των άλλων πυλώνων στήριξης της ΟΝΕ (Σύμφωνο για το Ευρώ, Μηχανισμός Στήριξης, Δημοσιονομικό Σύμφωνο, κά).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου αναλύονται οι επιλογές και οι συνέπειες των πολιτικών του Μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων. Η κατάργηση ή αποδυνάμωση, των συνταγματικά κατοχυρωμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, πρώτα απ’ όλα στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, με την εφαρμογή του Μνημονίου έχουν πάρει ακραίες εκφράσεις, οδηγώντας τον ελληνικό λαό αλλά και τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς που έχουν μπει στο «Μηχανισμό Στήριξης», σε καταστάσεις «κοινωνικού …..μεσαίωνα».!

Οι κυρίαρχες ελίτ στην Ελλάδα με τις οδηγίες της τρόϊκα και επικεφαλής τη σημερινή κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, επιχειρούν να εμφανίσουν τις συγκεκριμένες επιλογές ως «μονόδρομο», για να τις «νομιμοποιήσουν» ηθικά επικαλούμενες την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους. Ωστόσο στην πράξη ούτε η βιωσιμότητα του χρέους εξασφαλίζεται (ακόμα κι αν εφαρμοστεί πλήρως το Μνημόνιο το χρέος το 2022 θα είναι πάνω από 120% του ΑΕΠ…. θεωρητικό όριο βιωσιμότητας του), ούτε η έξοδος της οικονομίας από την κρίση επιτυγχάνεται, ενώ σταθερά ο ελληνικός λαός βυθίζονται στη φτοχωποίηση και την κοινωνική περιθωριοποίηση. Οι συγκεκριμένες πολιτικές εξυπηρετούν μόνο τους πιστωτές και ως έχουν στόχο τη «δήμευση του ελληνικού λαού», τόσο με τη λεηλασία των λαϊκών εισοδημάτων όσο και με αρπαγή της δημόσιας περιουσίας. Στην πράξη η ελληνική κυβέρνηση παίζει το ρόλο «δικαστικού επιμελητή» και η «τρόϊκα» αστυνομικού επόπτη στη διαδικασία δήμευσης.!

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή του βιβλίου στην απόδειξη της αντισυνταγματικότητας του Μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων. Όπως επισημαίνει το συγγραφέας, το Μνημόνιο δεν αποτελεί διεθνή σύμβαση ούτε οι δανειακές συμβάσεις διότι δεν εισήχθησαν για τελική επικύρωση στη Βουλή παρ’ ότι συζητήθηκαν και ψηφίστηκαν. Επίσης δεν έχουν υπερνομοθετική ισχύ, διότι η ΕΕ δεν έχει δικαίωμα να νομοθετεί πέρα από τις αρμοδιότητες που τις έχουν παραχωρήσει τα κράτη μέλη με τις συνθήκες. «Τα οριζόμενα από το Μνημόνιο μέτρα που επεκτείνονται σε τομείς αποκλειστικής αρμοδιότητας των κρατών-μελών, όπως η φορολογία, η κοινωνική ασφάλιση, υγεία, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση κά, βρίσκονται εκτός του ρυθμιστικού πεδίου των Συνθηκών και εκτός ορίων αρμοδιοτήτων της ΕΕ» (σελ.272) Από την άλλη αυτές καθ’ αυτές οι ρυθμίσεις του Μνημονίου είναι αντισυνταγματικές διότι βρίσκονται σε ουσιαστική αντίθεση με θεμελιώσεις συνταγματικές αρχές (ισότητα στα δημόσια βάρη, αρχή της αναλογικότητας) και τα συνταγματικά κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα.

Κατά συνέπεια το Μνημόνιο όχι μόνο δεν αποτελεί μονόδρομο από οικονομική άποψη, αλλά ούτε έχει τη συνταγματική νομιμοποίηση, ούτε φυσικά και τη λαϊκή αποδοχή. Σε κάθε περίπτωση η εναλλακτική πολιτική θα πρέπει να έχει αφετηρία το συμφέρον της κοινωνίας. Μια τέτοια πολιτική συνεπάγεται κατάργηση των Μνημονίων, των εφαρμοστικών νόμων και των δανειακών συμβάσεων και αναδιαπραγμάτευση του χρέους με στόχο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους, αξιοποιώντας ως μοχλό πίεσης τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου. Δηλ. την «κατάσταση ανάγκης» (state of necessity) και την έννοια του «απεχθούς χρέους» (odious debt). Ασφαλώς δεν αρκεί μόνο η νομική θεώρηση του θέματος, αλλά χρειάζεται συνυπολογισμός της οικονομικής και πολιτικής διάστασης. Όπως τεκμηριωμένα δείχνει ο συγγραφέας (σελ.282), «όλοι οι μνημονιακοί νόμοι μπορούν να καταργηθούν με μεταγενέστερο νόμο με απλή πλειοψηφία, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταγγελία οποιασδήποτε σύμβασης».! Η εναλλακτική πολιτική έχει ως κέντρο βάρους τη σωτηρία του ελληνικού λαού. Salus populi suprema lex esto.! Η αμφισβήτηση των πολιτικών της ευρωζώνης και των δεσμεύσεων στην εθνική και λαϊκή κυριαρχία, αποτελούν την αφετηρία μιας ελπιδοφόρας προοπτικής. Άλλο πράγμα η «κοινότητα» λαών και εργαζόμενων και άλλο πράγμα το νεοφιλελεύθερο «κολαστήριο» λαών και εργαζόμενων.!

Ωστόσο η αμφισβήτηση του γερμανικού «στρατοπέδου» της ευρωζώνης και η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα δεν λύνει από μόνο του το πρόβλημα. Η συναλλαγματική πολιτική αποτελεί σημαντικό μοχλό ρύθμισης της οικονομίας αλλά έχει κατά κανόνα αμυντικό χαρακτήρα. Χρειάζεται μια συνολικότερη εναλλακτική πολιτική, που δεν είναι η στιγμή να αναφερθούμε αναλυτικά. Επισημαίνουμε μόνο ότι στο κέντρο βάρους μιας τέτοιας πολιτικής πρέπει να είναι παραγωγική ανασυγκρότηση με στόχο την ανάπτυξη-απασχόληση-αναδιανομή, ο δημόσιος έλεγχος του τραπεζικού συστήματος, η προστασία των θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων, η διασφάλιση των «δημοσίων αγαθών» υγείας-παιδείας-πρόνοιας σε όλους τους πολίτες, κά. Η προώθηση μιας τέτοιας πολιτικής προοδευτικής εξόδου από την κρίση, ανοίγει ελπιδοφόρους δρόμους προς το «ιστορικά αναγκαίο» που θάλεγε και ο Χέγκελ. Δηλαδή την υπέρβαση του σημερινού και γερασμένου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης με κατεύθυνση το σοσιαλισμό.

Τέλος όσον αφορά από πλευράς μεθοδολογίας, το βιβλίο έχει την αρετή ότι συνδυάζει την επιστημονική τεκμηρίωση με τον εκλαϊκευμένο τρόπο γραφής, ένα προτέρημα που δεν είναι καθόλου αυτονόητο για τους γράφοντες. Επίσης εντυπωσιάζει επίσης ο αριθμός των βιβλιογραφικών αναφορών στο κείμενο, που δείχνει το ιδιαίτερο ερευνητικό μόχθο του συγγραφέα.! Επίσης από τα πλεονεκτήματα του βιβλίου είναι η σύνδεση της ανάλυσης των σχέσεων «οικονομικής βάσης» και «πολιτικού-νομικού εποικοδομήματος», αυτό που συνήθως εννοούμε σχέσεις «οικονομίας και πολιτικής», η οποία εξασφαλίζει ολοκληρωμένη θεώρηση του προβλήματος της κρίσης και των απαιτήσεων αντιμετώπισης της. Συμπερασματικά πρόκειται για ένα βιβλίο που «ενημερώνει», «εξοπλίζει» και «σηματοδοτεί», γιαυτό και αξίζει να διαβαστεί.

 

 

Email: ytolios@gmail.com   Blog: ytoliosblog.wordpress.com

Κατηγορίες:Uncategorized