Αρχείο

Archive for Οκτώβριος 2013

«Κόκκινα δάνεια»: Θηλιά στο λαιμό λαϊκών νοικοκυριών και μικροεπιχειρήσεων

Οκτώβριος 22, 2013 Σχολιάστε

Γιάννης Τόλιος
διδάκτωρ οικονομικών, μέλος ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ
Τα οικονομικά και κοινωνία αδιέξοδα που έχουν δημιουργήσει στον ελληνικό λαό τα μέτρα του «Μνημονίου», έχουν οδηγήσει στη διόγκωση των «κόκκινων δανείων» («επισφαλή» ή «μη εξυπηρετούμενα δάνεια»). Πρόκειται για στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια, που οι δανειολήπτες αδυνατούν να εξοφλήσουν με αποτέλεσμα τον κίνδυνο πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας. Παρ’ ότι τα «κόκκινα δάνεια» δεν αποτελούν καινούργιο φαινόμενο, η σταθερή διόγκωση τους έχει άμεση σχέση με την κρίση και τις μνημονιακές πολιτικές που εντείνουν τη ύφεση, την ανεργία, την μείωση εισοδήματος και την αδυναμία εξόφλησης.
Μέγεθος και εξέλιξη των «κόκκινων δανείων»
Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας Ελλάδος, στο τέλος Αυγούστου ’13, το υπόλοιπο των πάσης φύσεως δανείων από το τραπεζικό σύστημα προς τον ιδιωτικό τομέα, ανέρχονταν σε 221 δις €, από τα οποία 105 δις ήταν προς επιχειρήσεις (κυρίως μεγάλες που απολαμβάνουν συνήθως ευνοϊκούς όρους), 101 δις προς νοικοκυριά (στεγαστικά 72 και καταναλωτικά 29), 13 δις προς επαγγελματίες-αγρότες-ατομικές επιχειρήσεις, κά. Από το σύνολο των δανείων 29% ήταν στην κατηγορία των λεγόμενων «κόκκινων δανείων» (καθυστέρηση καταβολής δόσεων πάνω από τρίμηνο), που η αξία τους έφθανε 68 δις €. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το 2012 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν στο 19%, το 2011 στο 16%, το 2010 στο 10,4%, το 2009 στο 7,7%, το 2008 στο 5%, το 2007 στο 4,5%, κλπ. Από τα «κόκκινα δάνεια» του 2013, ύψους 68 δις, τα 36 δις αφορούσαν γενικώς επιχειρηματικά δάνεια, τα 20 δις στεγαστικά και 12 δις καταναλωτικά μαζί και πιστωτικές κάρτες. Όσον αφορά των αριθμό των δανειοληπτών με «κόκκινα δάνεια», υπερβαίνει τα 1.300.000 άτομα (250.000 στεγαστικά, 500.000 καταναλωτικά, 450.000 πιστωτικές κάρτες και 100.000 επιχειρηματικά), πράγμα που δείχνει την έκταση του κοινωνικού προβλήματος.
Όσον αφορά τις αιτίες «υπερχρέωσης», έχουν σχέση με τις πολιτικές ανεξέλεγκτης πιστωτικής επέκτασης των τραπεζών (ιδιαίτερα μετά την ένταξη στην ευρωζώνη), κυρίως προς μεγάλες επιχειρήσεις που έκαναν «ανοίγματα» στο εξωτερικό και καταναλωτικών δανείων λόγω υψηλών επιτοκίων. Επίσης μεγάλες ευθύνες έχουν η Τράπεζα Ελλάδος και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για χαλάρωση των πιστωτικών ελέγχων, καθώς οι πολιτικές Μνημονίου που έφερε σε αδυναμία πληρωμής δόσεων από χιλιάδες νοικοκυριά και μικροεπιχειρήσεις.!
Πολιτικές «ρύθμισης» των «κόκκινων δανείων»
Η ψήφιση του «νόμου Κατσέλη» δεν είχε ουσιαστικά αποτελέσματα. Για την αποτυχία του, τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τη Γ.Γ. Καταναλωτή, ως το 2012 γύρω στα 40.000 νοικοκυριά είχαν καταθέσει αίτηση «εξωδικαστικού συμβιβασμού» αλλά πολύ λίγες είχαν θετικό αποτέλεσμα (στο διάστημα Σεπτέμβρης’10 ως Σεπτέμβρης’12, υποβλήθηκαν από το «Συνήγορο του Καταναλωτή» 22.200 αιτήσεις και θετική έκβαση είχαν μόλις…5).! Επίσης από τις 25-27.000 αιτήσεις «δικαστικού συμβιβασμού» συζητήθηκαν γύρω στο 10% και από αυτές οι μισές έχουν απορριφθεί. Να σημειωθεί ότι το σύνολο των «επισφαλών απαιτήσεων» που οι τράπεζες διέγραψαν από το 2009, ανέρχονται 4 δις και αφορούν κυρίως επιχειρηματικά και καταναλωτικά, ενώ για τα στεγαστικά υπάρχει ελπίδα ….κατασχέσεων.!
Η διόγκωση των «κόκκινων δανείων», ανάγκασε την κυβέρνηση (τέλος Νοέμβρη ‘12) σε νέες ρυθμίσεις χωρίς να λύνει το πρόβλημα. Οι ρυθμίσεις αφορούν μόνο μισθωτούς, ενώ αποκλείονται οικογένειες που έχουν εισόδημα πάνω από 25.000 το χρόνο. Οι ρυθμίσεις γίνονται σε δάνεια πρώτης κατοικίας ως 180.000 €, ενώ εξαιρούνται καταναλωτικά και πιστωτικές κάρτες (δεν έχουν υποθήκες). Όσοι πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις μπορούν να λάβουν 4 χρόνια περίοδο χάριτος (σταμάτημα καταβολής δόσεων) με καταβολή όμως επιτοκίου 1,5%, το οποίο σε μηνιαία βάση δεν πρέπει να ξεπερνάει 30% του εισοδήματος. Για όσους δεν έχουν καθόλου εισοδήματα γίνεται προσωρινό πάγωμα δόσεων. Μετά τα 4 χρόνια η εξόφληση συνεχίζεται αφού θα έχουν πληρωθεί επί πλέον τόκοι.! Τέλος με την κατάργηση του ΟΕΚ και συρρίκνωσης του «Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων» (κατάργηση τραπεζικών εργασιών και «στεγαστικής πίστης»), παύουν να λειτουργούν δύο δημόσιοι φορείς χρηματοδότησης «λαϊκής στέγης» προς εργαζόμενους του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Η αναβολή πλειστηριασμών ισχύει ως τις 31.12.2013, ενώ από την 1.1.2014 προβλέπεται απελευθέρωση, κάνοντας εφιαλτική την προοπτική για εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες.
Εναλλακτική στρατηγική με φιλοσοφία «Σεισάχθειας»
Η αντιμετώπιση των «κόκκινων δανείων» δεν μπορεί να γίνει με «οριζόντιο» τρόπο, αλλά με διαφοροποιημένη μεταχείριση και φιλοσοφία «Σεισάχθειας» (πολιτική διαγραφής χρεών επί Σόλωνα στην αρχαία Αθήνα). Ειδικότερα θα πρέπει να θεσπισθεί προστασία της πρώτης κατοικίας με απαγόρευση πλειστηριασμών σε εργαζόμενους και συνταξιούχους, καθώς σε μικροεπιχειρηματίες, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες. Αν μετά από έρευνα αποδειχτεί ότι ορισμένοι έχουν δυνατότητα πληρωμής και δεν πληρώνουν, να τους κατάσχονται άλλες κινητές και ακίνητες αξίες με επιτόκιο υπερημερίας. Αντίθετα θα πρέπει να γίνει διαγραφή των «κόκκινων στεγαστικών» (προς τράπεζες και Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) για όσους έχουν ατομικό ή οικογενειακό εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας (7.200 € ατομικό, ή 15.100 € για τετραμελή οικογένεια). Επίσης να γίνει μερική διαγραφή για όσους έχουν υποστεί ονομαστική μείωση εισοδήματος (οι μηνιαίες δόσεις να μην ξεπερνούν το 30% του μηνιαίου ατομικού ή του οικογενειακού εισοδήματος και διαγραφή του υπόλοιπου 70% της ετήσιας δόσης). Επίσης μείωση επιτοκίων στα καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, καθώς στα όρια υπερανάληψης. Πάγωμα διαδικασιών αναγκαστικής είσπραξης ή εκτέλεσης απαιτήσεων με την κατάθεση αίτησης ρύθμισης. Θέσπιση αναγκαστικών κανόνων για τις τράπεζες ώστε οι δανειολήπτες να μην εξαρτώνται από χρονοβόρες και πολυδάπανες δικαστικές διαδικασίες. Αναπροσαρμογή της αξίας των ενυπόθηκων δανείων ώστε να αντιστοιχούν στην τρέχουσα αξία του ακινήτου. Καθιέρωση της ευθύνης του δανειολήπτη μέχρι το ύψος της συγκεκριμένης αξίας ακινήτου, κατάργηση των εισπρακτικών εταιριών, κά.
Όσον αφορά την κάλυψη του κόστους διαγραφής, αυτή να γίνει από το ειδικό αποθεματικό των τραπεζών (5 δις) και από τα υπόλοιπα των κεφαλαίων ανακεφαλαιοποίησης (8 δις) που έχει το Ταμείο Χ/Π- Σταθερότητας. Ωστόσο η γενικότερη αντιμετώπιση των «κόκκινων δανείων» απαιτεί ριζοσπαστικές τομές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών και αλλαγή λειτουργίας τους με αναπτυξιακά και κοινωνικά κριτήρια. Μια τέτοια πολιτική θα συμβάλλει στη γενικότερη ανάκαμψη της οικονομίας, στην αύξηση του ΑΕΠ και των εσόδων του κράτους μαζί και των δυνατοτήτων στήριξης προγραμμάτων λαϊκής στέγης, μέτρων κοινωνικής πολιτικής, κά. Αυτό βέβαια προϋποθέτει κατάργηση του Μνημονίου και ριζική στροφή στην ασκούμενη οικονομική πολιτική.

Email: ytolios@gmail.com Blog: ytoliosblog.wordpress.com

Advertisements
Κατηγορίες:Uncategorized

Οι νεοφιλελεύθεροι «πυλώνες» δεν σώζουν την ευρωζώνη!

Οκτώβριος 18, 2013 Σχολιάστε

Ημερομηνία: 14/10/2013 23:07, Left.gr
Του Γιάννη Τόλιου

Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008, συγκλόνισε μεταξύ άλλων και το οικοδόμημα της «Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης» (ΟΝΕ), που από τις αρχές 2000 είχε δημιουργήσει το ευρώ. Οι κυρίαρχες ελίτ της ευρωζώνης, διατηρώντας αλώβητη τη νεοφιλελεύθερη «ψυχή» της ΟΝΕ, επιχείρησαν με διάφορες ρυθμίσεις να αμβλύνουν τις συνέπειες της κρίσης και την αποφυγή κατάρρευσης του ενιαίου νομίσματος, με μέτρα λιτότητας και νεοφιλελεύθερης έμπνευσης νέων μηχανισμών στήριξής της.
1. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεν δίνουν βιώσιμη προοπτική
Ωστόσο τα μέτρα που ελήφθησαν τα τρία τελευταία χρόνια, στα πλαίσια της λεγόμενης «οικονομικής διακυβέρνησης», οδήγησαν σε οικοδόμηση νέων «πυλώνων» στήριξης της ΟΝΕ («Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης» και συνακόλουθα Μνημόνια, Σύμφωνο Ευρώ+, Δημοσιονομικό Σύμφωνο, Εξάμηνα οικονομικού συντονισμού κά). Ιδιαίτερα στα πλαίσια του «μηχανισμού στήριξης», οι χώρες που εντάσσονται τίθενται σε διαδικασίες «ελεγχόμενης πτώχευσης» με απώλεια εθνικής κυριαρχίας και εκχώρηση των αποφάσεων οικονομικής πολιτικής στο Eurogroup.! Επίσης με το «Σύμφωνο για το Ευρώ+»., επέρχεται μεγαλύτερη ελαστικοποιήση των εργασιακών σχέσεων, αύξησης ορίων συνταξιοδότησης σύμφωνα με τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και προσδόκιμου ορίου ζωής, συνταγματική δέσμευση για τα όρια ελλειμμάτων και χρέους, κ.ά.
Επί πλέον στα πλαίσια του «Δημοσιονομικού Συμφώνου» προβλέπεται \ οι προϋπολογισμοί των κρατών-μελών να είναι ισοσκελισμένοι και το ετήσιο «διαρθρωτικό έλλειμμα» δεν πρέπει ξεπερνά 0,5% του ονομαστικού ΑΕΠ. Σε περίπτωση υπέρβασης η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμα ύψους 0,2% του ΑΕΠ, ενώ οι χώρες με χρέος πάνω από 60% του ΑΕΠ, δεσμεύονται στη μείωση του κατά 1/20 το χρόνο (δηλ. κατά 5%). Επίσης τίθενται σε εφαρμογή νέοι κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας με παρακολούθηση, αξιολόγηση και αλλαγή προσχεδίων προϋπολογισμού των χωρών και στενή δημοσιονομική εποπτεία. Προβλέπεται επίσης καθιέρωση εξάμηνων συνόδων των κρατών της ευρωζώνης, όπου θα λαμβάνονται οι σημαντικότερες αποφάσεις, κά.
Όλα τα παραπάνω αποπνέουν, ιδιαίτερα για τις αδύναμες οικονομίες, κανόνες «στρατοπέδου συγκέντρωσης» και μια νοοτροπία αντιμετώπισης οικονομικών προβλημάτων με «διατάγματα», αντί επιλογών οικονομικής πολιτικής. Η αυστηρότητα και αυταρχικότητα του νέου πλαισίου, δεν μπορεί να λύσει κανένα πρόβλημα της ευρωζώνης, ούτε του χρέους, ούτε της ανάπτυξης, ούτε της απασχόλησης, ούτε της ασυδοσίας των αγορών, ενώ αντίθετα στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, το ρολόι της ιστορίας γυρίζει στο 19ου αιώνα. Το νέο πλαίσιο δεν επιλύει τη βαθιά εσωτερική αντίφαση της ευρωζώνης, ανάμεσα στο μόνιμο «κλείδωμα» της ισοτιμίας νομισμάτων χωρών με διαφορετικό επίπεδο ανταγωνιστικότητας, η οποία λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής «πλεονασμάτων» για τις ισχυρές χώρες και «ελλειμμάτων» για τις αδύναμες. Έκφραση της αντίφασης είναι σε περίπτωση επιστροφής στα εθνικά νομίσματα, το γερμανικό νόμισμα θα ανατιμάτο κατά 22%, ενώ αντίθετα το πορτογαλικό θα υποτιμάτο κατά -25%, το ελληνικό -19%, το ισπανικό -15% και το γαλλικό -12%.! Όμως το «σκληρό» νόμισμα λειτουργεί ως βρόγχος για τις αδύναμες οικονομίες και μια από τις βασικές αιτίες παραγωγικής παρακμής και εξαθλίωσης των λαών.!
2. Εναλλακτική πολιτική με όρους λαών και εργαζόμενων
Όλα αυτά φέρνουν στο προσκήνιο την ανάγκη ριζικής στροφής στην πολιτική της «ευρωζώνης» και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Οι βασικοί άξονες θα έχουν ως αφετηρία την κατάργηση του Σύμφωνου Σταθερότητας και δημιουργία ενός Σύμφωνου Ανάπτυξης και Απασχόλησης, εξασφάλιση ευνοϊκής χρηματοδότησης των χωρών-μελών από την ΕΚΤ με χαμηλότοκο δανεισμό, κοινή φορολογική και βιομηχανική πολιτική, βαθμιαία εξίσωση των κατώτατων μισθών και κοινωνικών παροχών, αύξηση προϋπολογισμού της ΕΕ στο 5% ΑΕΠ για στήριξη περιφερειακής ανάπτυξης, προώθηση οικονομικής σύγκλισης μεταξύ χωρών, απεξάρτηση θεσμικών οργάνων της ΕΕ από τα επιχειρηματικά lobbies, ρύθμιση «αγορών», αυστηρή πολιτική ανταγωνισμού, έλεγχος της δράσης των καρτέλ, κά. Τέλος χρειάζονται κοινοί άξονες μακρο-οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής, με κατεύθυνση τη βιώσιμη ανάπτυξη, την πλήρη απασχόληση, τη δικαιότερη κατανομή του πλούτου, διαγραφή του χρέους των χωρών με «ευθανασία των ραντιέ», απόρριψη κάθε ιδέας «κατεδάφισης» κοινωνικών δικαιωμάτων, ανάπτυξη ισότιμων σχέσεων με τρίτες χώρες, κ.ά.
Ωστόσο το κρίσιμο ερώτημα είναι πως θα γίνουν όλα αυτά; Σχηματικά διαφαίνονται τρία σενάρια. Το πρώτο συνδέεται με την προώθηση του συντονισμού δράσης, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, όλων των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων σε όλες τις χώρες και επαναθεμελίωση της ευρωζώνης και της ΕΕ με όρους «λαών και εργαζόμενων». Ωστόσο δεν φαίνεται ιδιαίτερα ρεαλιστικό διότι η «ασύμμετρη» ανάπτυξη του κινήματος μεταξύ χωρών, κάνει πολύ μικρή την πιθανότητα της ταυτόχρονης κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας από τις αριστερές δυνάμεις σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης. Το δεύτερο σενάριο που πρότεινε ο Όσκαρ Λαφοντέν (ηγετικό στέλεχος του αριστερού κόμματος De Linke Γερμανίας), είναι «συντεταγμένη» επιστροφή όλων των χωρών στα εθνικά τους νομίσματα με καθορισμό ελεγχόμενων νομισματικών ισοτιμιών στα πλαίσια του «Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος». Πρόκειται για σενάριο που επιλύει την εσωτερική αντίφαση της ΟΝΕ αλλά προϋποθέτει την αποδοχή από τις κυρίαρχες ελίτ της ευρωζώνης και κυρίως της Γερμανίας. Το τρίτο σενάριο συνδέεται με την προώθηση ριζοσπαστικών μετασχηματισμών στις χώρες που είναι ώριμες οι συνθήκες (μία, δύο, τρεις ή περισσότερες), ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και αποδέσμευση από την ευρωζώνη, γεγονός που θα επιταχύνει τις πολιτικές αλλαγές και σε άλλες χώρες. Το συγκεκριμένο σενάριο παρά τις δυσκολίες είναι πιο ρεαλιστικό σε σχέση με τα προηγούμενα.
Παρ’ ότι μια «Ενωμένη Ευρώπη» με νεοφιλελεύθερα υλικά ίσως μπορεί πραγματοποιηθεί, θα πρόκειται για Ένωση σε «αντιδραστική κατεύθυνση» χωρίς καμιά σχέση με το όραμα της Ευρώπης των λαών και των εργαζόμενων. Η λύση για τη μεγάλη πλειοψηφία των λαών της ΕΕ βρίσκεται στην ανατροπή του ταξικού οικοδομήματος της ευρωζώνης, η οποία ανεξάρτητα από τον τρόπο που θα γίνει, θα πρόκειται για «ριζοσπαστική ανατροπή» και σε κάθε περίπτωση για εξουσία των λαών της Ευρώπης και όχι των πολυεθνικών. Για τους λαούς και τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα των χωρών της περιφέρειας, η ανατροπή της πολιτικής των Μνημονίων, διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, αύξησης απασχόλησης, παραγωγικής ανασυγκρότησης, κά αποτελεί ζήτημα επιβίωσης, ενώ παράλληλα σηματοδοτούν την αντικειμενική αναγκαιότητα μιας νέας πορείας των χωρών με ορίζοντα το σοσιαλισμό. Οι πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις είναι η ανάδειξη κυβερνήσεων ριζοσπαστικών-αριστερών δυνάμεων, ξεκινώντας από τις χώρες που υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες, διευκολύνοντας την ωρίμανση και στις άλλες. Αναγκαίο «όχημα» για προώθηση του στόχου, η ανάπτυξη ρωμαλέου και πολύμορφου κινήματος «αντίστασης-ανατροπής-αλληλεγγύης» κατά του Μνημονίου και της ευρωζώνης σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο.

* Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ οικονομικών

Κατηγορίες:Uncategorized

Σεμινάρια Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας: Σεμινάριο Δεύτερο

Οκτώβριος 12, 2013 Σχολιάστε

Μαρξιστικός Χώρος Μελέτης και Έρευνας» (ΜΑΧΩΜΕ)
Σεμινάρια Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας
Σεμινάριο Δεύτερο:

Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ οικονομικών

Α: Παραγωγή Υπεραξίας και διαδικασίες κατανομής της
Στο προηγούμενο Σεμινάριο εξετάσαμε το νόμο της αξίας και το ρόλο της στην ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής. Aναφερθήκαμε επίσης στις μορφές ανάπτυξης της αξίας κατά τη διαδικασία της ανταλλαγής. Ξεκινώντας από την απλή μορφή, τον αντιπραγματισμό (ανταλλαγή εμπορευμάτων μεταξύ τους), η αξία περνάει στη γενική μορφή (χρησιμοποίηση ενός εμπορεύματος στο ρόλο του «γενικού ισοδύναμου» στην ανταλλαγή) και τελικά στη χρηματική μορφή όπου το ρόλο του «γενικού ισοδύναμου» τον παίζει το χρήμα.

1. Λειτουργίες χρήματος και νόμος κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος
Η ουσία του χρήματος ως «γενικού ισοδύναμου» εκδηλώνεται στις λειτουργίες του, που εκφράζουν σχέσεις μεταξύ εμπορευματοπαραγωγών στη διαδικασία ανταλλαγής εμπορευμάτων. Οι λειτουργίες αυτές είναι πέντε: μέτρο αξίας, μέσο κυκλοφορίας, μέσο θησαυρισμού, μέσο πληρωμής και παγκόσμιο χρήμα. Σαν μέτρο αξίας το χρήμα χρησιμεύει για την έκφραση της αξίας όλων των εμπορευμάτων με τη μορφή ορισμένων ποσοτήτων έναντι του «γενικού ισοδύναμου» (πχ. του χρυσού, που λόγω των ιδιαίτερων φυσικο-χημικών ιδιοτήτων του αναδείχτηκε ιστορικά ως το καλύτερο εμπόρευμα στο ρόλο του «γενικού ισοδύναμου»). Οι τιμές των εμπορευμάτων εξαρτώνται κατά πρώτο λόγο από την αξία των ίδιων των εμπορευμάτων και δεύτερο από την αξία του «γενικού ισοδύναμου» (χρυσού). Με δοσμένη την αξία του χρυσού οι τιμές των εμπορευμάτων αλλάζουν κατά τρόπο ευθέως ανάλογο με τη δική τους αξία, ενώ με την αυξομείωση της αξίας του χρυσού, οι τιμές αυξάνονται ή μειώνονται σε αντίστροφη κατεύθυνση με την αξία του.
Η λειτουργία του χρήματος ως μέτρου αξίας συνδέεται με τη διαδικασία της ανταλλαγής όπου το χρήμα παίζει το ρόλο του μέσου κυκλοφορίας. Η διαδικασία της ανταλλαγής συντελείται σύμφωνα με τον τύπο Ε-Χ-Ε, με το χρήμα στο ρόλο του ενδιάμεσου στην ανταλλαγή. Με την εμπορευματική κυκλοφορία συντελείται ο διαχωρισμός των αγοραστών και των πωλητών, ενώ αποκαλύπτεται καθαρά η διαφορά ανάμεσα στην κίνηση της αξίας και την κίνηση της αξίας χρήσης. Η πρακτική πείρα έδειξε ότι ήταν προτιμότερη η αντικατάσταση του χρυσού και αργύρου ως μέσου κυκλοφορίας με χάρτινο χρήμα (χαρτονόμισμα) χωρίς εσωτερική αξία, δηλ. ως θεσμοθετημένο «γενικό ισοδύναμο» με αντίκρισμα χρυσού.
Το χρήμα ως μέσο θησαυρισμού (συσσώρευσης), εμφανίζεται όταν οι εμπορευματοπαραγωγοί δεν μετατρέπουν άμεσα το χρήμα από την πώληση εμπορευμάτων σε αγορά άλλων εμπορευμάτων (συνήθως τα καταθέτουν στην τράπεζα για χρησιμοποίηση σε κάποια μελλοντική στιγμή). Η συσσώρευση χρήματος που δεν έχει εσωτερική αξία είναι επισφαλής. Ο πραγματικός θησαυρός είναι ο το χρήμα-χρυσός ή αντικείμενα που έχουν υψηλή αξία και εμπορευσιμότητα (ασήμι).
Στη διαδικασία ανταλλαγής εμπορευμάτων εμφανίζεται και η πώληση χωρίς την άμεση εξόφληση. Μιλάμε για πώληση με πίστωση. Όταν εκπνεύσει η προθεσμία ο χρεώστης πληρώνει στον πιστωτή, ενώ ο πιστωτής του επιστρέφει το χρεωστικό έγγραφο (γραμμάτιο). Σε αυτήν την περίπτωση το χρήμα εκπληρώνει τη λειτουργία του μέσου πληρωμής. Αυτή η λειτουργία παίρνει διάφορες μορφές (πληρωμές μισθών, συντάξεων, ενοίκια, φόροι, κλπ). Εδώ το χρήμα εμφανίζεται ως πρόσκαιρος μεσολαβητής στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, περνώντας από τα χέρια του ενός ιδιοκτήτη στον άλλον με την προϋπόθεση ότι εκπληρώνει και τις τρεις προηγούμενες λειτουργίες, διαφορετικά κανένας δεν θα το έπαιρνε ως μέσο πληρωμής. Σε σύνδεση με τη λειτουργία του χρήματος ως μέσου πληρωμής, εμφανίζεται και λειτουργεί το «πιστωτικό» και «πλαστικό χρήμα» (γραμμάτια, συναλλαγματικές, πιστωτικές κάρτες, κά) που έχουν πάρει μεγάλη ανάπτυξη μεταπολεμικά.
Η ανάπτυξη των εμπορευματικών ανταλλαγών μεταξύ χωρών αποτελεί τη βάση εμφάνισης της λειτουργίας του χρήματος ως «παγκόσμιο χρήμα», τόσο ως «μέσο πληρωμής» όσο και σαν «γενικό ισοδύναμο» πλούτου (χρυσού). Κάθε χώρα έχει ανάγκη ενός αποθέματος χρυσού για τις διεθνείς της ανταλλαγές. Ωστόσο στις σημερινές συνθήκες το ρόλο του συναλλαγματικού αποθέματος παίζουν νομίσματα ισχυρών οικονομιών (κυρίως το δολάριο). Στην περίοδο που είχε αντίκρισμα χρυσού υπήρχαν σχετικά σταθερές σχέσεις στις διεθνείς συναλλαγές, ενώ με την αποδέσμευση του από το χρυσό, δημιουργεί αστάθεια στις διεθνείς συναλλαγές.
Για την πραγματοποίηση της αγοραπωλησίας των εμπορευμάτων χρειάζεται μια ορισμένη ποσότητα χρήματος. Αυτή εξαρτάται από το άθροισμα των τιμών των εμπορευμάτων, από την ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος, από τον όγκο των πωλήσεων με πίστωση, από το ύψος των πληρωμών που γίνονται με συμψηφισμό και από το ύψος των πληρωμών που έφθασε η προθεσμία εξόφλησης τους. Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να ορίσουμε την ποσότητα του χρήματος αναγκαία για την κυκλοφορία σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ως ίση: με το άθροισμα των τιμών των εμπορευμάτων που πωλήθηκαν τοις μετρητοίς, συν το ποσό πληρωμών που έφθασε η προθεσμία εξόφλησης, μείον το άθροισμα των πληρωμών που συμψηφίζονται, διαιρεμένο με την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος. Στην περίπτωση της κυκλοφορίας χαρτονομίσματος, ισχύουν τα παραπάνω αν το χαρτονόμισμα έχει αντίκρισμα χρυσού. Όταν όμως δεν υπάρχει και το κράτος τυπώνει μεγαλύτερη ποσότητα χαρτονομίσματος, τότε έχουμε «πληθωριστικό χρήμα», δηλαδή χρήμα υποτιμημένο που οδηγεί σε αυξήσεις τιμών με συνέπεια τη γενικότερη αστάθεια στην οικονομία.
Γύρω από το χρήμα και τις λειτουργίες του, από τις διάφορες σχολές αστικής σκέψης δίνονται ποικίλες ερμηνείες, που απολυτοποιούν είτε την μια είτε την άλλη λειτουργία του, έχοντας ως βαθύτερη αδυναμία τη λαθεμένη αντίληψη του νόμου της αξίας. Έτσι το ρεύμα των «νομιναλιστών» θεωρούσε αρχικά ότι το χρήμα είναι μόνο σύμβολα αξίας αρνούμενο την εμπορευματική του φύση, ενώ οι «μεταλλιστές» ότι το χρήμα στην έπρεπε να έχει πλήρη αξία (χρυσός). Από την άλλη οι οπαδοί της «ποσοτικής θεωρίας» θεωρούν ότι η αξία του χρήματος εξαρτάται από την ποσότητα βρίσκεται σε κυκλοφορία. Στη βάση των παραπάνω απόψεων, τα σύγχρονα ρεύματα αστικής σκέψης έχουν χωριστεί σε δύο τάσεις, σχετικά με τη «σημασία του χρήματος». Οι κεϋνσιανοί, μετακεϋνσιανοί, θεσμικοί κά, λένε ότι το «χρήμα έχει σημασία» στην οικονομία, ενώ οι νεοκλασικοί, νεοφιλελεύθεροι, κά, ότι «το χρήμα δεν έχει σημασία», αλλά είναι απλώς ένα «πέπλο» που καλύπτει στις ανταλλαγές των εμπορευμάτων, κά.

2. Η μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο
Η εμπορευματική παραγωγή και η εμπορευματική κυκλοφορία (εμπόριο), αποτελούν τις ιστορικές προϋποθέσεις γέννησης του κεφαλαίου, δεδομένου ότι το χρήμα είναι το τελευταίο «προϊόν» της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Μετά από μια ορισμένη ποσότητα συσσωρευμένου χρήματος, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο, δηλ. από διαλεκτική άποψη έχουμε το πέρασμα από την «ποσότητα» στην «ποιότητα».
Ένα κρίσιμο ζήτημα που πρέπει εξ’ αρχής να διευκρινίσουμε είναι η διαφορά μεταξύ χρήματος ως «χρήμα» και χρήματος ως «κεφάλαιο». Όπως είδαμε στην απλή εμπορευματική κυκλοφορία το χρήμα παίζει το ρόλο του μεσάζοντα στην ανταλλαγή ορισμένων «αξιών» (εμπορευμάτων») με άλλες «αξίες». Συγκεκριμένα έχουμε «Εμπόρευμα-Χρήμα-Εμπρόρευμα» (Ε-Χ-Ε). Με άλλα λόγια «πουλάω» ένα εμπόρευμα με συγκεκριμένη αξία χρήσης, για να αγοράσω άλλο εμπόρευμα με άλλη αξία χρήσης με τη μεσολάβηση «χρήματος»
Αντίθετα όταν σημείο αφετηρίας και τερματισμού της πράξης δεν είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα αλλά το ίδιο το χρήμα, δηλαδή έχουμε «Χρήμα-Εμπόρευμα-Χρήμα» (Χ-Ε-Χ’), η κίνηση αυτή εκφράζει τη μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο. Δηλαδή εκφράζει μια άλλη κατάσταση όπου ο εμπορευματοπαραγωγός αγοράζει με το χρήμα «μέσα παραγωγής» (αντικείμενα και μέσα εργασίας) καθώς και «εργατική δύναμη» και μέσα από τη διαδικασία της παραγωγής τα μετατρέπει σε διαφορετικά εμπορεύματα, τα οποία πουλάει στην αγορά και παίρνει περισσότερα χρήματα απ’ ότι αρχικά είχε καταβάλει.
Αξίζει να παρατηρήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στους δύο τύπους.
α) Στο Ε-Χ-Ε, το χρήμα ξοδεύεται οριστικά, ενώ στον τύπο Χ-Ε-Χ’, ο αγοραστής ξοδεύει το χρήμα για να εισπράξει και πάλι χρήμα.
β) Στον πρώτο τύπο το χρήμα αλλάζει δύο φορές θέση (Ε-Χ…Χ-Ε), ενώ στο δεύτερο το εμπόρευμα αλλάζει δύο φορές θέση (Χ-Ε…Ε-Χ’).
γ) Τελικός σκοπός του Ε-Χ-Ε είναι η κατανάλωση αξιών χρήσης, ενώ στο δεύτερο τύπο Χ-Ε-Χ’, είναι η ανταλλακτική αξία.
δ) Από πρώτη ματιά στο δεύτερο τύπο τα δύο άκρα δεν διαφέρουν. Όμως στην πραγματικότητα διαφέρουν κατά πολύ διότι το δεύτερο Χ’=Χ+δχ. Η προσαύξηση του Χ κατά δχ, πάνω από την αρχική του αξία, είναι η ΥΠΕΡΑΞΙΑ.
ε) Η επανάληψη της πώλησης Ε-Χ-Ε με σκοπό την αγορά, έχει όρια και τέλος, διότι σκοπό έχει την ικανοποίηση καταναλωτικών αναγκών, ενώ στην κυκλοφορία του χρήματος ως κεφάλαιο, αποτελεί αυτοσκοπό. Με άλλα λόγια η αξιοποίηση της αξίας πραγματοποιείται μόνο μέσα στα πλαίσια αυτής της διαρκώς επαναλαμβανόμενης κίνησης. Συνειδητός φορέας της κίνησης Χ-Ε-Χ’ είναι ο καπιταλιστής του οποίου υποκειμενικός σκοπός είναι η «αξιοποίηση της αξίας».
στ) Στον τύπο Χ-Ε-Χ’, η αξία περνάει διαδοχικά από τη μορφή «Χρήμα-Εμπόρευμα» και μέσα από τη συνεχή επανάληψη αυτής της διαδικασίας, αυτοαυξάνεται, γίνεται αυτοαυξανόμενο χρήμα και σαν τέτοιο γίνεται κεφάλαιο. Ο τύπος Χ-Ε-Χ’, είναι στην πραγματικότητα ο «γενικός τύπος του κεφαλαίου» και ισχύει τόσο για το εμπορικό, όσο και για το βιομηχανικό και το τοκοφόρο (πιστωτικό) κεφάλαιο.

2. Το μυστικό της υπεραξίας
Ο τύπος Χ-Ε-Χ’, κλείνει όπως είδαμε μέσα του, δύο πράξεις της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Αγορά και Πώληση. Είναι φυσικό να γεννιέται το ερώτημα από πού βγαίνει η υπεραξία και τελικά το κέρδος. Οι «μερκαντιλιστές» (εμποροκράτες), θεωρούσαν ότι το εμπόριο ήταν η σφαίρα προέλευσης τους κέρδους. Όμως μεταξύ δύο συναλλασσομένων που ανταλλάσσουν «αξίες χρήσης» το όφελος είναι αμοιβαίο. Επίσης από την πλευρά της «ανταλλακτικής αξίας» η ανταλλαγή δεν σημαίνει αύξηση της αξίας για κανέναν, διότι η ανταλλαγή γίνεται στη βάση ισοδύναμων αξιών. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι έχουμε το φαινόμενο της άνισης ανταλλαγής, το συνολικό άθροισμα των αξιών παραμένει το ίδιο.
Κατά συνέπεια όσοι προσπάθησαν να πουν ότι πηγή της Υπεραξίας είναι η εμπορευματική κυκλοφορία, έκαναν μια μεγάλη σύγχυση μεταξύ της «αξίας χρήσης» και της «αξίας ανταλλαγής». Η ανταλλαγή δεν δημιουργεί γενικά αξία, άρα ούτε και Υπεραξία. Η πηγή αυτοαύξησης της αξίας δεν μπορεί να προέρχεται από την πράξη Ε-Χ’ αφού εδώ το εμπόρευμα ξαναμετατρέπεται σε χρήμα, ούτε μπορεί να προέρχεται από την πράξη Χ-Ε αφού εδώ προυποτίθεται ισοδύναμη ανταλλαγή. Άρα λοιπόν η πηγή της αυτοαύξησης της αξίας πρέπει να αναζητηθεί στη σφαίρα της παραγωγής.
Για να μπορεί όμως να δημιουργηθεί Υπεραξία στη σφαίρα της παραγωγής, θα πρέπει στην αγορά να υπάρχει ένα τέτοιο εμπόρευμα, που να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα να είναι πηγή αξίας και παράλληλα κατά την κατανάλωση του (δηλ. κατά την κατανάλωση της αξία χρήσης του) να δημιουργεί νέα αξία, άρα και Υπεραξία. Και ένα τέτοιο εμπόρευμα υπάρχει στην αγορά: Πρόκειται για την εργατική δύναμη. Όμως για εμφανιστεί η εργατική δύναμη ως εμπόρευμα χρειάζονται ορισμένες ιστορικές προυποθέσεις.
α) Ο κάτοχος του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» πρέπει να την εξουσιάζει, δηλ. να είναι ιδιοκτήτης και να μπορεί να την πωλήσει στον κάτοχο του χρήματος. Από αυτήν την άποψη ένας δούλος δεν μπορεί να γίνει πωλητής εργατικής δύναμης, γιατί ο ίδιος είναι ιδιοκτησία του δουλοκτήτη.
β) Για να συνεχίζεται αυτή η σχέση της αγοραπωλησίας εργατικής δύναμης, ο κάτοχος της πρέπει να την πουλάει συνεχώς, δηλ. να είναι υποχρεωμένος να την πουλάει.
Με λίγα λόγια στην αγορά θα πρέπει να υπάρχει ο «ελεύθερος εργάτης» (ελεύθερος να πουλάει την εργατική του δύναμη και ταυτόχρονα υποχρεωμένος, αφού δεν διαθέτει άλλους τρόπους απόκτησης των μέσων συντήρησης του).
Η δημιουργία των παραπάνω προυποθέσεων, περικλείει μέσα της όπως λέει ο Μαρξ «μια ολόκληρη ιστορία». Στην ουσία πρόκειται για τους ιστορικούς όρους εμφάνισης του κεφαλαίου.
Το εμπόρευμα «εργατική δύναμη» όπως και κάθε άλλο εμπόρευμα, έχει «αξία» και «αξία χρήσης». Η «αξία» του εμπορεύματος εργατική δύναμη (όπως και κάθε άλλο εμπόρευμα) καθορίζεται από τον «κοινωνικά αναγκαίο χρόνο» για την παραγωγή της, δηλ. την παραγωγή των «μέσων συντήρησης» του «ελεύθερου εργάτη» με την πιο πλατιά έννοια. Ειδικότερα στην αξία της εργατικής δύναμης περικλείεται ένα «φυσικό», «ιστορικό» και «ηθικό» στοιχείο. Το «φυσικό» στοιχείο συνδέεται με τη βιολογική αναπαραγωγή του εργάτη και της οικογένειας του λαμβάνοντας υπ’ όψη και τις κλιματολογικές συνθήκες, το «ιστορικό» συνδέεται με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τα αποτελέσματα της ταξικής πάλης (άρα στο «καλάθι της νοικοκυράς» μπαίνουν όλο και περισσότερα προιόντα) και το «ηθικό» στοιχείο συνδέεται με τις πνευματικές ανάγκες, μόρφωσης, εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας, κά.
Αντίστοιχα η «αξία χρήσης» της εργατικής δύναμης βρίσκεται στο ότι κατά την διάρκεια χρησιμοποίησης της, παράγει αξία μεγαλύτερη από τον αξία των μέσων συντήρησης που χρειάζεται για την αναπαραγωγή της. Σε αυτήν ακριβώς την ιδιότητα του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» βρίσκεται το «μυστικό» εμφάνισης της Υπεραξίας.
Η μεγάλη συνεισφορά του Μαρξ έγκειται στο ότι παραμέρισε ένα από τα λογικά εμπόδια στην ανακάλυψη της Υπεραξίας και συγκεκριμένα στο πως μέσα από την ανταλλαγή ισοδύναμων και τη χρησιμοποίηση του εμπορεύματος «εργατική δύναμη», παράγεται «αξία» μεγαλύτερη από την «προκαταβελβημένη αξία».

3. Το προτσές παραγωγής της Υπεραξίας
Όταν ο καπιταλιστής (κάτοχος χρηματικού κεφαλαίου) πάει στην αγορά και αγοράζει «μέσα παραγωγής» (αντικείμενα εργασίας και μέσα εργασίας) καθώς και «εργατική δύναμη», έχει βασικό στόχο (μέσα από την συνένωση τους στη διαδικασία της παραγωγικής), να παράγει όχι απλώς εμπορεύματα ως φορείς «αξιών χρήσης», αλλά κυρίως εμπορεύματα ως φορείς «αξίας» και ιδιαίτερα «υπεραξίας». Το τελευταίο επιτυγχάνεται με την αγορά και χρησιμοποίηση του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» στην διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Ο «ελεύθερος εργάτης» ή «προλετάριος» έχει πωλήσει στον καπιταλιστή την εργασιακή του ικανότητα μέσα στην μέρα, λαμβάνοντας ως αμοιβή την αξία των μέσων συντήρησης του.
Όμως ο καπιταλιστής πληρώνοντας την «ημερήσια αξία» της εργατικής δύναμης, έχει το πλεονέκτημα κατά τη διάρκεια χρησιμοποίησης της, να δημιουργεί «αξίες» μεγαλύτερη από την αξία των «μέσων συντήρησης» που πλήρωσε με τη μορφή «μισθού» στον εργάτη. Αν για παράδειγμα η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας αντί 8 ώρες ήταν πχ. 4 ώρες, τότε η αξία που θα παρήγαγε ο εργάτης θα ήταν ίση με την αξία των μέσων συντήρησης του και κατά συνέπεια δεν θα υπήρχε Υπεραξία.
Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Μαρξ, ο καπιταλιστής πληρώντας την «ημερήσια αξία» της εργατικής δύναμης του εργάτη (δίνοντας του τα μέσα συντήρησης), δεν παραβιάζεται ο νόμος της αξίας και της ισοδύναμης ανταλλαγής. Το γεγονός ότι η «ημερήσια συντήρηση της εργατικής δύναμης» κοστίζει μόνο το μισό της εργάσιμης ημέρας, είναι οπωσδήποτε μεγάλο ευτύχημα για τον αγοραστή. Όμως δεν αποτελεί καθόλου «αδικία» σε βάρος του πωλητή.!! Όλοι οι όροι του προβλήματος λύθηκαν χωρίς να παραβιαστούν οι νόμοι της ανταλλαγής.!!!
Το όλο μυστικό προέλευσης της Υπεραξίας, βρίσκεται κατά συνέπεια στο ότι η διαδικασία δημιουργίας της νέας αξίας παρατείνεται πέρα από το σημείο που παράγεται το ισοδύναμο της αξίας της εργατικής δύναμης. Δηλ. πέρα από την αναγκαία εργασία και έτσι έχουμε την πρόσθετη εργασία. Η πέραν του αναγκαίου χρόνου διαδικασία δημιουργίας νέας αξίας, μετατρέπεται σε διαδικασία αύξησης της προκαταβελημένης αξίας (αγορά μέσων παραγωγής και εργατικής δύναμης). Η παραγωγική διαδικασία ως ενότητα του προτσές εργασίας και του προτσές δημιουργίας αξίας, είναι διαδικασία παραγωγής εμπορευμάτων, ενώ ως προτσές αύξησης της «αξίας», είναι καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής ή καπιταλιστική μορφή της εμπορευματικής παραγωγής.
Στις συνθήκες της δουλοκτητικής κοινωνίας και της φεουδαρχίας, η εκμετάλλευση του άμεσου παραγωγού στη διαδικασία παραγωγής των υλικών αγαθών, είχε χαρακτήρα απροκάλυπτου εξαναγκασμού για εργασία, προς όφελος του εκμεταλλευτή. Εντελώς διαφορετικά είναι τα πράγματα με την καπιταλιστική μορφή εκμετάλλευσης. Στην επιφάνεια των φαινομένων ο μισθωτός εργάτης εμφανίζεται το ίδιο ισότιμος κι ελεύθερος κάτοχος εμπορεύματος (εργατικής δύναμης), όπως και ο καπιταλιστής (κάτοχος χρήματος). Η αποκάλυψη του Μάρξ ότι πίσω από την τυπική νομική ισότητα κρύβεται μια βαθιά οικονομική ανισότητα, αποτέλεσε αποφασιστική στροφή στην οικονομική επιστήμη και έπαιξε εξαιρετικό ρόλο στην ανάπτυξη ολόκληρης της επαναστατικής θεωρίας και δράσης της εργατικής τάξης.

4. Ο νόμος της Υπεραξίας βασικός νόμος του καπιταλισμού

Ο Μαρξ στον πρόλογο του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» γράφει μεταξύ άλλων ότι «τελικός σκοπός του συγγράμματος μου είναι η αποκάλυψη των οικονομικών νόμων κίνησης της σύγχρονης κοινωνία». Ένας τέτοιος νόμος είναι ο νόμος της Υπεραξίας. Μέσα σ’αυτόν το νόμο εκφράζεται η ουσία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ο σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής, η αντίθεση και το ασυμβίβαστο των ζωτικών συμφερόντων του «προλεταριάτου» και της «\αστικής τάξης. «Η παραγωγή Υπεραξίας ή κέρδους – αυτός είναι ο απόλυτος νόμος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής – τόνιζε ο Μαρξ.
Η υπεραξία δεν αφορά μόνο η σφαίρα των οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στους καπιταλιστές και στους μισθωτούς εργάτες. Πάνω στη βάση της κατανομής της, διαμορφώνονται απ’ ότι θα δούμε σε συνέχεια, ορισμένες σχέσεις ανάμεσα σε διάφορες ομάδες της αστικής τάξης. Ανάμεσα στους βιομηχάνους, τους εμπόρους, τους τραπεζίτες, καθώς και ανάμεσα στην τάξη των καπιταλιστών και στην τάξη των γαιοκτημόνων
Το κυνήγι της υπεραξίας παίζει βασικό ρόλο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (νέες τεχνολογίες, νέα τεχνική, ανώτερη επαγγελματική κατάρτιση, κά). Αυτό το κυνήγι της υπεραξίας καθορίζει επίσης την κατεύθυνση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και των παραγωγικών σχέσεων. Ο νόμος της υπεραξίας είναι στην ουσία ο νόμος γέννησης, ανάπτυξης και αποσύνθεσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο νόμος κίνησης του ως συγκεκριμένης ιστορικής μορφής οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής. Από αυτήν την άποψη ο νόμος της Υπεραξίας είναι ο «βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλισμού».

5. Η κατανομή (μοίρασμα) της Υπεραξίας

Ο τρόπος παραγωγής και ιδιοποίησης του «υπερπροϊόντος» σε κάθε κοινωνία, εκφράζει τις ιστορικές ιδιομορφίες των παραγωγικών σχέσεων που επικρατούν σε μια δοσμένη κοινωνία. Στον καπιταλισμό, οι ιστορικές αυτές ιδιομορφίες των παραγωγικών σχέσεων εκφράζονται με την υπεραξία. Στην υπεραξία εκφράζεται και η διαφορά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης από τη δουλοκτητική ή τη φεουδαρχική εκμετάλλευση.
Το «υπερπροϊόν» και η «υπεραξία» δεν είναι το ίδιο πράγμα. Διαφέρουν πρώτα απ’ όλα ως «αξία χρήσης» και «αξία». Το υπερπροϊόν δημιουργείται από τη συγκεκριμένη εργασία, ενώ η υπεραξία δημιουργείται από την αφηρημένη εργασία. Σε όλους του ανταγωνιστικούς σχηματισμούς το υπερπροϊόν αφαιρείται προς όφελος των εκμεταλλευτών. Όμως οι μορφές της αφαίρεσης είναι διαφορετικές (ειδικές) για κάθε τρόπο παραγωγής. Στον καπιταλισμό το υπερπροιόν που παράγεται από το μισθωτό εργάτη, καρπώνεται ο καπιταλιστής με τη μορφή της υπαραξίας.
Η υπεραξία, όπως και η αξία γενικά, είναι υλοποιημένη σε ορισμένα εμπορεύματα. Είναι υλοποιημένη σε υλικά προιόντα, σε αξίες χρήσης. Εκείνο το μέρος του εμπορευματικού προιόντος όπου αντιπροσωπεύει η υπεραξία, αυτό ακριβώς είναι το υπερπροιόν που δημιουργείται στην καπιταλιστική επιχείρηση. Το υπερπροιόν ως φορέας της υπεραξίας είναι μια ειδική κατηγορία της καπιταλιστικής οικονομίας. Ο καπιταλιστής καθώς καρπώνεται την υπεραξία καρπώνεται το υπερπροιόν.Το υπερπροιόν αρχικά πέφτει στα χέρια του καπιταλιστή βιομήχανου ως μέρος της εμπορευματικής παραγωγής που παράγεται στην επιχείρηση του. Μετά την πώληση των εμπορευμάτων η υπεραξία παίρνει χρηματική μορφή, ενώ το υπερπροιόν περνάει στα χέρια του αγοραστή ως συγκεκριμένη αξία χρήσης.
Πως όμως ακριβώς μοιράζεται η παραγόμενη υπεραξία μεταξύ καπιταλιστών; «Ολο το σύστημα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής – λέει ο Μαρξ – βασίζεται στο ότι ο εργάτης πουλά την εργατική του δύναμη ως εμπόρευμα». Από την πώληση αυτή ωφελημένος βγαίνει ο καπιταλιστής που την αγόρασε και την κατανάλωσε, γιατί του μένει η υπεραξία, δηλ. ένα περίσσευμα ή πλεόνασμα πάνω από την αξία που έδωσε να την αγοράσει. Όμως δεν την κρατάει όλη. Ένα μέρος της υπεραξίας μοιράζεται με άλλα τμήματα των κυρίαρχων τάξεων και για τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, δηλ. του κράτους, που έχει κύρια αποστολή να προστατεύει τα συμφέροντα τους. Το κάθε μερίδιο υπεραξίας (ή κάθε μερίδιο στο υπερπροιόν ή καθαρό εθνικό εισόδημα) που παίρνουν οι διάφορες ομάδες της άρχουσας τάξης και το κράτος, φέρει διαφορετική ονομασία.
Το μερίδιο που παίρνουν οι βιομήχανοι ονομάζεται βιομηχανικό κέρδος, το μερίδιο που παίρνουν οι έμποροι ονομάζεται εμπορικό κέρδος, το μερίδιο που παίρνουν οι τραπεζίτες και γενικά όσοι δανείζουν χρήματα λέγεται τόκος, ενώ ένα μερίδιο παίρνουν οι γαιοκτήμονες και οι ιδιοκτήτες γης, όταν ενοικιάζουν τη γη τους και ονομάζεται γαιοπρόσοδος ή γεώμορο. Τέλος το κράτος παίρνει με τη μορφή φόρων το δικό του μερίδιο το οποίο χρησιμοποιεί για τη συντήρηση του κρατικού μηχανισμού και ορισμένες άλλες ανάγκες. Με άλλα λόγια η αστυνομία, η χωροφυλακή, οι δεσμοφύλακες, οι δικαστές, ο στρατός, οι δημόσιοι υπάλληλοι κά, συντηρούνται από την υπεραξία που παράγεται στην υλική παραγωγή.

Β. Μορφές και βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης

1. Η ουσία του κεφαλαίου
Τι είναι κεφάλαιο; Το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, ούτε οποιοδήποτε αγαθό, ούτε ένα ποσό χρήματος. Το κεφάλαιο είναι η αρχική (προκαταβεβλημένη) αξία που αυτοαυξάνεται στη διαδικασία της παραγωγής αποφέροντας υπεραξία μέσα από την εκμετάλλευση των μισθωτών εργατών. Με άλλα λόγια το «κεφάλαιο» είναι «οικονομική σχέση». Ειδικότερα το κεφάλαιο που λειτουργεί στη διαδικασία της παραγωγής χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος που είναι «υλοποιημένο» (ενσωματωμένο) στα μέσα παραγωγής (κτίρια, μηχανές, πρώτες ύλες, τεχνικό εξοπλισμό, κλπ) και δεν δημιουργεί καμιά νέα αξία, ονομάζεται σταθερό κεφάλαιο.
Το δεύτερο μέρος που αντιστοιχεί στα έξοδα του καπιταλιστή για την αγορά εργατικής δύναμης και δημιουργεί αξία μεγαλύτερη απ’ ότι ξοδεύτηκε για την αγορά της, ονομάζεται μεταβλητό κεφάλαιο. Το μεταβλητό κεφάλαιο (δηλ. η αγορά ζωντανής εργασίας), όχι μόνο δημιουργεί τη «νέα αξία» αλλά ταυτόχρονα διατηρεί την παλιά αξία που είναι υλοποιημένη στα μέσα παραγωγής, μεταφέροντας την στα παραγόμενα εμπορεύματα.
Το κεφάλαιο που διαθέτει ο καπιταλιστής για να αρχίσει τη διαδικασία παραγωγής, είναι ίσο με το άθροισμα του «σταθερού» (σ) και «μεταβλητού» (μ) κεφαλαίου. Δηλ. Κ=σ+μ. Στη διαδικασία της παραγωγής δημιουργείται η υπεραξία (υ) που προσαυξάνει την αρχική αξία. Αρα η αξία του εμπορεύματος είναι ίση με την αξία του σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, προσαυξημένη με την υπεραξία. Έτσι η αξιακή σύνθεση του εμπορεύματος είναι = σ+μ+υ.
Το ποσοστό υπεραξίας είναι η σχέση της υπεραξίας προς το μεταβλητό κεφάλαιο, δηλ. υ/μ και εκφράζει το βαθμό εκμετάλλευσης του εργάτη. Ο βαθμός εκμετάλλευσης δεν μας δίνει το απόλυτο ύψος της υπεραξίας, δηλ. τη μάζα της υπεραξίας που καρπώνεται ο καπιταλιστής. Το ύψος της «μάζας της υπεραξίας» εξαρτάται από το βαθμό εκμετάλλευσης και τον αριθμό των εργατών που υπόκεινται σε εκμετάλλευση. Αν η αξία της εργατικής δύναμης για κάθε εργάτη είναι σε μια μέρα 5.000 δρχ. και το ποσοστό υπεραξίας είναι ίσο με 100%, τότε η μάζα της υπεραξία που δημιουργείται σε μια μέρα είναι ίση με 5.000 δρχ.
Τέλος όταν την υπεραξία τη συσχετίζουμε με το σύνολο του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου, δηλ. υ/σ+μ, τότε έχουμε το «ποσοστό κέρδους.» Η διαφορά ανάμεσα στο «ποσοστό κέρδους» και στο «ποσοστό υπεραξίας» βρίσκεται στο ότι το πρώτο είναι μικρότερο από το δεύτερο και γιαυτό ακριβώς το λόγο το ποσοστό κέρδους συγκαλύπτει τον πραγματικό βαθμό εκμετάλλευσης του εργάτη από το κεφάλαιο, τον παρουσιάζει μικρότερο, εξωραΐζοντας την εκμεταλλευτική σχέση του κεφαλαίου προς την εργατική τάξη.

2. Τρόποι αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης
Ο απλούστερος τρόπος αύξησης της υπεραξίας είναι η παράταση της εργάσιμης ημέρας. Η υπεραξία που δημιουργείται με την παράταση της εργάσιμης μέρας ονομάζεται απόλυτη υπεραξία. Ο συγκεκριμένος τρόπος αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης, ήταν στο παρελθόν κύρια μέθοδος που χρησιμοποιούσαν οι καπιταλιστές. (Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει και η μεγάλη ένταση ή εντατικοποίηση της εργασίας). Όμως η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης μπορεί να γίνει και χωρίς παράταση της εργάσιμης ημέρας, μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και τη μείωση του αναγκαίου χρόνου για την παραγωγή ενός εμπορεύματος. Στην περίπτωση αυτή ονομάζεται σχετική υπεραξία.
Παραλλαγή της σχετικής υπεραξίας είναι η πρόσθετη υπεραξία η οποία πηγάζει από τη διαφορά μεταξύ ατομικής αξίας του εμπορεύματος που παράγει μια επιχείρηση και την κοινωνική αξία (δηλ. την αξία που καθορίζεται από τον μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο παραγωγής του μεγαλύτερου όγκου ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος σε κοινωνική κλίμακα). Με άλλα λόγια πηγή της πρόσθετης υπεραξίας είναι η υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας σε ορισμένες επιχειρήσεις, σε σύγκριση με το μέσο επίπεδο παραγωγικότητας που ισχύει στο δοσμένο κλάδο.
Οι τρόποι και οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για να αποσπάσει όσο γίνεται μεγαλύτερη υπεραξία, αποκαλούνται μορφές εκμετάλλευσης. Οι μορφές εκμετάλλευσης που εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια του προτσές εργασίας στη διαδικασία της παραγωγής, αποτελούν τις μορφές άμεσης εκμετάλλευσης. Οι άμεσες μορφές εκμετάλλευσης έχουν στόχο να επιδράσουν με τέτοιο τρόπο πάνω στον εργάτη, ώστε να αποσπάσουν όσο γίνεται περισσότερη υπεραξία στη διαδικασία της παραγωγής. Τέτοιες μορφές είναι η διάρκεια της εργασίας, η ένταση ή εντατικότητα της εργασίας, η πολυπλοκότητα της εργασίας και η παραγωγικότητα της εργασίας. Από αυτήν την άποψη τα διάφορα συστήματα πληρωμής του εργάτη που έχουν κύριο στόχο την εντατικοποίηση της εργασίας, όπως τα πριμ παραγωγής, τα πριμ καλής διαγωγής, στο σύστημα των πλασιέ, η δουλειά στο σπίτι (φασόν), κά, δεν είναι τίποτα άλλο από μορφές εκμετάλλευσης των εργαζόμενων από το κεφάλαιο.
Όμως ο εργάτης εμφανίζεται παράλληλα και στην αγορά ως αγοραστής εμπορευμάτων, καταθέτει τις οικονομίες του στην τράπεζα, παίρνει στεγαστικό και καταναλωτικό δάνειο, είναι φορολογούμενος πολίτης, κά. Το κεφάλαιο παρεμβαίνει σε αυτές τις σφαίρες με στόχο την ιδιοποίηση ενός ακόμα μέρους του εισοδήματος των εργαζόμενων με ανεξέλεγκτες ανατιμήσεις, υπερφορολόγηση, περικοπές «κοινωνικού μισθού» (κοινωνικές δαπάνες, κά). Οι μέθοδες που χρησιμοποιεί για την εκμετάλλευση του εργάτη έξω από την παραγωγή, ονομάζονται έμμεσες μορφές εκμετάλλευσης.

3. Το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης
Απομένει να εξετάσουμε το ζήτημα του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης, που σχετίζεται σε τελευταία ανάλυση με το εισόδημα που προέρχεται από την πώληση της εργατικής δύναμης. Από το ύψος ή μέγεθος της αμοιβής του εργάτη εξαρτιέται το βιοτικό του επίπεδο. Ακόμα και στην περίπτωση που ο εργάτης πληρώνεται ολόκληρη την αξία της εργατικής δύναμης με μορφή μισθού, ο μισθός του φθάνει μόνο για να ζήσει. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που είναι υποχρεωμένος κάθε μέρα να πουλάει την εργατική του δύναμη προκειμένου να ζήσει, ενώ ο καπιταλιστής ιδιοποιείται διαρκώς όλο και μεγαλύτερη υπεραξία από το παραγόμενο εισόδημα.
Το αποτέλεσμα είναι ο εργάτης και κάθε εργαζόμενος που δουλεύει για λογαριασμό του καπιταλιστή, να αναπαράγει κάθε μέρα τον καπιταλιστή ως καπιταλιστή και τον εαυτό του ως εργάτη, διαιωνίζοντας έτσι τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση ο εργάτης για να διατηρήσει το βιοτικό του επίπεδο, επιδιώκει να εισπράττει με τη μορφή μισθού, την αξία της εργατικής του δύναμης.
Τι γίνεται όμως όταν δεν την εισπράττει; Ο καπιταλιστής και όλη η τάξη των καπιταλιστών έχει μόνιμα την τάση να κατεβάζει την αμοιβή της εργασίας, κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης, για να μένει σ’ αυτόν, όσο δυνατό μεγαλύτερο μερίδιο από το νέο προιόν με τη μορφή της υπεραξίας. Αυτή η μόνιμη τάση αποτελεί βασικό γνώρισμα του καπιταλισμού. Πρόκειται για τον «απόλυτο νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης» όπως λέει ο Μαρξ.
Η εργατική τάξη από την πλευρά της παλεύει διαρκώς για να ματαιώσει την προσπάθεια των κεφαλαιοκρατών να κατεβάζουν την αμοιβή εργασίας κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης. Όταν παρ’ όλα αυτά οι καπιταλιστές το πετυχαίνουν, το βιοτικό επίπεδο των εργατών κατεβαίνει οπότε μιλάμε για «απόλυτη εξαθλίωση» της εργατικής τάξης». Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Λένιν σ’ αυτές τις συνθήκες «ο εργάτης γίνεται φτωχότερος από πριν, αναγκάζεται να ζεί χειρότερα, να διατρέφεται πενιχρότερα, να χορταίνει όλο και λιγότερο, να κατοικεί σε υπόγεια και σοφίτες». (τομ.22. σελ.230-231) Αυτό φυσικά δεν αποκλείει περιπτώσεις που η εργατική τάξη με την πάλη της, έστω και προσωρινά, μπορεί να εξουδετερώνει τις συγκεκριμένες προσπάθειες (δηλ. τη μονιμότερη τάση των καπιταλιστών να κατεβάζουν την αμοιβή εργασίας κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης) και να πετυχαίνει άνοδο της πληρωμής της εργατικής δύναμης πάνω από την αξία της.
Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που η εργατική τάξη το πετυχαίνει είναι προσωρινά, ενώ η υπεραξία ή πιο σωστά η μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται η τάξη των κεφαλαιοκρατών, με την αύξηση γενικά της παραγωγικότητας της εργασίας, αυξάνει πιό γρήγορα. Στην περίπτωση αυτή έχουμε τη λεγόμενη σχετική εξαθλίωση της εργατικής τάξης.
Οι εμπειρίες σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα (για να περιοριστούμε μόνο σ’ αυτόν), δείχνουν ότι μεγάλο μέρος των εργαζόμενων ζει όχι μόνο σε συνθήκες σχετικής αλλά και απόλυτης εξαθλίωσης.

Ερωτήματα
1. Ποιες είναι οι βασικές λειτουργίες του χρήματος;
2. Ποια η διαφορά μεταξύ χρήματος ως χρήμα και του χρήματος ως κεφάλαιο;
3. Σε ποια σφαίρα δημιουργείται η υπεραξία;
4. Τι είναι υπεραξία και ποια η διαφορά της με το υπερπροιόν;
5. Ποιες είναι οι ιδιότητες της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα;
6. Γιατί ο νόμος της υπεραξίας είναι βασικός νόμος του καπιταλισμού;
7. Τι είναι κεφάλαιο;
8. Ποια η αξιακή σύνθεση του εμπορεύματος;
9. Τι καθορίζει την αξία της εργατικής δύναμης;
10. Ποια είναι η τάση του κεφαλαίου σχετικά με το μισθό εργασίας;
11. Τι είναι η απόλυτη και τι η σχετική εξαθλίωση της εργατικής τάξης;
12. Ποιες είναι οι μορφές εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης;
13. Τι είναι το κέρδος, ο τόκος και η γαιοπρόσοδος και ποια η διαφορά από την υπεραξία;
14. Ποια η διαφορά μεταξύ ποσοστού κέρδους και ποσοστού υπεραξίας;

Βιβλιογραφία
Κ.Μαρξ, «Κεφάλαιο»: τόμος πρώτος, σελ. 159-246, 327-337, 524-547,
τόμος τρίτος, σελ. 1030-1046

17.10.13
Γιάννης Τόλιος

Κατηγορίες:Uncategorized

Σεμινάρια Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας

Οκτώβριος 12, 2013 Σχολιάστε

Μαρξιστικός Χώρος Μελέτης και Έρευνας» (ΜΑΧΩΜΕ)
Σεμινάρια Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας
Σεμινάριο Πρώτο:

Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ οικονομικών

Α: Αντικείμενο και μέθοδος της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας

Η Πολιτική Οικονομία είναι ένα από τα τρία συστατική μέρη του Μαρξισμού και ανήκει στις κοινωνικές επιστήμες. Μελετάει τη σπουδαιότερη πλευρά ύπαρξης και ανάπτυξης της κοινωνίας, δηλ. την οικονομική ζωή. Ως μέθοδο ανάλυσης χρησιμοποιεί την «υλιστική διαλεκτική» και τις κατηγορίες της «διαλεκτικής λογικής».
Για καταλάβουμε καλύτερα το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας πρέπει να εξηγήσουμε το περιεχόμενο ορισμένων βασικών «κατηγοριών» (εννοιών) της οικονομικής επιστήμης, όπως πχ. των εννοιών εργασία, παραγωγή, παραγωγικές δυνάμεις, σχέσεις παραγωγής, κλπ.
Η «εργασία», είναι η σκόπιμη δραστηριότητα με την οποία ο άνθρωπος προσαρμόζει τα αντικείμενα της φύσης ώστε να τα κάνει κατάλληλα για την ικανοποίηση των αναγκών του. Στην πορεία κάθε εργασίας ο άνθρωπος ξοδεύει μυϊκή, νευρική και πνευματική ενέργεια. Το αποτέλεσμα της εργασίας είναι τα χρήσιμα προιόντα. Η εργασία αποτελεί αποκλειστική κατάκτηση του ανθρώπου και έχει δύο βασικά διακριτικά. Πρώτο, η εργασία του ανθρώπου αποτελεί δράση η οποία αποβλέπει στην εκπλήρωση ενός εκ των προτέρων καθορισμένου σκοπού και δεύτερο, συνδέεται απαραίτητα με την παραγωγική εργαλείων.
Τα πράγματα με τη βοήθεια των οποίων ο άνθρωπος επιδρά στη φύση και προσαρμόζει τα αντικείμενα της για να καλύψει τις ανάγκες του (μηχανές, συσκευές, μηχανήματα, κλπ), ονομάζονται «μέσα εργασίας». Όλα τα υλικά που υποβάλλονται σε κατεργασία, ονομάζονται «αντικείμενα εργασίας». Ένα μέρος των αντικειμένων της εργασίας, πχ. κοιτάσματα πετρελαίου, αποθέματα πετροκάρβουνου, κά, μας τα προσφέρει άμεσα η ίδια η φύση. Ένα άλλο μέρος των αντικειμένων της εργασίας υποβάλλεται σε προκαταρκτική κατεργασία, πχ. αλεύρι που χρησιμοποιείται στο μηχανοποιημένο αρτοποιείο, ο άνθρακας που χρησιμοποιείται για το λιώσιμο των μετάλλων, κά. Αυτά τα αντικείμενα εργασίας ονομάζονται «πρώτες ύλες» ή «ακατέργαστα υλικά».
Τα «μέσα εργασίας» και τα «αντικείμενα εργασίας», με τη βοήθεια των οποίων οι άνθρωποι κατασκευάζουν διάφορα πράγματα που τους είναι αναγκαία, ονομάζονται «μέσα παραγωγής». Ωστόσο τα «μέσα παραγωγής» δεν μπορούν από μόνα τους να δημιουργήσουν υλικά αγαθά. Για να παράγουν τέτοια αγαθά πρέπει να ενωθούν με την εργατική δύναμη. Με τον όρο «εργατική δύναμη» εννοούμε τις σωματικές και πνευματικές ικανότητες του ανθρώπου, την επαγγελματική του πείρα και τις επαγγελματικές του συνήθειες, τις οποίες χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει με τη βοήθεια των «μέσων παραγωγής» υλικά αγαθά, τα οποία ικανοποιούν διάφορες ανάγκες του.
Τα «μέσα παραγωγής» μαζί με την «εργατική δύναμη», αποτελούν τις «παραγωγικές δυνάμεις» της κοινωνίας.
Στη διαδικασία (προτσές) της παραγωγή, ανταλλαγής, διανομής και κατανάλωσης των υλικών αγαθών, οι άνθρωποι έρχονται αναπόφευκτα και ανεξάρτητα από τη θέληση τους, σε καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες ονομάζονται «σχέσεις παραγωγής». Βάση των «σχέσεων παραγωγής» οποιασδήποτε κοινωνίας, είναι η «ιδιοκτησία» των μέσων παραγωγής. Για παράδειγμα στον καπιταλισμό, τέτοια βάση είναι η ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, που παίρνει διάφορες νομικές μορφές (ατομική επιχείρηση, μετοχική εταιρία, κά).
Από το χαρακτήρα της «ιδιοκτησίας» των μέσων παραγωγής, εξαρτάται και η διανομή των προιόντων της εργασίας. Οι άνθρωποι ανταλάσσουν μεταξύ τους τα προιόντα εργασίας. Ο χαρακτήρας της ανταλλαγής εξαρτάται από τη μορφή της ιδιοκτησίας και των αποτελεσμάτων της εργασίας. Τα προιόντα της εργασίας, χάρη στη διανομή και την ανταλλαγή, μπαίνουν στη σφαίρα της κατανάλωσης. Με άλλα λόγια οι «σχέσεις παραγωγής» αποτελούνται από τις σχέσεις των ανθρώπων στη διαδικασία της παραγωγής, διανομής, ανταλλαγής και κατανάλωσης των υλικών αγαθών.
Οι «παραγωγικές σχέσεις» συνδέονται αδιάρρηκτα με τις «παραγωγικές δυνάμεις» και αποτελούν μαζί τους τον «κοινωνικό τρόπο παραγωγής» των υλικών αγαθών. Το σύνολο των «σχέσεων παραγωγής» μας δίνουν τις «οικονομικές σχέσεις», τη «βάση» της κοινωνίας. Πάνω στη «βάση» αυτή, διαμορφώνεται όλο το πλέγμα των πολιτικών, καλλιτεχνικών, νομικών, ηθικών, θρησκευτικών, φιλοσοφικών και άλλων αντιλήψεων της κοινωνίας, καθώς και οι διάφοροι θεσμοί και οργανώσεις (το κράτος, τα σχολεία, η εκκλησία, τα κόμματα, τα συνδικάτα, κλπ). Αυτό είναι το «εποικοδόμημα» που υψώνεται πάνω στη «βάση» και εξαρτιέται απ’ αυτήν σε διαλεκτική σχέση.
Η «βάση» και το «εποικοδόμημα», διαμορφώνουν τον «κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό» (σύστημα). Ο «σχηματισμός» μας δίνει την κοινωνία σε μια καθορισμένη ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης, αγκαλιάζει όλα τα στοιχεία της κοινωνικής ζωής σε μια οργανική ενότητα, όπου ο «τρόπος παραγωγής», αποτελεί σε τελευταία ανάλυση, το κεντρικό συστατικό του στοιχείο.

Β: Εμπορευματική παραγωγή και ο νόμος της αξίας

1. Τι είναι εμπορευματική παραγωγή;
Η «εμπορευματική παραγωγή» είναι εκείνη η μορφή παραγωγής, όπου τα προιόντα παράγονται όχι για αυτοκατανάλωση από τον παραγωγό, αλλά για την αγορά, για πώληση και ανταλλαγή με άλλα εμπορεύματα. Το αντίθετο της «εμπορευματικής παραγωγής» είναι η «φυσική οικονομία», δηλαδή η παραγωγή προιόντων όχι για πώληση στην αγορά, αλλά για την ικανοποίηση των καταναλωτικών αναγκών του ίδιου του παραγωγού και της οικογένειας του.
Δύο είναι οι προυποθέσεις για την εμφάνιση της εμπορευματικής παραγωγής. Πρώτον, ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο οι άνθρωποι (παραγωγοί) ειδικεύονται στην κατασκευή καθορισμένων ειδών και δεύτερον, το οικονομικό ξεχώρισμα, η αυτοτέλεια των παραγωγών. Χωρίς αυτούς τους δύο όρους, δεν μπορεί να εμφανιστεί η εμπορευματική παραγωγή.
Η εμπορευματική παραγωγή υπάρχει από την εποχή της αποσύνθεσης του «πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος» και παίρνει την πιο αναπτυγμένη της μορφή μόνο στον καπιταλισμό. Εδώ τα πάντα πωλούνται και αγοράζονται. Αντικείμενο αγοραπωλησίας γίνεται και η ίδια η εργατική δύναμη του ανθρώπου.
Υπάρχουν δύο τύποι εμπορευματικής παραγωγής.
Πρώτος, η «απλή ή μικρή εμπορευματική παραγωγή» που έχει διπλή οικονομική φύση. Από την μια είναι η παραγωγή που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία. Αυτό κάνει την απλή εμπορευματική παραγωγή και τον καπιταλισμό να είναι ομοιότυπες μορφές παραγωγής. Από την άλλη, η απλή εμπορευματική παραγωγή στηρίζεται στην προσωπική εργασία των εμπορευματοπαραγωγών. Αυτό την κάνει να διαφέρει ριζικά από την καπιταλιστική παραγωγή. Δεύτερος τύπος είναι η «καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή», που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και στην εκμετάλλευση των μισθωτών εργατών. Κίνητρο της έχει το κέρδος.

2. Το εμπόρευμα και οι ιδιότητες του
Κάθε προιόν δεν είναι εμπόρευμα. Τα προιόντα που καλύπτουν τις ανάγκες των ίδιων των παραγωγών δεν είναι εμπορεύματα.
Τι είναι εμπόρευμα;
Ένα προιόν γίνεται εμπόρευμα μόνο όταν:
α) ικανοποιεί μια οποιαδήποτε ανθρώπινη ανάγκη
β) είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας
γ) δεν ικανοποιεί τις ανάγκες του ίδιου του παραγωγού του
δ) προορίζεται για πώληση διαμέσου της αγοράς.
Κάθε εμπόρευμα έχει δύο πλευρές: την «αξία χρήσης» και την «αξία».
Η «αξία χρήσης» είναι το ίδιο το πράγμα που χάρη στις φυσικές, χημικές, μηχανικές και άλλες ιδιότητες, ικανοποιεί στον ένα ή άλλο βαθμό τις ανάγκες των ανθρώπων. Στις συνθήκες της εμπορευματικής παραγωγής, η «αξία χρήσης» είναι ο υλικός φορέας μιας άλλης ιδιότητας του εμπορεύματος, της «αξίας» του.
Στην αγορά κατά τη διαδικασία ανταλλαγής των εμπορευμάτων, γίνεται φανερό ότι όλα τα εμπορεύματα που διαφέρουν μεταξύ τους ως αξίες χρήσης, έχουν κάποια κοινή ιδιότητα που επιτρέπει στους ανθρώπους να εξισώνουν το ένα με το άλλο και να τα ανταλάσσουν σε καθορισμένες αναλογίες. Αυτό γίνεται γιατί τα εμπορεύματα έχουν μόνο μια κοινή ιδιότητα ότι όλα τους είναι προιόντα της εργασίας των ανθρώπων.
Αυτό που δημιουργεί την αξία ενός εμπορεύματος είναι ακριβώς η εργασία που ξοδεύεται για την παραγωγή τους. Επομένως η «αξία» του εμπορεύματος είναι η ενσωματωμένη σ’ αυτό κοινωνική εργασία των εμπορευματοπαραγωγών.
Σε οποιαδήποτε παραγωγή, εκτός από την ζωντανή εργασία των ανθρώπων, ξοδεύονται επίσης και «μέσα παραγωγής» (πρώτες ύλες, καύσιμα, μηχανές, εργαλεία, κλπ). Γιαυτό στην αξία ενός «κοστουμιού» είναι ενσωματωμένη η εργασία που έχει ξοδευτεί όχι μόνο για το ράψιμο του «κοστουμιού», αλλά και για την παραγωγή του υφάσματος, της κλωστής, κλπ.
Η αξία δημιουργείται από την εργασία που ξοδεύεται σ’ όλα τα στάδια της παραγωγής του εμπορεύματος. Ως «αξίες χρήσης» όλα τα εμπορεύματα είναι διαφορετικά, ενώ ως «αξίες» είναι εντελώς ομοιογενή, πράγμα που επιτρέπει να εξισώνονται το ένα με το άλλο στην πορεία της ανταλλαγής. Η αξία του εμπορεύματος εκδηλώνεται με την «αξία ανταλλαγής», δηλαδή τις αναλογίες στις οποίες ανταλλάσσονται τα προιόντα. Η ανταλλακτική αξία εκφράζεται συνήθως με τη «τιμή» η οποία αποτελεί χρηματική έκφραση της αξίας του εμπορεύματος και διαμορφώνεται με αποκλίσεις (πάνω ή κάτω) από την «αξία» του. Η «αξία» και η «ανταλλακτική αξία» συνδέονται στενά. Όμως δεν είναι ταυτόσημες. Η «αξία» είναι η εσωτερική ιδιότητα του εμπορεύματος, ενώ η «ανταλλακτική αξία» είναι η εξωτερική έκφραση της «αξίας» του.

3. Το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος
Η αξία του εμπορεύματος αποτελεί την ενσωματωμένη στο εμπόρευμα εργασία. Επομένως το μέγεθος της αξίας καθορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που ξοδεύτηκε για την παραγωγή του εμπορεύματος. Με τη σειρά της η ποσότητα της εργασίας μετριέται με το μέγεθος του χρόνου εργασίας.
Στο μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος επιδρά όχι μόνο η ποσότητα αλλά και η ποιότητα της εργασίας. Η απλή εργασία δεν απαιτεί ειδική προκαταρκτική εκπαίδευση. Η σύνθετη όμως ειδικευμένη εργασία είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς μια λιγότερο ή περισσότερο μακρόχρονη κατάρτιση και εκπαίδευση του εργαζόμενου.
Το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος δεν μένει σταθερό, αλλά μεταβάλλεται ανάλογα με την «παραγωγικότητα της εργασίας». Η παραγωγικότητα της εργασίας μετριέται με την ποσότητα των προιόντων που παράγονται με την ίδια δαπάνη εργασίας. Εξαρτάται από την τελειότητα των χρησιμοποιουμένων μέσων παραγωγής, από την επιδεξιότητα και την ειδίκευση των εργαζόμενων, από την οργάνωση της εργασίας, από την ανάπτυξη της έρευνας και επιστήμης και άλλους παράγοντες.
Έτσι το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος είναι αντιστρόφως ανάλογο με την παραγωγικότητα της εργασίας που ξοδεύτηκε για την παραγωγή αυτού του εμπορεύματος. Το μέγεθος της αξίας καθορίζονται όχι από την ατομική δαπάνη εργασίας, που απαιτείται για την μονάδα του δοσμένου προιόντος. Αυτή η δαπάνη εργασίας ονομάζεται «κοινωνικά αναγκαία δαπάνη εργασίας», ή «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας» και αντιστοιχεί στη δαπάνη εργασίας, κάτω από τους μέσους κοινωνικά κανονικούς όρους παραγωγής που υπάρχουν σε τούτο ή σε εκείνο τον κλάδο.

4. Η συγκεκριμένη και η αφηρημένη εργασία
Τα εμπορεύματα έχουν αξία χρήσης και αξία, επειδή η εργασία που ξοδεύεται για την παραγωγή τους έχει διπλό χαρακτήρα. Είναι ταυτόχρονα «συγκεκριμένη» και «αφηρημένη». «Συγκεκριμένη εργασία», είναι η εργασία που ξοδεύεται σε καθορισμένη μορφή, η εργασία μιας ορισμένης ειδικότητας, πχ, του ανθρακωρύχου, του χαλυβουργού, του ξυλουργού, κλπ.
Η συγκεκριμένη εργασία δημιουργεί την αξία χρήσης. Σε κάθε προιόν ενσωματώνεται η μια ή άλλη μορφή συγκεκριμένης εργασίας, Η συγκεκριμένη εργασία δεν είναι η μοναδική πηγή της αξίας χρήσης. Μια άλλη πηγή της αξίας χρήσης είναι τα υλικά αντικείμενα της φύσης. Η συγκεκριμένη εργασία, όπως και η αξία χρήσης, υπάρχει ανεξάρτητα από το αν η παραγωγή είναι ή δεν είναι εμπορευματική. Χωρίς την συγκεκριμένη εργασία δεν είναι δυνατή η κοινωνική παραγωγή και επομένως, η ίδια η ύπαρξη των ανθρώπων.
Στις συνθήκες όμως της εμπορευματικής παραγωγής, η εργασία των παραγωγών είναι όχι μόνο «συγκεκριμένη» αλλά και «αφηρημένη». Ως αξίες χρήσης, δηλαδή ως προιόντα της συγκεκριμένης εργασίας, τα διάφορα εμπορεύματα δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. Η ανταλλαγή των εμπορευμάτων δείχνει ότι πίσω από τα συγκεκριμένα είδη εργασίας, κρύβεται κάποια κοινή βάση, κάποια βάση που είναι όμοια για όλα τα εμπορεύματα. Και αυτή η βάση είναι το ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης, το ξόδεμα σωματικής και πνευματικής ενέργειας του ανθρώπου.
«Αφηρημένη εργασία», είναι γενικά η ομοιογενής κοινωνική εργασία των εμπορευματοπαραγωγών ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη μορφή της. Η αφηρημένη εργασία δημιουργεί την αξία των εμπορευμάτων και μάλιστα είναι η μοναδική πηγή της αξίας. Η αφηρημένη εργασία που αποτελεί τη βάση της αξίας, εκφράζει τις οικονομικές σχέσεις των εμπορευματοπαραγωγών.

5. Ο νόμος της αξίας και οι συνέπειες της δράσης του
Η εμπορευματική παραγωγή ως μορφή οικονομίας, υποτάσσεται στους δικούς της νόμους και πρώτα απ’ όλα στο νόμο της αξίας. Ο νόμος της αξίας συνίσταται στο ότι η ανταλλαγή των εμπορευμάτων συντελείται με βάση τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή ενός εμπορεύματος.
Στην αναπτυγμένη εμπορευματική παραγωγή η ανταλλαγή των εμπορευμάτων γίνεται ανάλογα με τις τιμές που διαμορφώνονται στην αγορά. Ο νόμος της αξίας είναι ακριβώς ο νόμος του σχηματισμού των τιμών. Στη βάση των τιμών βρίσκεται η αξία και σε τελευταία ανάλυση η κοινωνικά αναγκαία δαπάνη εργασίας.
Στον καπιταλισμό ο νόμος της αξίας είναι ο αυθόρμητος ή στοιχειακός ρυθμιστής της οικονομίας (αυτό που συνήθως λέγεται «αγορά»). Τι σημαίνει αυτό;
Πρώτο: Ο νόμος της αξίας παρακινεί τους εμπορευματοπαραγωγούς να τελειοποιούν τις μέθοδες παραγωγής υπακούοντας στο κέλευσμα: πιο φθηνά, πιο καλά, πιο πολλά.!
Για να κατανοήσουμε πως λειτουργεί αυτό, ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε σε έναν κλάδο που παράγει ένα ομοειδές προιόν, πχ, ποδήλατα. Υπάρχουν τρεις ομάδες επιχειρήσεων με διαφορετικό τεχνικό επίπεδο και με διαφορετικό βαθμό οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας.
Στην πρώτη ομάδα επιχειρήσεων, επικρατούν οι πιο αναπτυγμένες από τεχνική άποψη συνθήκες παραγωγής και ξοδεύονται 25 ώρες για ένα ποδήλατο.
Στην δεύτερη ομάδα, επικρατούν μέσες συνθήκες παραγωγής και ξοδεύονται 50 ώρες.
Στην τρίτη ομάδα, οι επιχειρήσεις έχουν τις χειρότερες συνθήκες παραγωγής και ξοδεύονται 75 ώρες.
Ας υποθέσουμε ακόμα, ότι η μεγαλύτερη ποσότητα ποδηλάτων κατασκευάζεται στις επιχειρήσεις της δεύτερης ομάδας με τις μέσες συνθήκες παραγωγής. Σ’ αυτήν την περίπτωση η «κοινωνικά αναγκαία δαπάνη εργασίας» που καθορίζει το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος, θα είναι περίπου 50 ώρες. Όταν τα ποδήλατα πωληθούν με την ίδια τιμή, οι επιχειρήσεις της πρώτης ομάδας όχι μόνο θα καλύψουν τα έξοδα τους, αλλά θα πάρουν και ένα επιπρόσθετο εισόδημα που θα ισοδυναμεί με 25 ώρες. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις της τρίτης ομάδας από τις 75 ώρες εργασίας που ξόδεψαν, θα μπορέσουν να καλύψουν μόνο 50 ώρες.
Πάνω σ’ αυτήν την βάση, ανάμεσα στους παραγωγούς εμφανίζεται ένας οξύς ανταγωνισμός που τους αναγκάζει να μειώνουν τα ατομικά έξοδα παραγωγής του εμπορεύματος. Γιαυτό ανεβάζουν την παραγωγικότητα της εργασίας μέσω της τελειοποίησης των τεχνικών μέσων, της βελτίωσης της οργάνωσης της παραγωγής και ένταση της εκμετάλλευσης των εργατών.
Δεύτερο: Με βάση το νόμο της αξίας, συντελείται η αυθόρμητη, ή δια μέσου της αγοράς, ρύθμιση των αναλογιών μεταξύ των κλάδων της οικονομίας. Δηλαδή των αναλογιών στην παραγωγή διαφόρων ειδών εμπορευμάτων. Η απόκλιση των τιμών από την αξία είναι ένα είδος βαρόμετρου που δείχνει την ύπαρξη δυσαναλογιών στον καταμερισμό της συνολικής κοινωνικής εργασίας.
Για να κατανοήσουμε πως ο νόμος της αξίας ρυθμίζει τις αναλογίες στους διάφορους κλάδους της οικονομίας, ας υποθέσουμε ότι σε μια δοσμένη στιγμή σημειώνεται αύξηση της ζήτησης για το εμπόρευμα (Α) και μείωση της ζήτησης για το εμπόρευμα (Β). Η τιμή του εμπορεύματος (Α), θα είναι πάνω από την αξία του, ενώ του εμπορεύματος (Β) κάτω από την αξία του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αρχίζει αναπόφευκτα μια μετατόπιση κεφαλαίων από τους ασύμφορους κλάδους στους συμφερότερους κλάδους της οικονομίας.
Στις συνθήκες της αναρχίας και του ανταγωνισμού, οι μικροί εμπορευματοπαραγωγοί στο μεγάλο μέρος τους δεν αντέχουν, χάνουν τα μέσα παραγωγής και μετατρέπονται σε μισθωτούς εργάτες. Ταυτόχρονα, μια μικρή ομάδα εύπορων εμπορευματοπαραγωγών έχει τη δυνατότητα να αυξήσει την παραγωγή, να συσσωρεύσει κέρδη και να πλουτίσει. Οι εμπορευματοπαραγωγή αυτοί μετατρέπονται σε καπιταλιστές.

Βιβλιογραφία
Υποχρεωτική: Κ.Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τόμος πρώτος:
α) Πρόλογος στην πρώτη έκδοση (σελ. 11-17),
β) κεφάλαιο πρώτο, σελ. 49-106, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
Συμπληρωματική: Κ.Μαρξ-Φ.Ενγκελς, «Κομμουνιστικό Μανιφέστο».

Ερωτήσεις
1. Τι εννοούμε με τον όρο «εργασία»;
2. Τι εννοούμε με τους όρους «παραγωγικές δυνάμεις» και «σχέσεις παραγωγής»;
3. Ποιο το αντικείμενο και η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας;
4. Τι είναι βάση και τι εποικοδόμημα της κοινωνίας;
5. Τι σημαίνει ο νόμος της αντιστοιχίας των «σχέσεων παραγωγής» στο επίπεδο ανάπτυξης των «παραγωγικών δυνάμεων»;
6. Τι είναι η εμπορευματική παραγωγή και ποια τα βασικά χαρακτηριστικά της;
7. Τι είναι το εμπόρευμα και ποιες οι βασικές του ιδιότητες;
8. Από πού καθορίζεται το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος
9. Σε τι συνίσταται ο διπλός χαρακτήρας της εργασίας;
10. Ποιο ρόλο παίζει ο νόμος της αξίας στην ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής και εμφάνισης του καπιταλισμού;

10.10.13

Κατηγορίες:Uncategorized

«Οι νεοφιλελεύθεροι ‘πυλώνες’ δεν σώζουν την ευρωζώνη. Χρειάζεται νέα ‘αρχιτεκτονική’ με όρους λαών και εργαζόμενων»

Οκτώβριος 12, 2013 Σχολιάστε

19th Συνδιάσκεψη των Ευρωπαίων Οικονομολόγων (EuroMemo-Group) με θέμα:
Για μια «Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη»
(Λονδίνο, 20-22η Σεπτέμβρη 2013, «Birkbeck College, University of London)

Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ οικονομικών

Η νέα οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008, συγκλόνισε μεταξύ άλλων το οικοδόμημα της «Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης» (ΟΝΕ), που από τις αρχές 2000 είχε δημιουργήσει την «ευρωζώνη» και το ευρώ. Η κρίση αποκάλυψε με ιδιαίτερη σφοδρότητα τις αντιφάσεις του μηχανισμού λειτουργίας της ΟΝΕ (Σύμφωνο Σταθερότητας και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας [ΕΚΤ]), καθώς και τους δυσμενείς όρους συμμετοχής των αδύναμων οικονομιών στο «ενιαίο νόμισμα» και την απουσία πολιτικής βούλησης των θεσμικών οργάνων της ΕΕ (Επιτροπής και Συμβουλίου) να λάβουν μέτρα άμβλυνσης της κρίσης έστω και με όρους «αντι-κυκλικής πολιτικής». Η ένταξη των περιφερειακών οικονομιών στην ΟΝΕ δεν έγινε με όρους «πραγματικής» αλλά «ονομαστικής» («τυπικής») σύγκλισης, ενώ στην περίπτωση της Ελλάδας και ενδεχομένως άλλων χωρών, εφαρμόστηκαν πρακτικές «δημιουργικής λογιστικής», με αλλοίωση στατιστικών στοιχείων και εμφάνιση πλαστής εικόνας ελλειμμάτων και δημόσιου χρέους. Στην πράξη, η ένταξη των περιφερειακών χωρών στο ευρώ, έγινε με υψηλές συναλλαγματικές ισοτιμίες στο όνομα του χαμηλού πληθωρισμού και του «σκληρού» ευρώ που απαιτούσε η Γερμανία, στην προσπάθεια της να γίνει το «ενιαίο νόμισμα» διεθνές αποθεματικό νόμισμα.
Αρχικά, η συμμετοχή των χωρών της «περιφέρειας» στην ΟΝΕ δημιούργησε μία επίπλαστη ευφορία. Τα χαμηλά επιτόκια και η ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση ενίσχυσαν τη ζήτηση, με αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγής, του ΑΕΠ ….αλλά και των εισαγωγών. Οι τράπεζες («κέντρου» και «περιφέρειας») είχαν «τρελά» κέρδη. Όμως ήταν μία «χρεωμένη» ανάπτυξη, ενώ οι τράπεζες προεξοφλούσαν κέρδη. Οι διαφορές «ανταγωνιστικότητας» εκδηλώθηκαν στο ισοζύγιο πληρωμών, με τη διεύρυνση των ελλειμμάτων στις χώρες της περιφέρειας και την αύξηση των πλεονασμάτων στις χώρες του «πυρήνα», κυρίως τη Γερμανία. Τα χρόνια ελλείμματα ενέτειναν τον δανεισμό των περιφερειακών οικονομιών (δημοσίου, επιχειρήσεων, ιδιωτών), κυρίως από τις τράπεζες του κέντρου.

1. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεν δίνουν βιώσιμη προοπτική
στην ευρωζώνη
Οι αντιδράσεις των κυρίαρχων κύκλων της ΕΕ στο ξέσπασμα της κρίσης, ήταν αρχικά χαλαρές. Θεωρούσαν ότι η κρίση ήταν παροδικό φαινόμενο που δεν θα έθετε σε κίνδυνο τα θεμέλια της ΟΝΕ. Με το πρώτο πακέτο στήριξης των τραπεζών το 2009 (εγγυήσεις ρευστότητας και κεφαλαιακής στήριξης), πίστευαν ότι η κατάσταση μπορούσε να ομαλοποιηθεί. Ωστόσο, η κρίση έδειξε μεγάλο βάθος και παρατεταμένη διάρκεια. Οι κυρίαρχοι κύκλοι της ευρωζώνης, διατηρώντας αλώβητη τη νεοφιλελεύθερη «ψυχή» της ΟΝΕ, επιχείρησαν με επιμέρους ρυθμίσεις να αμβλύνουν τις συνέπειες της κρίσης και την αποφυγή κατάρρευσης του ενιαίου νομίσματος, με την επιβολή κάποιων ελέγχων στην ασυδοσία των αγορών και τη δημιουργία νεοφιλελεύθερης έμπνευσης νέων μηχανισμών στήριξής της.
Ειδικότερα με βάση τις αποφάσεις της συνόδους του Συμβουλίου των αρχηγών των κ-μ της ΕΕ (Οκτώβριος 2010), αποφασίστηκαν, στα πλαίσια της «οικονομικής διακυβέρνησης» της ευρωζώνης, μια σειρά μέτρων τα οποία αφορούσαν: i) Στην προέγκριση από τις Βρυξέλλες στο α’ τρίμηνο κάθε χρόνου, των βασικών μεγεθών των προϋπολογισμών των χωρών της ευρωζώνης, ώστε εκείνες που είχαν χρέος πάνω από 60% του ΑΕΠ να το μειώνουν με ρυθμό 5% του ΑΕΠ ανά τριετία. ii) Στην επιβολή οικονομικών κυρώσεων στις χώρες που εμφάνιζαν τάσεις «δημοσιονομικού εκτροχιασμού» με την κατάθεση ποσού ίσου με το 0,2% του ΑΕΠ το οποίο θα μετατρεπόταν σε άτοκη κατάθεση και ίσως σε οριστική παρακράτηση (τόκοι και πρόστιμα θα μοιράζονται μεταξύ των χωρών που δεν εμφάνιζαν υπερβολικό έλλειμμα ή χρέος). iii) Στην αναστολή, για όποια χώρα δεν εκπληρώνει τους στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας, της πρόσβασής σε κοινοτικούς πόρους. iv) Τέλος, σε περίπτωση καταγραφής «υπερβολικών ανισορροπιών» (μεγάλο έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, χαμηλή ανταγωνιστικότητα, κ.ά.), προβλέπονται συστάσεις από το Συμβούλιο για τη λήψη μέτρων μείωσης του κόστους εργασίας, κ.ά. Η μη συμμόρφωση στις συστάσεις θα συνεπάγεται κυρώσεις με μορφή προστίμου ίσου με το 0,1% του ΑΕΠ.
Επίσης, προβλέπεται αντικατάσταση του προσωρινού «ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας» (EFSF) που λήγει το 2013, με «μόνιμο μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων» (EΜS) και πόρους από τις χώρες-μέλη, το ΔΝΤ και ενδεχομένως από μεγάλες τράπεζες. Οι χώρες που θα ζητούν ένταξη στον μηχανισμό «διαχείρισης κρίσεων», θα τίθενται σε διαδικασίες «ελεγχόμενης πτώχευσης» και σε αναδιάρθρωση του χρέους, καθώς και σε εκχώρηση των αποφάσεων οικονομικής πολιτικής στις Βρυξέλλες.! Τέλος, προβλέπεται η τροποποίηση ως τις αρχές του 2013, της συνθήκης της Λισσαβόνας με συνοπτικές διαδικασίες, αξιοποιώντας το «παράθυρο» του άρθ.48, παρ. 6, παρακάμπτοντας την προσφυγή στην ετυμηγορία των λαών της ΕΕ.
Παρότι στη Σύνοδο δεν υιοθετήθηκε η πρόταση για στέρηση του δικαιώματος ψήφου των υπό επιτήρηση χωρών, ορισμένα σημεία αφέθηκαν να ρυθμιστούν σε επόμενη σύνοδο. Έτσι, ο γαλλογερμανικός άξονας, και ειδικά η καγκελάριος Α.Μέρκελ, επέβαλε τις απαιτήσεις του γερμανικού κεφαλαίου με ιμπεριαλιστική ωμότητα! Η συγκεκριμένη εξέλιξη με όρους «ευρωπαϊκής ενοποίησης», αποτελεί βήμα προς αντιδραστική κατεύθυνση. Μόνο το στοιχείο της «ελεγχόμενης πτώχευσης» να υπολογίσουμε, σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα όλες οι περιφερειακές οικονομίες θα βιώσουν διαχρονική λιτότητα και αναπτυξιακή καχεξία, χωρίς να αποκλείεται και η υποχρεωτική έξοδος ορισμένων από το ευρώ, τουλάχιστον για διάστημα που τελούν υπό καθεστώς αυστηρής επιτήρησης.
Ένα άλλο βήμα προς την ίδια κατεύθυνση έγινε στην έκτακτη σύνοδο κορυφής των αρχηγών-κρατών της ευρωζώνης, στις 11-12 Μαρτίου ’11 στις Βρυξέλλες όπου υιοθετήθηκαν οι βασικοί άξονες του Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας, το οποίο πήρε την παραπλανητική ονομασία «Σύμφωνο για το Ευρώ+». Το νέο σύμφωνο περιλαμβάνει, με ωραιοποιημένες εκφράσεις, όλες τις απαιτήσεις της καγκελαρίου Ά. Μέρκελ (μεγαλύτερη ελαστικοποιήση των εργασιακών σχέσεων, αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης σύμφωνα με τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και του προσδόκιμου ορίου ζωής, ενιαία βάση φορολογίας εταιρειών, συνταγματική δέσμευση για τα όρια ελλειμμάτων και χρέους, δημιουργία μόνιμου μηχανισμού στήριξης (EFSF), ο οποίος μπορεί να δέχεται κρατικά ομόλογα χωρών αλλά με αντάλλαγμα αυστηρά προγράμματα λιτότητας, όπως του «Μνημονίου», κ.ά.
Όλα τα παραπάνω σχέδια και μέτρα πολιτικής, εκπέμπουν έναν ιδιότυπο «ολοκληρωτισμό» στα πλαίσια της ΕΕ, που το χρηματιστικό κεφάλαιο προωθεί στο όνομα της υπερεθνικής διακυβέρνησης. Εκτός από τον ταξικό-επιθετικό χαρακτήρα των μέτρων, το συγκεκριμένο πλαίσιο δεν είναι πρακτικά βιώσιμο γιατί προσπαθεί με «διατάγματα» να λύσει σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Η αντίληψη αντιμετώπισης των ελλειμμάτων του ισοζυγίου πληρωμών με μειώσεις μισθών για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, δεν είναι ούτε εφικτή, αλλά ούτε και αποτελεί μακροπρόθεσμα βιώσιμη λύση. Στηρίζεται στην αντίληψη του «κατηφορικού δρόμου» ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας (χαμηλότερο κόστος εργασίας), ενώ μόνο ο «ανηφορικός δρόμος» που στηρίζεται στην παραγωγικότητα και συμπληρωματικά στη χρήση της συναλλαγματικής πολιτικής, μπορεί να εξασφαλίσει ουσιαστική ανάπτυξη (τεχνολογία, οργάνωση, εξειδίκευση, έρευνα, κ.ά.).
Δεν είναι τυχαίο που στα παραπάνω σχέδια δεν υπάρχει καμιά αναφορά ούτε δέσμευση για την ανάπτυξη και απασχόληση, ενώ το «κλείδωμα» μιας περιφερειακής οικονομίας σε ένα «σκληρό νόμισμα» δεν μπορεί να βελτιώσει αλλά αντίθετα θα επιδεινώνει σταθερά τα αδιέξοδά της. Το μόνο που εγγυάται το συγκεκριμένο πλαίσιο είναι ένας «φαύλος κύκλος» λιτότητας, ύφεσης, υψηλής ανεργίας και στασιμότητας, με διαιώνιση των ελλειμμάτων και της υπερχρέωσης.
Τέλος στη Σύνοδο Κορυφής της 9ης Δεκέμβρη 2011, οι αρχηγοί των κρατών-μελών της ευρωζώνης, κάτω από τους εκβιασμούς και τις πιέσεις του γερμανο-γαλλικού άξονα Μέρκελ-Σαρκοζί, συμφώνησαν στη δημιουργία ενός νέου «πυλώνα», του «Δημοσιονομικού Συμφώνου», καθώς και στο «Συντονισμό» των οικονομικών πολιτικών των χωρών της ευρωζώνης, τα οποία πολύ συνοπτικά αφορούν τα εξής:
Α) Οι προϋπολογισμοί των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι ισοσκελισμένοι. Το ετήσιο «διαρθρωτικό έλλειμμα» (μέσος όρος ελλείμματος στη διάρκεια του κύκλου), δεν πρέπει ξεπερνά το 0,5% του ονομαστικού ΑΕΠ. Η δέσμευση πρέπει να βρει ισχυρή νομική έκφραση (συνταγματική ή άλλου νομικού ισοδύναμου) και θα περιλαμβάνει αυτόματο μηχανισμό ενεργοποίησης σε περίπτωση απόκλισης, που θα ελέγχεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.! Τα κράτη μέλη που υπόκεινται στη διαδικασία του «υπερβολικού ελλείμματος», θα υποβάλλουν στην Επιτροπή και το Συμβούλιο προς έγκριση, πρόγραμμα «οικονομικής εταιρικής σχέσης» στο οποίο θα αναγράφονται λεπτομερώς τα μέτρα διόρθωσης του, η εφαρμογή των οποίων θα είναι υπό την αυστηρή εποπτεία της Επιτροπής και του Συμβουλίου. Προβλέπεται επίσης τη θέσπιση ειδικού μηχανισμού για την εκ των προτέρων υποβολή από τα κράτη-μέλη, εκθέσεων σε ότι αφορά τα εθνικά σχέδια έκδοσης νέων χρεογράφων (ομολόγων, κά).
Β) Οι κανόνες «υπερβολικού ελλείμματος» στις χώρες της ευρωζώνης θα αυστηροποιηθούν. Η Επιτροπή μόλις διαπιστώσει ότι υπάρχει υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ελλείμματος (το επιτρεπόμενο ετήσιο όριο με βάση τη συνθήκη Μαάστριχτ είναι 3% του ΑΕΠ, ενώ το προτεινόμενο «διαρθρωτικό» είναι 0,5% του ΑΕΠ), θα επιβάλλει αυτόματες κυρώσεις και πρόστιμα ύψους 0,2% του ΑΕΠ, εκτός κι αν ειδική πλειοψηφία του Συμβουλίου (85%) δεν τις υιοθετήσει. Οι χώρες με δημόσιο χρέος πάνω από 60% του ΑΕΠ, δεσμεύονται για μείωση του χρέους (άνω του συγκεκριμένου ορίου) κατά 1/20 το χρόνο (δηλ. κατά 5%).
Γ) Θα τεθούν σε εφαρμογή οι νέοι κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας τους οποίους πρότεινε η Επιτροπή στις 23 Νοέμβρη 2011 και αποδέχτηκε η Σύνοδος και αφορούν: i) την παρακολούθηση και αξιολόγηση των προσχεδίων προϋπολογισμών των χωρών-μελών και εφόσον χρειάζεται θα γνωμοδοτεί επ’ αυτών, ενώ σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς το Σύμφωνο Σταθερότητας, θα ζητά την αναθεώρηση τους, ii) την ενίσχυση της δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών-μελών που αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες όσον αφορά τη δημοσιονομική τους σταθερότητα στη ζώνη του ευρώ, και iii) εξεύρεση τρόπων περαιτέρω εμβάθυνσης της δημοσιονομικής ενοποίησης σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, με την επεξεργασία προτάσεων από τον πρόεδρο της Επιτροπής και τον πρόεδρο της Ευρωομάδας (Eurogroup), που θα εξεταστούν στην εαρινή Σύνοδο του 2012.
Δ) Ενισχυμένη συνεργασία, με την καθιέρωση των εξάμηνων συνόδων των κρατών-μελών της ευρωζώνης, όπου θα συζητούνται και θα συντονίζονται οι σημαντικότερες αποφάσεις και μεταρρυθμίσεις στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής.
Ε) Ενίσχυση των εργαλείων σταθεροποίησης για αντιμετώπιση των εντάσεων που προκύπτουν από τις αγορές. Άμεση προώθηση των σχεδίων «μόχλευσης» (εξασφάλισης πρόσθετων κεφαλαίων μέσω πιστωτικής επέκτασης) του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και πραγματοποίηση από την ΕΚΤ συναλλαγών για λογαριασμό του στις αγορές. Επίσπευση της έναρξης ισχύος του «Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας» (EMS) ένα χρόνο ενωρίτερα (Ιούλιος 2012), ενώ το EFSF θα συνεχίσει να λειτουργεί ως τα μέσα του 2013). Επανεξέταση στην εαρινή σύνοδο (Μάρτιος 2012) της επάρκειας του συνολικού ορίου κεφαλαίων 500 δις €, ώστε να διατηρηθεί η αναλογία 15% μεταξύ καταβεβλημένου κεφαλαίου και οφειλομένου ποσού των τίτλων του EMS. Άμεση χορήγηση στο ΔΝΤ πρόσθετων πόρων 200 δις € από τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, για δανειοδότηση των χωρών που αντιμετωπίζουν προβλήματα υπερχρέωσης.
ΣΤ) Τροποποίηση της συνθήκης για τον EMS ώστε να καταστεί αποτελεσματικότερη. Η προβλεπόμενη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην αναδιάρθρωση (κούρεμα) του χρέους, θα κινηθεί αυστηρά στα πλαίσια των καθιερωμένων αρχών και των πρακτικών του ΔΝΤ. Κατά συνέπεια οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου και της 26/27ης Οκτωβρίου 2011 για το ελληνικό χρέος, έχουν έκτακτο και μοναδικό χαρακτήρα. Στους όρους έκδοσης των νέων ομολόγων των χωρών της ευρωζώνης, θα περιληφθούν τυποποιημένες και πανομοιότητες «ρήτρες συλλογικής δράσης» (collective action clause). Για τη διασφάλιση της ικανότητας του EMS λήψης έγκαιρων αποφάσεων, θα περιληφθούν στους κανόνες ψηφοφορίας διαδικασία εκτάκτου ανάγκης, για την παροχή «χρηματοδοτικής συνδρομής» με ειδική πλειοψηφία του 85%, όταν υπάρχει αμοιβαία συμφωνία μεταξύ Επιτροπής και ΕΚΤ.
Ζ) Συμφωνήθηκε επίσης, όσα από τα παραπάνω μέτρα δεν μπορούν να εφαρμοστούν με βάση το «παράγωγο δίκαιο», να περάσουν στο «πρωτογενές δίκαιο» της Ένωσης, με την υπογραφή νέας διεθνούς συμφωνίας μεταξύ των κ-μ της ευρωζώνης, το αργότερο ως το Μάρτιο 2012. Οι χώρες-μέλη της ΕΕ που δεν συμμετέχουν στην ευρωζώνη (Αγγλία, Βουλγαρία, Δανία, Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Σουηδία και Τσεχία), μπορούν αν το επιθυμούν να συμμετάσχουν (με εξαίρεση την Αγγλία που ήδη δήλωσε άρνηση) στη σχετική διαδικασία, εφ’ όσον συμβουλευτούν τα κοινοβούλια τους κατά περίπτωση.
Η) Όσον αφορά τα γενικότερα «Συμπεράσματα του Συμβουλίου» στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, επαναλήφθηκαν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις για «ενίσχυση της ανάπτυξης», της «κοινωνικής συνοχής», την «τόνωση της απασχόλησης» κά, που κινούνται πάντα στο έδαφος των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων «λειτουργίας» της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Ωστόσο έχει ιδιαίτερη σημασία να σημειώσουμε την «ισχυρή δέσμευση» των κυβερνήσεων της ευρωζώνης για εφαρμογή των στόχων του «Συμφώνου για το Ευρώ +» και ιδιαίτερα των εξειδικευμένων προτάσεων της Επιτροπής για την αγορά εργασίας, με στόχο τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης, μέσω «βελτίωσης των κινήτρων εργασίας», «μεταρρύθμισης συνταξιοδοτικών συστημάτων», «εξισορρόπησης ασφάλειας και ευελιξίας» (flexicurity), «προσαρμογής των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης στις ανάγκες της αγοράς εργασίας», εφαρμογή «βιώσιμων επιπέδων μισθών» και «αναθεώρηση των ρητρών τιμαριθμοποίησης», ιδιαίτερα σε χώρες με μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών και υψηλό δημόσιο χρέος, κά. Όλα αυτά σε «κατανοητή» γλώσσα, σημαίνουν συνέχιση διαχρονικά της λιτότητας, αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων, «κινεζοποίηση» μισθών και ξεθεμελίωση βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων.
Θ) Παράλληλα θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι αποφάσεις της 9ης Δεκέμβρη ‘11, έχουν ως υπόστρωμα τις αποφάσεις για τη νέα «οικονομική διακυβέρνηση» που ψηφίστηκαν από τα κράτη-μέλη της ΕΕ τον Οκτώβριο 2011 και περιέχονται στο «ενισχυμένο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης» που άρχισε να εφαρμόζεται από τις 13.12.11. Ειδικότερα στις περιπτώσεις υπέρβασης του ελλείμματος άνω του 3% στο ΑΕΠ (το όριο για το «διαρθρωτικό έλλειμμα» τίθεται στο 0,5%), επιβάλλονται πρόστιμα ύψους 0,2% του ΑΕΠ, αρχικά με μορφή άτοκης κατάθεσης και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης μετατρέπεται σε χρηματικό πρόστιμο, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής και απόφασης του Συμβουλίου, εκτός αν ειδική πλειοψηφία 85% τη απορρίψει. Επίσης τίθεται όριο αύξησης των δημοσίων δαπανών, λιγότερο από το μεσοπρόθεσμο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, με στόχο τη μείωση του ελλείμματος.
I) Τέλος για πρώτη φορά θεσπίστηκε «διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών», με βάση ορισμένους μακροοικονομικούς δείκτες (μέσος όρος ύψους ισοζυγίου πληρωμών στο ΑΕΠ της τελευταίας τριετίας με όριο +6% ως –4% του ΑΕΠ, μεταβολή μεριδίου εξαγωγών σε αξία την τελευταία πενταετία με όριο –6%, μεταβολή πραγματικής ισοτιμίας την τελευταία τριετία σε σχέση με 35 βιομηχανικές χώρες με όριο –11% ως +5%, μεταβολή μοναδιαίου κόστους εργασίας τελευταίας τριετίας με όριο +9%, μέσος όρος ανεργίας τελευταίας τριετίας με όριο 10%, χρέος ιδιωτικού τομέα με όριο 160% του ΑΕΠ, πιστωτική επέκταση ιδιωτικού τομέα με όριο 15% του ΑΕΠ, ετήσια μεταβολή τιμών ακινήτων με όριο 6%, κά). Σε περίπτωση διαπίστωσης «υπερβολικών ανισορροπιών», κατόπιν πρότασης της Επιτροπής και με απόφαση του Συμβουλίου, επιβάλλονται πρόστιμα ύψους 0,1% του ΑΕΠ, με μορφή άτοκης κατάθεσης, τα οποία σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, μετατρέπονται σε χρηματικά πρόστιμα, εκτός αν αποτραπούν με ειδική πλειοψηφία 85% του Συμβουλίου.
Όλα τα παραπάνω αποπνέουν, ιδιαίτερα για τις αδύναμες οικονομίες, κανόνες «στρατοπέδου συγκέντρωσης» και μια νοοτροπία αντιμετώπισης οικονομικών προβλημάτων με «διατάγματα», αντί επιλογών οικονομικής πολιτικής. Είναι φανερό ότι παρά την αυστηρότητα και την αυταρχικότητα του νέου πλαισίου, δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη λύση κανενός κρίσιμου προβλήματος της ευρωζώνης, ούτε του χρέους, ούτε της ανάπτυξης, ούτε της απασχόλησης, ούτε της ασυδοσίας των αγορών, κλπ, ενώ αντίθετα στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, το ρολόι της ιστορίας γυρίζει σε καταστάσεις 19ου αιώνα. Ειδικότερα η νέα συμφωνία δεν επιλύει τη βαθιά εσωτερική αντίφαση της ευρωζώνης, ανάμεσα στο μόνιμο «κλείδωμα» της ισοτιμίας των νομισμάτων, χωρών με διαφορετικό επίπεδο ανταγωνιστικότητας, η οποία λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής «πλεονασμάτων» για τις ισχυρές χώρες και «ελλειμμάτων» για τις αδύναμες.
Επίσης δεν προβλέπει ενιαία οικονομική πολιτική (δημοσιονομική, νομισματική, εισοδηματική) και μια αντίστοιχη διαρθρωτική (αναπτυξιακή), με ανακατανομή πόρων και εισοδημάτων μεταξύ χωρών και κοινωνικών ομάδων, ώστε να προωθούν την οικονομικοκοινωνική σύγκλιση. Επίσης δεν υπάρχει κεντρική τράπεζα σε ρόλο δανειστή «τελευταίας καταφυγής» και ισχυρού κέντρου ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών σχέσεων. Το μόνο μέσο στήριξης της ανταγωνιστικότητας παραμένει η εισοδηματική πολιτική και ειδικότερα το εργατικό κόστος, του οποίου η μείωση έχει αντικειμενικά όρια. Τέλος το έλλειμμα δημοκρατίας στη λειτουργία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και της ευρωζώνης, αντί να μειωθεί διευρύνεται, με αποτέλεσμα να μην έχουν λόγο χώρες και λαοί σε θεμελιώδεις επιλογές που αφορούν το μέλλον τους.
Όσον αφορά στο κρίσιμο θέμα του χρέους, ο «μηχανισμός στήριξης» (EFSF/EΜS) με τα λιγοστά κεφάλαια των 500 δις, δεν μπορεί να εξασφαλίσει δανειακές ανάγκες οικονομιών τύπου Ιταλίας με το χρέος 2 τρις €. Ούτε επίσης η ενίσχυση του ΔΝΤ με έκτακτη εισφορά κεφαλαίων 200 δις € από τις χώρες της ευρωζώνης, μπορεί να καλύψει τις δανειακές του ανάγκες. Από την άλλη έχει αποκλειστεί η έκδοση ευρωομολόγων και η έκδοση νέου χρήματος από την ΕΚΤ, ενώ η προσφορά έκτακτης ρευστότητας στις ευρωπαϊκές τράπεζες, ύψους 489 δις € με χαμηλό επιτόκιο (1%), πέρα από τη σκανδαλώδη στήριξη τους από την ΕΚΤ αποτελεί από πρακτική άποψη μικρή «ανάσα» στις μεγάλες δανειακές ανάγκες των χωρών της ευρωζώνης, αλλά με πολύ υψηλό τίμημα (επιτόκια 6-7%) σε βάρος των λαών.
2. Εναλλακτική πολιτική με βάση τα συμφέροντα των λαών και
των εργαζόμενων
Κατά συνέπεια η βιωσιμότητα της ευρωζώνης και του ευρώ, παρά τις αλλεπάλληλες αποφάσεις και «θριαμβολογίες» της μιας ημέρας παραμένει έωλη. Αντί για δραστικό «κούρεμα» χρεών, εθνικοποίηση τραπεζών, στήριξη ανάπτυξης, αναδιανομή εισοδήματος, κά, γίνονται βήματα σημειωτών αν όχι όπισθεν. Ακόμα κι αυτό το λειψό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους που θα δούμε στη συνέχεια, χαρακτηρίζεται ως «εξαίρεση» που δεν πρέπει να επαναληφθεί σε άλλη χώρα. Για μια ακόμα φορά τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου (τοκογλύφων-τραπεζιτών και θεσμικών επενδυτών), τίθενται υπεράνω των κοινωνιών. Οι εμπειρίες των περιφερειακών χωρών από την ένταξη τους στο «μηχανισμό στήριξης», δείχνει ότι οι πολιτικές «Μνημονίου» τις έχουν βυθίσει σε παρατεταμένη ύφεση, υψηλή ανεργία, φτώχεια και οικονομική και κοινωνική παρακμή.
Οι ανεδαφικοί και «εν πολλοίς» ανιστόρητοι ισχυρισμοί επίτευξης «πρωτογενών πλεονασμάτων», «ισοσκελισμένων προϋπολογισμών», κά, ανάγουν κρίσιμα ζητήματα δημοσιονομικής διαχείρισης (πολιτικής φορολογικών εσόδων και δημοσίων δαπανών) σε τεχνικά θέματα λογιστικού ισοζυγίου εσόδων-εξόδων. Το ίδιο ισχύει για το μεγάλο θέμα της ανάπτυξης και της απασχόλησης, που η επίλυση τους επαφίεται και πάλι στο «μηχανισμό της αγοράς», ενώ η εισοδηματική πολιτική του χαμηλού εργατικού κόστους, παραμένει βασικός μοχλός στήριξης της ανταγωνιστικότητας των αδύναμων οικονομιών. Στο λεξικό της «νέας οικονομικής διακυβέρνησης», οι έννοιες της ανακατανομής, της οικονομικής σύγκλισης, της περιφερειακής ανάπτυξης, της πλήρους απασχόλησης, της διασφάλισης κοινωνικών δικαιωμάτων, της δικαιότερης κατανομής πλούτου, της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, κά, παραμένουν οιονεί άγνωστες.!
Όλα αυτά φέρνουν στο προσκήνιο την ανάγκη μιας ριζικής στροφής στην πολιτική της «ευρωζώνης» και γενικότερα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, για μια ελπιδοφόρα προοπτική των λαών και των εργαζομένων της Ευρώπης. Οι βασικοί άξονες μιας τέτοιας εναλλακτικής πολιτικής έχουν ως αφετηρία την κατάργηση του Σύμφωνου Σταθερότητας και τη δημιουργία ενός Σύμφωνου Ανάπτυξης και Απασχόλησης. Την εξασφάλιση ευνοϊκής χρηματοδότησης των χωρών-μελών από την ΕΚΤ με ειδικά ευρωομόλογα ή χαμηλότοκο δανεισμό και την επιβολή ελέγχου στη δράση της ΕΚΤ από ειδική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Απαιτείται, επίσης, κοινή φορολογική και βιομηχανική πολιτική και βαθμιαία εξίσωση των κατώτατων μισθών και κοινωνικών παροχών, καθώς και αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ στο 5% ΑΕΠ για τη στήριξη προγραμμάτων περιφερειακής ανάπτυξης, κλαδικών πολιτών και την προώθηση της οικονομικής σύγκλισης μεταξύ των χωρών.
Χρειάζεται, επίσης, απεξάρτηση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ από τα επιχειρηματικά lobbies, εκδημοκρατισμός και διαφάνεια στη λειτουργία τους. Επίσης, ρύθμιση «αγορών» και αυστηρή πολιτική ανταγωνισμού, έλεγχος της δράσης των καρτέλ και των πολυεθνικών εταιρειών. Τέλος, κοινοί άξονες μακρο-οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής, με κατεύθυνση τη βιώσιμη ανάπτυξη, την πλήρη απασχόληση, τη δικαιότερη κατανομή του πλούτου, τον δραστικό περιορισμό στρατιωτικών δαπανών, την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους των χωρών με απόρριψη κάθε ιδέας «κατεδάφισης» των κοινωνικών δικαιωμάτων για εξόφληση των πιστωτών, την ανάπτυξη ισότιμων σχέσεων με τρίτες χώρες, κ.ά.
Ωστόσο το πιο σημαντικό ερώτημα, ανοιχτό στην πολιτική συζήτηση είναι πως θα γίνουν όλα αυτά; Σχηματικά διαφαίνονται τρία σενάρια. Το πρώτο συνδέεται με την προώθηση του συντονισμού δράσης σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο όλων των προοδευτικών δυνάμεων σε όλες τις χώρες και η επαναθεμελίωση της ευρωζώνης και της ΕΕ με όρους «λαών και εργαζόμενων». Ωστόσο αυτό το σενάριο δεν φαίνεται καθόλου ρεαλιστικό διότι η «ασύμμετρη» ανάπτυξη του κινήματος μεταξύ χωρών κάνει πολύ μικρή την πιθανότητα της ταυτόχρονης κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας από τις αριστερές δυνάμεις σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης. Το δεύτερο σενάριο που πρότεινε ο Όσκαρ Λαφοντέν (ηγετικό στέλεχος του αριστερού κόμματος De Linke Γερμανίας), έχει σχέση με τη «συντεταγμένη» επιστροφή όλων των χωρών στα εθνικά τους νομίσματα και καθορισμό ελεγχόμενων νομισματικών ισοτιμιών στα πλαίσια του «Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος» ώστε να ξεπεραστούν οι εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες της ευρωζώνης. Πρόκειται για ένα σενάριο που προϋποθέτει αποδοχή του από τις κυρίαρχες ελίτ της ευρωζώνης και κυρίως της Γερμανίας. Το τρίτο σενάριο συνδέεται με την προώθηση ριζοσπαστικών μετασχηματισμών στις χώρες που είναι ώριμες οι συνθήκες (μία, δύο, τρεις ή περισσότερες), ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και αποδέσμευση από την ευρωζώνη, γεγονός που θα επιταχύνει τις πολιτικές αλλαγές και στις άλλες χώρες. Το συγκεκριμένο σενάριο φαίνεται να είναι πιο ρεαλιστικό σε σχέση με τα άλλα δύο.

3. Το πρόβλημα του ελληνικού χρέους. Ποια διέξοδος;
Οι αλλεπάλληλες αποφάσεις των ευρωπαίων ηγετών στο διάστημα 2010-12, είχαν στον ένα ή άλλο βαθμό αναφορά στο ελληνικό χρέος, κυρίως ως πρόβλημα που συνδεόταν με τη βιωσιμότητα του ευρώ και της ευρωζώνης, παρά ως πρόβλημα στήριξης της Ελλάδας. Η κατεύθυνση της συζήτησης επικεντρώνονταν σε δύο στοιχεία. Πρώτον, την αποτροπή της «ανεξέλεγκτης» ή «άτακτης» χρεοκοπίας στο όνομα της σωτηρίας του ευρώ, και δεύτερον, την εξασφάλιση στο μέγιστο δυνατό βαθμό των συμφερόντων των πιστωτών με ταυτόχρονη δήμευση του ελληνικού λαού και δραστικό περιορισμό της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας.
Τα μέτρα πολιτικής τα οποία επεβλήθησαν με το «Μνημόνιο» στην Ελλάδα από την «τρόϊκα» (ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ), είχαν καταστροφικά αποτελέσματα στην οικονομία και την κοινωνία. Τα τελευταία τρία χρόνια το ΑΕΠ μειώθηκε πάνω από 20%, το ποσοστό ανεργίας ανέβηκε στο 30% (ενώ στην νεολαία έφθασε το 63%), οι μισθοί και οι συντάξεις μειώθηκαν πάνω από 40%, δραστικές μειώσεις στις κοινωνικές δαπάνες, αύξηση φορολογίας κά. Συνολικά η πολιτική των «Μνημονίων» είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή της σύγκλισης του κατά κεφαλήν εισοδήματος μεταξύ Ελλάδας και μέσου όρου της ΕΕ που είχε επιτευχθεί τα τελευταία 15 χρόνια. Επιπλέον πάνω από 450.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις έβαλαν «λουκέτο» και το πιο τραγικό απ’ όλα οι αυτοκτονίας ξεπέρασαν τα 3.500 άτομα εξ αιτίας των οικονομικών αδιεξόδων.
Παρά τη χαρακτηριστική αποτυχία των μέτρων, οι επικεφαλείς της «τρόϊκας» επιμένουν ότι η «συνταγή» ήταν σωστή, αλλά η αδυναμία της ελληνικής διοίκησης να εφαρμόσει με συνέπεια τα «προβλεπόμενα», οδήγησε στην αποτυχία της. Πρόκειται για καθαρή υποκρισία δεδομένου ότι τα «προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής» εκπονήθηκαν από την «τρόϊκα», οι ελληνικές κυβερνήσεις τα υπόγραψαν με «κλειστά μάτια», ενώ η εφαρμογή τους ήταν υπό την άμεση εποπτεία της. Ασφαλώς οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και γενικότερα η κυρίαρχη ελίτ της Ελλάδας, έχουν τεράστιες ευθύνες για τις πολιτικές που ακολούθησαν τις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο βασική αιτία των προβλημάτων ιδιαίτερα μετά το 2000, ήταν το «οικοδόμημα» της ΟΝΕ και του «ενιαίου νομίσματος», στο οποίο η Ελλάδα «σύρθηκε» χωρίς να πληρεί τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις και χωρίς ποτέ ο ελληνικός λαός να ερωτηθεί.
Το σχέδιο «επιλεκτικής» (selective) ή «περιορισμένης» (restrictive) αναδιάρθρωσης του χρέους (PSI), έγινε με όρους που εξυπηρετεί κυρίως τα συμφέροντα των πιστωτών. Το τελικό «κούρεμα» επί της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, ανήλθε στο 53,5% (ή κατά 107 δις €), αλλά το δημόσιο χρέος αυξήθηκε διότι είχαμε νέο δάνειο ύψους 130 δις € από τις χώρες της ευρωζώνης. Από τα 130 δις € της νέας δανειακής σύμβασης, τα 48-50 δις € προορίζονται για «ανακεφαλαιοποίηση» (recapitalisation) των ελληνικών τραπεζών ως αποζημίωση για το «κούρεμα» που είχαν, ενώ 30 δις πήγαν ως κίνητρο συμμετοχής («γλυκαντικό») στις ξένες τράπεζες που εκπροσωπούνται από το IIF για την άμεση εξόφληση ομολόγων ύψους 30 δις σε μειωμένη τιμή 15% σε σχέση με την ονομαστική τους αξία. Στην ουσία το «κούρεμα» έγινε με ανταλλαγή παλαιών ομολόγων με νέα «σε τρέχουσες τιμές αγοράς» (δηλ. δευτερογενούς αγοράς) στην οποία τα ομόλογα ήταν υποτιμημένα κατά 50-60%. Άρα οι τράπεζες δεν κατέγραψαν πραγματικές ζημιές αλλά στην ουσία κέρδη. Επίσης 35 δις € προορίζονται για τις (εθνικές) κεντρικές τράπεζες των χ-μ της ευρωζώνης ως αποζημίωση για τις απώλειες που είχαν από το «κούρεμα» των ομολόγων.! Τέλος 5,7 δις προορίζονται για την αποπληρωμή συσσωρευμένων τόκων παλαιών ομολόγων του EFSF. Έτσι συνολικά πάνω από 120 δις από τα 130 δις του νέου δανείου, επιστρέφουν άμεσα ή έμμεσα στους τραπεζίτες-πιστωτές, ιδιαίτερα στους ξένους.
Όμως από τους «αρχιτέκτονες» της αναδιάρθρωσης του χρέους, εκφράζονται επιφυλάξεις για τη ρεαλιστικότητα του σχεδίου, δεδομένου ότι ακόμα και με εφαρμογή όλων των μέτρων και προβλέψεων, το χρέος το 2020 θα είναι στην καλύτερη περίπτωση στο ίδιο ύψος που ήταν το 2009 πριν ξεσπάσει η κρίση, δηλ. 120% του ΑΕΠ.! Άρα βρισκόμαστε στον ίδιο σημείο, με χαμένη μια δεκαετία ανάπτυξης και με τεράστιες θυσίες του ελληνικού λαού. Γιαυτό οι «αρχιτέκτονες» του PSI κάνουν λόγο για ένα «εναλλακτικό σχέδιο-Β» που συνδέεται με νέα δανειακή σύμβαση και ένα νέο «Μνημόνιο».! Ωστόσο κι εδώ προκύπτουν προβλήματα διότι τόσο το ΔΝΤ, όσο και η ΕΕ και ιδιαίτερα η Γερμανία, απορρίπτουν κάθε ιδέα νέου πακέτου. Από την άλλη αυτή καθ’ αυτή η σκοπιμότητα σύναψης νέων δανείων δεν οδηγεί πουθενά αφού δεν είναι δυνατή η αποπληρωμή τους στο ορατό μέλλον. Άρα αυτό που προβάλλει ως πλέον ρεαλιστική λύση είναι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, το συντομότερο δυνατό. Την ανάγκη ριζικότερης αντιμετώπισης του χρέους υποστήριξαν κορυφαίοι τραπεζικοί παράγοντες πριν την εφαρμογή του PSI, ενώ τελευταία την υιοθέτησε ανοικτά και ο Joseph Ackkermann, διευθύνων σύμβουλος μέχρι πρότινος της Deutsche Bank και πρόεδρος του IIF, ο οποίος δήλωσε ότι «η Ελλάδα χρειάζεται νέα αναδιάρθρωση χρέους προκειμένου να καταστεί βιώσιμο. Θα χρειαστεί να περιοριστεί στο 60% του ΑΕΠ με νέα περικοπή ύψους 180 δις €».
Στις συγκεκριμένες συνθήκες, η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός τείνει να γίνει ένα είδος «πειραματόζωου» στη διαδικασία αναζήτησης της πλέον κατάλληλης και «βιώσιμης» νεοφιλελεύθερης «οικονομικής διακυβέρνησης» της ευρωζώνης, κάτω από την ηγεμονία της Γερμανίας. Ωστόσο μια τέτοια πολιτική είναι σε αντίθεση με τις ιστορικές απαιτήσεις της «Ευρώπης των λαών και των εργαζόμενων», ιδιαίτερα μάλιστα όταν υπάρχει εναλλακτική πολιτική τόσο για το ελληνικό χρέος όσο και για την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Συγκεκριμένα σε αντίθεση με την «επιλεκτική» ή «ελεγχόμενη» χρεοκοπία και άλλες προτάσεις «αναδιάρθρωσης» του, προτείνεται η εφαρμογή μιας νέας «Σεισάχθειας», με αθέτηση πληρωμών του «απεχθούς χρέους», ενώ το υπόλοιπο να αποπληρωθεί με ρήτρα ανάπτυξης. Το κόστος της διαγραφής θα πρέπει να αναληφθεί από τους πιστωτές ή όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Κέυνς με «ευθανασία των ραντιέ».
Μία τέτοια προοδευτική διέξοδος προϋποθέτει κατ’ αρχήν καταγγελία του «Μνημονίου» και ταυτόχρονα ριζική στροφή στη γενικότερη οικονομική και κοινωνική πολιτική και στους μοχλούς ρύθμισης της οικονομικής δραστηριότητας. Ειδικότερα σημαίνει, εθνικοποίηση και κοινωνικοποίηση των τραπεζών και της Τράπεζας της Ελλάδας, καθώς και αξιοποίηση των λαϊκών αποταμιεύσεων για στήριξη προγραμμάτων ανάπτυξης. Τα τεράστια κονδύλια που με διάφορες μορφές έχουν δοθεί στις τράπεζες, υπερβαίνουν πολλές φορές το μετοχικό τους κεφάλαιο που εκτιμάται σήμερα σε 16-17 δις €, άρα δεν υφίσταται θέμα αποζημιώσεων, παρότι το θέμα είναι πολιτικό παρά οικονομικό. Δεύτερον, προώθηση προγράμματος παραγωγικής ανόρθωσης με ευρύ πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και κλαδικές πολιτικές, αύξηση απασχόλησης, μείωση της ανεργίας, ριζοσπαστική φορολογική μεταρρύθμιση με πάταξη της φοροδιαφυγής και της φοροκλοπής, δικαιότερη κατανομή φορολογικών βαρών, αύξηση φορολογίας μεγάλων επιχειρήσεων, off-shore εταιρειών, μεγάλης ακίνητης περιουσίας, εισοδηματιών, Εκκλησίας και άλλων εύπορων στρωμάτων του πληθυσμού.
Τρίτον, ορθολογική διαχείριση πόρων, περικοπή στρατιωτικών δαπανών, κυρίως αυτών που αφορούν σε σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ, επιστροφή κερδοφόρων ΔΕΚΟ στον δημόσιο έλεγχο, επέκταση σε τομείς στρατηγικής σημασίας, έλεγχος αγορών και κίνησης κεφαλαίων, καταπολέμηση καρτέλ και της ασυδοσίας των πολυεθνικών, προγράμματα στήριξης της οικογενειακής γεωργίας, των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, στήριξη του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και δημόσιου τομέα υγείας, πρόνοιας, παιδείας καθώς του περιβάλλοντος, δίκαιη αναδιανομή του πλούτου, διασφάλιση της αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων, στήριξη των ανέργων. Ακόμη, ειδικά προγράμματα απασχόλησης για τη νέα γενιά και διασφάλιση δημοκρατικών δικαιωμάτων, ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους για τις πιο ευάλωτες κατηγορίες (μισθωτούς, πολύ μικρές επιχειρήσεις και μικρούς αγρότες), ανασυγκρότηση του κράτους με πάταξη της διαφθοράς, των πελατειακών σχέσεων, της γραφειοκρατίας, εκδημοκρατισμός της δομής-λειτουργιών του κράτους, ουσιαστική προστασία του πολίτη, πολιτιστική αναγέννηση, περιβαλλοντική προστασία, κ.ά.
Τέλος, σημαντικό στοιχείο της εναλλακτικής πολιτικής είναι η διεκδίκηση της αποπληρωμής του «απεχθούς χρέους» της Γερμανίας προς την Ελλάδα.! Πρόκειται για τις πολεμικές αποζημιώσεις που εκκρεμούν, ένα ζήτημα εθνικό, οικονομικό και πάνω απ’ όλα ηθικό. Από καθαρά οικονομική άποψη, το ύψος των εν λόγω αποζημιώσεων ξεπερνά τα 162 δις €, ένα ποσό ιδιαίτερα σημαντικό στη δύσκολη συγκυρία που βιώνει ο ελληνικός λαός.

4. Η βιωσιμότητα της ευρωζώνης και η προοπτική της Ελλάδας
Τα προβλήματα βιωσιμότητας της ευρωζώνης εντείνονται όσο αποτυγχάνουν τα «μέτρα» στήριξης της, δεδομένου ότι δεν επιλύουν τα ενδογενή της προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο που όλο και περισσότερο ακούγονται εγκλίσεις από γνωστούς «ευρωπαϊστές» για την επίδειξη ψυχραιμίας και την ανάληψη πρωτοβουλιών σωτηρίας της ευρωζώνης. Ωστόσο η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν είναι απλά υπόθεση αφηρημένων οραματισμών και «καλών προθέσεων», αλλά συνδέεται στενά με ένα ευρύτερο πλέγμα διακρατικών και ταξικών σχέσεων και αντίστοιχων συμφερόντων. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση ως πολιτική «συνεργασίας» κυρίαρχων αστικών τάξεων γίνεται με βάση «το κριτήριο της ισχύος». Όσο πιο ισχυρή είναι μια χώρα σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, τόσο πιο βαρύνουσα θέση κατέχει στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ισχύς των μεγαλύτερων και πλουσίων χωρών στο θεσμικό πεδίο εκδηλώνεται με τις αποφάσεις που λαμβάνονται για το μέλλον της συγκεκριμένης ενοποίησης. Η «μεγάλη πατρίδα» (Γερμανία) επιχειρεί μέσω κυρίως του ενιαίου νομίσματος (ευρώ) να διεμβολίσει τις «μικρές πατρίδες» θέτοντας την οικονομία της ΕΕ υπό γερμανική σκέπη.
Οι αντιθέσεις μεταξύ κυρίαρχων εθνικών ελίτ για το ρόλο της «ηγεμονίας», αλλά και η αποφυγή ανάληψης αντίστοιχων «υποχρεώσεων» (ανακατανομής πόρων μέσω ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, έκδοση «ευρωομόλογου» για στήριξη αδύναμων οικονομιών, κά), φρενάρει την ιδέα της «ομοσπονδιακής ένωσης». Αυτή η αντίφαση επιτείνει τα φαινόμενα «απόκλισης» αντί «σύγκλισης» των οικονομιών, ενίσχυσης των «κεντρόφυγων» αντί των «κεντρομόλων» τάσεων και την «ανισόμετρη οικονομική ανάπτυξη» στα πλαίσια της Ένωσης. Γιαυτό και η ΕΕ, πολύ περισσότερο η ευρωζώνη, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις εξωπραγματικές διακηρύξεις και ουτοπικά οράματα περί «οικονομικής σύγκλισης», «κοινωνικής συνοχής» και «Ευρώπης των λαών», όταν κυρίαρχο ρόλο παίζουν κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που ενεργούν με όρους ισχύος, ανταγωνισμού και ηγεμονίας, αντί ισότιμης συνεργασίας, αλληλεγγύης, κοινωνικής δικαιοσύνης, ουσιαστικής δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας.
Από την άλλη το συγκεκριμένο πρόβλημα απασχολεί και τις αριστερές-ριζοσπαστικές δυνάμεις σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Είναι γεγονός ότι η ταξική πάλη στην ΕΕ και ειδικότερα στα πλαίσια της «ευρωζώνης» αποκτά νέα στοιχεία. Ταυτόχρονα η κρίση της ευρωζώνης, οδηγεί στην εμφάνιση ποικίλων προσεγγίσεων για τις προοπτικές παραμονής μιας χώρας στην ευρωζώνη, καθώς και για τις προεκτάσεις «αθέτησης πληρωμών» και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Αυτό που έχει γίνει ιδιαίτερα καθαρό είναι ότι η υπέρβαση του «εθνικού» στο όνομα της «μεγάλης πατρίδας» (ευρωπαϊκής ενοποίησης) δεν συνοδεύεται από φερέγγυο πλαίσιο διασφάλισης των εθνικών, πολύ περισσότερο των λαϊκών συμφερόντων. Η ιδέα της «Ευρώπης των λαών και των εργαζόμενων» είναι ασύμβατη με τους νεοφιλελεύθερους «πυλώνες» της ευρωζώνης (Σύμφωνο Σταθερότητας, ΕΚΤ, Σύμφωνο για Ευρώ, Μηχανισμός Στήριξης + Μνημόνια και Δημοσιονομικό Σύμφωνο). Η λύση για τη μεγάλη πλειοψηφία των λαών της ΕΕ βρίσκεται στην ανατροπή του ταξικού οικοδομήματος της ευρωζώνης, η οποία ανεξάρτητα από τον τρόπο που θα γίνει, θα πρόκειται για «ριζοσπαστική ανατροπή» και σε κάθε περίπτωση για την εξουσία των λαών της Ευρώπης και όχι των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Το πως ακριβώς θα πραγματοποιηθεί, ξεκινώντας από μιά, δυό, τρεις….. δέκα τρεις ή όλες μαζί χώρες, παραμένει ανοικτό πολιτικό ζήτημα.!
Από αυτήν άποψη αποκτά μεγάλη σημασία ο προσδιορισμός των κυριότερων αξόνων του εναλλακτικού προγράμματος προοδευτικής εξόδου από την κρίση, σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Ασφαλώς μια «Ενωμένη Ευρώπη» με νεοφιλελεύθερα υλικά ακόμα και αν πραγματοποιηθεί, θα πρόκειται για μια Ένωση σε «αντιδραστική κατεύθυνση» χωρίς καμιά σχέση με το όραμα της Ευρώπης των λαών και των εργαζόμενων. Η τελευταία προϋποθέτει επαναθεμελίωση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος σε νέα βάση και με νέα αρχιτεκτονική. Για τους λαούς και τους εργαζόμενους της Ευρώπης, ιδιαίτερα των χωρών της περιφέρειας, η ανατροπή της πολιτικής των Μνημονίων και της διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, αποτελεί ζήτημα επιβίωσης, ενώ παράλληλα σηματοδοτεί την αντικειμενική αναγκαιότητα για μια νέα πορεία της Ευρώπης προς το «ιστορικά αναγκαίο», τη σοσιαλιστική προοπτική.
Οι πολιτικές-κοινωνικές προϋποθέσεις για την προώθηση των παραπάνω στόχων, είναι η ανάδειξη κυβερνήσεων των ριζοσπαστικών-αριστερών δυνάμεων, προϊόν μιας συμπαραταγμένης Αριστεράς σε κάθε χώρα. Η ανάπτυξη ενός ρωμαλέου και πολύμορφου κινήματος, αντίστασης-ανατροπής-αλληλεγγύης κατά των αντιλαϊκών πολιτικών της ευρωζώνης, αποτελεί το αναγκαίο «όχημα βάσης» για την προώθηση του συγκεκριμένου σχεδίου. Κατά προέκταση ο συντονισμός και η αναβάθμιση της κοινής δράσης των αντίστοιχων κινημάτων στις χώρες της ΕΕ, αποτελεί στις σημερινές συνθήκες, αναντικατάστατο μέσο επιτυχίας των πιο πάνω στόχων και ενθάρρυνσης ριζοσπαστικών ανατροπών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα ανοίξει νέους ελπιδοφόρους ορίζοντες για μια Ευρώπη των λαών, των εργαζόμενων και της σοσιαλιστικής προοπτικής.

Κατηγορίες:Uncategorized

Τι ΣΥΡΙΖΑ θέλει η ελληνική κοινωνία: «Ουτοπικό», «ρεαλιστικό» ή …»ριζοσπαστικό»;

Οκτώβριος 12, 2013 Σχολιάστε

του Γιάννη Τόλιος*
Αποτελεί μόνιμη επιδίωξη του «κατεστημένου» (άρχουσας ελίτ και εν γένει των αστικών δυνάμεων), η αποδυνάμωση της πολιτικής επιρροής της Αριστεράς, χρησιμοποιώντας άλλοτε την τακτική του «μαστιγίου, άλλοτε της «παραπληροφόρησης» και άλλοτε του «καρότου», ντύνοντας κάθε φορά τις μεθόδους με κατάλληλα ιδεολογικά σχήματα. Ειδικότερα μετά την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είναι εμφανής οι προσπάθειες εγχώριων «κέντρων» να τον εντάξουν σε «ρεαλιστικά» σενάρια εναλλαγής στην εξουσία, εγκαταλείποντας ως «ουτοπικές» τις ριζοσπαστικές θέσεις στις αποφάσεις του τελευταίου συνεδρίου. Μερικές μάλιστα φορές αξιοποιούν επιλεκτικά αποσπασματικές δηλώσεις και συνεντεύξεις στελεχών που διατυπώνουν πολιτικές αξιολογήσεις, κρίσεις και προσωπικές απόψεις.
ΑΤΕΛΕΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΕΙΣ
Ίσως δεν θα άξιζε να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τις συγκεκριμένες πρακτικές των συγκεκριμένων «κέντρων», αν το τελευταίο διάστημα δεν έβλεπαν το φως τη δημοσιότητας δημόσιες τοποθετήσεις γνωστών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που οι απαντήσεις τους δημιούργησαν ερωτήματα στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τα «επίδικα», για τα οποία έγιναν γόνιμες συζητήσεις (προσυνεδριακά και στο συνέδριο) και πάρθηκαν συγκεκριμένες αποφάσεις. Θυμίζουμε επιγραμματικά ότι τα τελικά κείμενα μιλούν, για «ακύρωση μνημονίων και εφαρμοστικών νόμων», «επαναδιαπραγμάτευση δανεικών συμβάσεων με στόχο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους», «αντιμετώπιση των ελλειμμάτων προτάσσοντας την αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου», σταδιακή αποκατάσταση στα προ μνημονίου επίπεδα των κατώτατων μισθών, συντάξεων, οικογενειακών επιδομάτων και ανεργίας», «δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχο του τραπεζικού συστήματος», «ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων και επαναφορά στο δημόσιο των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας που έχουν ιδιωτικοποιηθεί ώστε να διαμορφωθεί ένας ισχυρός, παραγωγικός και αποτελεσματικός δημόσιος τομέας», «ακύρωση των προνομίων της ολιγαρχίας και των πολυεθνικών επιχειρήσεων», «μέτρα κατά των ολιγοπωλιακών-μονοπωλιακών δομών», «προώθηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης με κύρια κριτήρια την κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας, την σταθερή εργασία, την κοινωνική ασφάλιση για όλους», κά. Όσον αφορά το κρίσιμο ερώτημα, τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, αν στην εφαρμογή όλων των παραπάνω, υποστεί πιέσεις και εκβιασμούς από την τρόϊκα και την ευρωζώνη, η απόφαση τονίζει, με αφετηρία το σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ», ότι «δεσμευόμαστε να αντιμετωπίσουμε τις ενδεχόμενες απειλές και εκβιασμούς των δανειστών, με όλα τα δυνατά όπλα που μπορούμε να επιστρατεύσουμε, ενώ είμαστε ήδη έτοιμοι να αναμετρηθούμε με οποιαδήποτε εξέλιξη, βέβαιοι ότι σε κάθε περίπτωση, ο ελληνικός λαός θα μας στηρίξει»!
Δυστυχώς, δημόσιες τοποθετήσεις σε ερωτήματα των γνωστών κέντρων που αμφισβητούσαν ριζοσπαστικές «αιχμές» του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν όχι μόνο μακριά από το «γράμμα» αλλά και από το «πνεύμα» των αποφάσεων του συνεδρίου, ακόμα κι αν είναι λογικό στις τοποθετήσεις αυτές να μην μπορούν να ειπωθούν «όλα και αναλυτικά», αλλά τουλάχιστον θα έπρεπε επιγραμματικά τις κυριότερες από αυτές. Ταυτόχρονα ορισμένες απόψεις και ερμηνείες προσωπικού χαρακτήρα, επιτείνουν τα ερωτήματα και τις συγχύσεις σε φίλους και μέλη του ΣΥΡΙΖΑ. Θα επικεντρωθούμε σε ορισμένα βασικά ζητήματα από τα οποία εξαρτάται όχι μόνο η αξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και η προϋπόθεση προοδευτικής εξόδου της χώρας από την κρίση με στόχο τη σωτηρία του ελληνικού λαού.
ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΩΝ ΜΕ «ΜΝΗΜΟΝΙΑ» ‘Η ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΟΥΣ;
Το πρώτα θέμα αφορά τα δημόσια ελλείμματα, η αντιμετώπιση των οποίων αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την έξοδο από την κρίση. Η πολιτική της τρόϊκας και των ελληνικών κυβερνήσεων στηρίζεται στην ακραία πολιτική λιτότητας με στόχο τη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων και η βαθμιαία εξόφληση του δημόσιου χρέους. Γιαυτό και η λιτότητα θεωρείται αναγκαία παρ’ ότι είναι οδυνηρή για την κοινωνία (αν όχι απαραίτητα σε όλους αλλά τουλάχιστον τους πολλούς). Ασφαλώς οι «ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί» έχουν το πλεονέκτημα ότι δεν έχουν έλλειμματα. Όμως στη ζωή έχει διαφανεί ότι μια τέτοια επιλογή δεν είναι πάντα πλεονέκτημα, αλλά κάτω από προϋποθέσεις, η ύπαρξη ελλειμμάτων μπορεί να είναι και επιθυμητή για την κίνηση της οικονομίας, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων και αντίστοιχα μείωσης τους σε περιόδους ανόδου. Η εφαρμογή των «μνημονίων» της τρόϊκας με στόχο τα «πρωτογενή πλεονάσματα» για εξεύρεση κονδυλίων αποπληρωμής του χρέους, έχει αποδειχτεί καταστροφική και επιπλέον ατελέσφορη, ενώ έχει οδηγήσει την ελληνική κοινωνία στην εξώπορτα του Άδη.
Το κυριότερο ωστόσο είναι άλλο. Ότι υπάρχει εναλλακτική επιλογή που δυστυχώς κυβέρνηση, τρόϊκα και ιδεολογικοί μηχανισμοί του «κατεστημένου» αποσιωπούν. Είναι η άρνηση πληρωμής των τοκοχρεολυσίων του χρέους, η οποία όχι μόνο εξαλείφει τα ελλείμματα, αλλά αφήνει και «κάτι» για την ανάπτυξη και μείωση της ανεργίας, του υπ’ αριθμόν ένα προβλήματος της ελληνικής κοινωνίας, που σπάνια γίνεται αναφορά στις επίσημες ομιλίες για την αντιμετώπιση της! Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ενώ τα ελλείμματα το 2013 εκτιμώνται σε 11 δις, οι τόκοι και τα χρεολύσια σε 9 και 13 δις αντίστοιχα (περίπου στο ίδιο ύψος προβλέπεται να κινηθούν στην τριετία 2014-16). Άρα προς τα εκεί πρέπει να στραφεί η «αιχμή» εξάλειψης των ελλειμμάτων, ώστε να ανακοπεί η φτωχοποίηση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, ιδιαίτερα των μισθωτών, συνταξιούχων, μεσαίων στρωμάτων και ο εξανδραποδισμός της νεολαίας. Αυτήν τη «αιχμή» ξεχνούν να τονίσουν ορισμένες φορές στις δημόσιες τοποθετήσεις τους «επώνυμα» στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αφήνοντας κενά για διάφορες ερμηνείες.
Ασφαλώς μια τέτοια επιλογή «χοντραίνει» το παιγνίδι με την τρόϊκα και φέρνει το ΣΥΡΙΖΑ «ενώπιος ενωπίω». Ωστόσο δεν υπάρχει άλλη λύση. Η ιδέα για παράδειγμα των «ομολόγων ειδικού σκοπού» για την εξεύρεση κονδυλίων ανάπτυξης (μια ανάλογη ιδέα εξαίρεσης των δαπανών ανάπτυξης από το έλλειμμα έχει ακουστεί επικοινωνιακά κι από τους Μπαρόζο και Ολί Ρεν), δεν λύνει το πρόβλημα διότι αποτελεί μορφή ελλειμματικού προϋπολογισμού. Ακόμα κι αν γίνει δεκτή από την ευρωζώνη, δεν οδηγεί σε μείωση (διαγραφή) του δημόσιου χρέους (τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους που είναι και το ζητούμενο), αλλά σε αύξηση του ακόμα κι αν «λογιστικά» οι συγκεκριμένες δαπάνες εξαιρεθούν από αυτό. (Ας μην ξεχνάμε ότι το χρέος της «κεντρικής κυβέρνησης» είναι πιο αξιόπιστος δείκτης του ύψους του, από το χρέος της λεγόμενης «γενικής κυβέρνησης»). Στην ουσία δηλαδή το πρόβλημα του χρέους παρακάμπτεται «λογιστικά» παρά λύνεται.
Κάτι ανάλογο ισχύει και με την ιδέα χρησιμοποίησης των «ειδικών ομολόγων» ως ένα είδος «εναλλακτικών μέσων πληρωμής», μια ιδέα που περιέχει πολλές ασάφειες για τα όρια τους (ίσως με υποτυπώδεις λειτουργίες παράλληλου νομίσματος;), ενώ παρακάμπτει αντί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα ποιος θα έχει τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής (με τις δύο όψεις της: τη συναλλαγματική και τη πιστωτική πολιτική). Η ΕΚΤ ή η ελληνική αριστερή κυβέρνηση; Η πρώτη έχει να κάνει με την παραμονή στο ευρώ ή τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα και η δεύτερη με τη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος ιδιωτικών τραπεζών ή εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση τους, ένα θέμα που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πάρει σαφή θέση στο συνέδριο και ορισμένες φορές δεν τονίζεται στο δημόσιο λόγο απ’ όλα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ειδικότερα όσον αφορά την παραμονή ή μη στην ευρωζώνη-ευρώ, παρ’ ότι επίσημα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν το προτάσσει, ωστόσο έμμεσα πλην σαφώς το αφήνει ανοικτό στις εξελίξεις (θα εξαρτηθεί από τις πιέσεις και εμπόδια στην εφαρμογή του προγράμματος του) και σε κάθε περίπτωση δεν τάσσεται ούτε υπέρ της «πάση θυσία» παραμονής στο ευρώ που ακολουθούν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, ούτε σε ταυτόχρονη ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών «σε όλες μαζί» τις χώρες της ευρωζώνης.!
ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ Ή «ΚΑΛΟΣ» ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ;
Ένα τρίτο σημαντικό ζήτημα αφορά το στρατηγικό στόχο της εναλλακτικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Συνήθως όταν απευθυνόμαστε στο «κομματικό ακροατήριο» γίνεται αναφορά στο στρατηγικό στόχο, ενώ σε δημόσιες τοποθετήσεις (τηλεοπτικές συζητήσεις, ομιλίες, συνεντεύξεις, κά) απουσιάζει σχεδόν παντελώς οποιαδήποτε αναφορά. Μάλιστα ορισμένες φορές, δίνονται ασαφής περιγραφές για τη «μετα-νεοφιλελεύθερη» κοινωνία που θα δημιουργήσει η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία από τη μια θα έχει μέτωπο κατά του «γκρίζου» και «κατάμαυρου καπιταλισμού», ενώ από την άλλη η υγιείς επιχειρηματικότητα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Πρόκειται για απόψεις που έχουν βάθος χρόνου και ακολουθούν το αριστερό κίνημα από τα πρώτα του βήματα και οι οποίες αντί για την υπέρβαση των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης και καταπίεσης (με διαφορετική βεβαίως ένταση ανάλογα με την ιστορική συγκυρία), υποστηρίζουν τον «εξανθρωπισμό» και «εκσυγχρονισμό» του και «εν τέλει» τη διατήρηση του. Ωστόσο το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε «προγραμματική διακήρυξη αρχών» που προσδιορίζει, έστω και επιγραμματικά ως στρατηγική επιλογή το «σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία», ενώ κάνει ταυτόχρονα σαφή αναφορά στην ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων και στη δημιουργία ενός ισχυρού, παραγωγικού και αποτελεσματικού δημόσιου τομέα, βασικού μοχλού παραγωγικής ανασυγκρότησης και πολλά άλλα. Η σοσιαλιστική προοπτική δεν είναι «ουτοπία» αλλά η μόνη φερέγγυα εναλλακτική διέξοδος στην καπιταλιστική βαρβαρότητα των τραπεζιτών και του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αν δεν ειπωθούν όλα αυτά που έχουν αποφασιστεί, από όλα τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, τότε, πότε και από ποιους θα ειπωθούν, ώστε να είναι έτοιμος ο ελληνικός λαός «σε κάθε περίπτωση να μας στηρίξει»;
Συμπερασματικά με βάση τα παραπάνω, είναι προφανής η επιδίωξη των δυνάμεων του «κατεστημένου» και δη των ιδεολογικών του μηχανισμών, αξιοποιώντας ατελής απαντήσεις σε ερωτήματα ή αποσιωπήσεις επίσημων θέσεων, να φέρουν το ΣΥΡΙΖΑ στα «μέτρα» τους και να θέσουν τις πολιτικές του επιλογές στα όρια ανοχής των κυριάρχων ελίτ, σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Ωστόσο η συντριπτική πλειοψηφία των μελών και στελεχών του και πάνω από όλα ο «μεγάλος κόσμος» των απλών ψηφοφόρων (και θάλεγα χωρίς υπερβολή η πλειοψηφία της ελληνικού λαού έστω και αν ένα τμήμα του απλώς ελπίζει σε κάτι καλύτερο από το ΣΥΡΙΖΑ), δεν θα δεχτούν εγκατάλειψη των ριζοσπαστικών προγραμματικών επιλογών του στο όνομα του….. «ρεαλισμού», προκειμένου να μην θιγούν επί της ουσίας τα «κυρίαρχα συμφέροντα» που στηρίζουν οι δυνάμεις του «κατεστημένου», εντός και εκτός της χώρας.

Κατηγορίες:Uncategorized