Αρχική > Uncategorized > Σεμινάρια Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας

Σεμινάρια Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας

Οκτώβριος 12, 2013 Σχολιάστε Go to comments

Μαρξιστικός Χώρος Μελέτης και Έρευνας» (ΜΑΧΩΜΕ)
Σεμινάρια Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας
Σεμινάριο Πρώτο:

Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ οικονομικών

Α: Αντικείμενο και μέθοδος της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας

Η Πολιτική Οικονομία είναι ένα από τα τρία συστατική μέρη του Μαρξισμού και ανήκει στις κοινωνικές επιστήμες. Μελετάει τη σπουδαιότερη πλευρά ύπαρξης και ανάπτυξης της κοινωνίας, δηλ. την οικονομική ζωή. Ως μέθοδο ανάλυσης χρησιμοποιεί την «υλιστική διαλεκτική» και τις κατηγορίες της «διαλεκτικής λογικής».
Για καταλάβουμε καλύτερα το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας πρέπει να εξηγήσουμε το περιεχόμενο ορισμένων βασικών «κατηγοριών» (εννοιών) της οικονομικής επιστήμης, όπως πχ. των εννοιών εργασία, παραγωγή, παραγωγικές δυνάμεις, σχέσεις παραγωγής, κλπ.
Η «εργασία», είναι η σκόπιμη δραστηριότητα με την οποία ο άνθρωπος προσαρμόζει τα αντικείμενα της φύσης ώστε να τα κάνει κατάλληλα για την ικανοποίηση των αναγκών του. Στην πορεία κάθε εργασίας ο άνθρωπος ξοδεύει μυϊκή, νευρική και πνευματική ενέργεια. Το αποτέλεσμα της εργασίας είναι τα χρήσιμα προιόντα. Η εργασία αποτελεί αποκλειστική κατάκτηση του ανθρώπου και έχει δύο βασικά διακριτικά. Πρώτο, η εργασία του ανθρώπου αποτελεί δράση η οποία αποβλέπει στην εκπλήρωση ενός εκ των προτέρων καθορισμένου σκοπού και δεύτερο, συνδέεται απαραίτητα με την παραγωγική εργαλείων.
Τα πράγματα με τη βοήθεια των οποίων ο άνθρωπος επιδρά στη φύση και προσαρμόζει τα αντικείμενα της για να καλύψει τις ανάγκες του (μηχανές, συσκευές, μηχανήματα, κλπ), ονομάζονται «μέσα εργασίας». Όλα τα υλικά που υποβάλλονται σε κατεργασία, ονομάζονται «αντικείμενα εργασίας». Ένα μέρος των αντικειμένων της εργασίας, πχ. κοιτάσματα πετρελαίου, αποθέματα πετροκάρβουνου, κά, μας τα προσφέρει άμεσα η ίδια η φύση. Ένα άλλο μέρος των αντικειμένων της εργασίας υποβάλλεται σε προκαταρκτική κατεργασία, πχ. αλεύρι που χρησιμοποιείται στο μηχανοποιημένο αρτοποιείο, ο άνθρακας που χρησιμοποιείται για το λιώσιμο των μετάλλων, κά. Αυτά τα αντικείμενα εργασίας ονομάζονται «πρώτες ύλες» ή «ακατέργαστα υλικά».
Τα «μέσα εργασίας» και τα «αντικείμενα εργασίας», με τη βοήθεια των οποίων οι άνθρωποι κατασκευάζουν διάφορα πράγματα που τους είναι αναγκαία, ονομάζονται «μέσα παραγωγής». Ωστόσο τα «μέσα παραγωγής» δεν μπορούν από μόνα τους να δημιουργήσουν υλικά αγαθά. Για να παράγουν τέτοια αγαθά πρέπει να ενωθούν με την εργατική δύναμη. Με τον όρο «εργατική δύναμη» εννοούμε τις σωματικές και πνευματικές ικανότητες του ανθρώπου, την επαγγελματική του πείρα και τις επαγγελματικές του συνήθειες, τις οποίες χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει με τη βοήθεια των «μέσων παραγωγής» υλικά αγαθά, τα οποία ικανοποιούν διάφορες ανάγκες του.
Τα «μέσα παραγωγής» μαζί με την «εργατική δύναμη», αποτελούν τις «παραγωγικές δυνάμεις» της κοινωνίας.
Στη διαδικασία (προτσές) της παραγωγή, ανταλλαγής, διανομής και κατανάλωσης των υλικών αγαθών, οι άνθρωποι έρχονται αναπόφευκτα και ανεξάρτητα από τη θέληση τους, σε καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες ονομάζονται «σχέσεις παραγωγής». Βάση των «σχέσεων παραγωγής» οποιασδήποτε κοινωνίας, είναι η «ιδιοκτησία» των μέσων παραγωγής. Για παράδειγμα στον καπιταλισμό, τέτοια βάση είναι η ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, που παίρνει διάφορες νομικές μορφές (ατομική επιχείρηση, μετοχική εταιρία, κά).
Από το χαρακτήρα της «ιδιοκτησίας» των μέσων παραγωγής, εξαρτάται και η διανομή των προιόντων της εργασίας. Οι άνθρωποι ανταλάσσουν μεταξύ τους τα προιόντα εργασίας. Ο χαρακτήρας της ανταλλαγής εξαρτάται από τη μορφή της ιδιοκτησίας και των αποτελεσμάτων της εργασίας. Τα προιόντα της εργασίας, χάρη στη διανομή και την ανταλλαγή, μπαίνουν στη σφαίρα της κατανάλωσης. Με άλλα λόγια οι «σχέσεις παραγωγής» αποτελούνται από τις σχέσεις των ανθρώπων στη διαδικασία της παραγωγής, διανομής, ανταλλαγής και κατανάλωσης των υλικών αγαθών.
Οι «παραγωγικές σχέσεις» συνδέονται αδιάρρηκτα με τις «παραγωγικές δυνάμεις» και αποτελούν μαζί τους τον «κοινωνικό τρόπο παραγωγής» των υλικών αγαθών. Το σύνολο των «σχέσεων παραγωγής» μας δίνουν τις «οικονομικές σχέσεις», τη «βάση» της κοινωνίας. Πάνω στη «βάση» αυτή, διαμορφώνεται όλο το πλέγμα των πολιτικών, καλλιτεχνικών, νομικών, ηθικών, θρησκευτικών, φιλοσοφικών και άλλων αντιλήψεων της κοινωνίας, καθώς και οι διάφοροι θεσμοί και οργανώσεις (το κράτος, τα σχολεία, η εκκλησία, τα κόμματα, τα συνδικάτα, κλπ). Αυτό είναι το «εποικοδόμημα» που υψώνεται πάνω στη «βάση» και εξαρτιέται απ’ αυτήν σε διαλεκτική σχέση.
Η «βάση» και το «εποικοδόμημα», διαμορφώνουν τον «κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό» (σύστημα). Ο «σχηματισμός» μας δίνει την κοινωνία σε μια καθορισμένη ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης, αγκαλιάζει όλα τα στοιχεία της κοινωνικής ζωής σε μια οργανική ενότητα, όπου ο «τρόπος παραγωγής», αποτελεί σε τελευταία ανάλυση, το κεντρικό συστατικό του στοιχείο.

Β: Εμπορευματική παραγωγή και ο νόμος της αξίας

1. Τι είναι εμπορευματική παραγωγή;
Η «εμπορευματική παραγωγή» είναι εκείνη η μορφή παραγωγής, όπου τα προιόντα παράγονται όχι για αυτοκατανάλωση από τον παραγωγό, αλλά για την αγορά, για πώληση και ανταλλαγή με άλλα εμπορεύματα. Το αντίθετο της «εμπορευματικής παραγωγής» είναι η «φυσική οικονομία», δηλαδή η παραγωγή προιόντων όχι για πώληση στην αγορά, αλλά για την ικανοποίηση των καταναλωτικών αναγκών του ίδιου του παραγωγού και της οικογένειας του.
Δύο είναι οι προυποθέσεις για την εμφάνιση της εμπορευματικής παραγωγής. Πρώτον, ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο οι άνθρωποι (παραγωγοί) ειδικεύονται στην κατασκευή καθορισμένων ειδών και δεύτερον, το οικονομικό ξεχώρισμα, η αυτοτέλεια των παραγωγών. Χωρίς αυτούς τους δύο όρους, δεν μπορεί να εμφανιστεί η εμπορευματική παραγωγή.
Η εμπορευματική παραγωγή υπάρχει από την εποχή της αποσύνθεσης του «πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος» και παίρνει την πιο αναπτυγμένη της μορφή μόνο στον καπιταλισμό. Εδώ τα πάντα πωλούνται και αγοράζονται. Αντικείμενο αγοραπωλησίας γίνεται και η ίδια η εργατική δύναμη του ανθρώπου.
Υπάρχουν δύο τύποι εμπορευματικής παραγωγής.
Πρώτος, η «απλή ή μικρή εμπορευματική παραγωγή» που έχει διπλή οικονομική φύση. Από την μια είναι η παραγωγή που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία. Αυτό κάνει την απλή εμπορευματική παραγωγή και τον καπιταλισμό να είναι ομοιότυπες μορφές παραγωγής. Από την άλλη, η απλή εμπορευματική παραγωγή στηρίζεται στην προσωπική εργασία των εμπορευματοπαραγωγών. Αυτό την κάνει να διαφέρει ριζικά από την καπιταλιστική παραγωγή. Δεύτερος τύπος είναι η «καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή», που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και στην εκμετάλλευση των μισθωτών εργατών. Κίνητρο της έχει το κέρδος.

2. Το εμπόρευμα και οι ιδιότητες του
Κάθε προιόν δεν είναι εμπόρευμα. Τα προιόντα που καλύπτουν τις ανάγκες των ίδιων των παραγωγών δεν είναι εμπορεύματα.
Τι είναι εμπόρευμα;
Ένα προιόν γίνεται εμπόρευμα μόνο όταν:
α) ικανοποιεί μια οποιαδήποτε ανθρώπινη ανάγκη
β) είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας
γ) δεν ικανοποιεί τις ανάγκες του ίδιου του παραγωγού του
δ) προορίζεται για πώληση διαμέσου της αγοράς.
Κάθε εμπόρευμα έχει δύο πλευρές: την «αξία χρήσης» και την «αξία».
Η «αξία χρήσης» είναι το ίδιο το πράγμα που χάρη στις φυσικές, χημικές, μηχανικές και άλλες ιδιότητες, ικανοποιεί στον ένα ή άλλο βαθμό τις ανάγκες των ανθρώπων. Στις συνθήκες της εμπορευματικής παραγωγής, η «αξία χρήσης» είναι ο υλικός φορέας μιας άλλης ιδιότητας του εμπορεύματος, της «αξίας» του.
Στην αγορά κατά τη διαδικασία ανταλλαγής των εμπορευμάτων, γίνεται φανερό ότι όλα τα εμπορεύματα που διαφέρουν μεταξύ τους ως αξίες χρήσης, έχουν κάποια κοινή ιδιότητα που επιτρέπει στους ανθρώπους να εξισώνουν το ένα με το άλλο και να τα ανταλάσσουν σε καθορισμένες αναλογίες. Αυτό γίνεται γιατί τα εμπορεύματα έχουν μόνο μια κοινή ιδιότητα ότι όλα τους είναι προιόντα της εργασίας των ανθρώπων.
Αυτό που δημιουργεί την αξία ενός εμπορεύματος είναι ακριβώς η εργασία που ξοδεύεται για την παραγωγή τους. Επομένως η «αξία» του εμπορεύματος είναι η ενσωματωμένη σ’ αυτό κοινωνική εργασία των εμπορευματοπαραγωγών.
Σε οποιαδήποτε παραγωγή, εκτός από την ζωντανή εργασία των ανθρώπων, ξοδεύονται επίσης και «μέσα παραγωγής» (πρώτες ύλες, καύσιμα, μηχανές, εργαλεία, κλπ). Γιαυτό στην αξία ενός «κοστουμιού» είναι ενσωματωμένη η εργασία που έχει ξοδευτεί όχι μόνο για το ράψιμο του «κοστουμιού», αλλά και για την παραγωγή του υφάσματος, της κλωστής, κλπ.
Η αξία δημιουργείται από την εργασία που ξοδεύεται σ’ όλα τα στάδια της παραγωγής του εμπορεύματος. Ως «αξίες χρήσης» όλα τα εμπορεύματα είναι διαφορετικά, ενώ ως «αξίες» είναι εντελώς ομοιογενή, πράγμα που επιτρέπει να εξισώνονται το ένα με το άλλο στην πορεία της ανταλλαγής. Η αξία του εμπορεύματος εκδηλώνεται με την «αξία ανταλλαγής», δηλαδή τις αναλογίες στις οποίες ανταλλάσσονται τα προιόντα. Η ανταλλακτική αξία εκφράζεται συνήθως με τη «τιμή» η οποία αποτελεί χρηματική έκφραση της αξίας του εμπορεύματος και διαμορφώνεται με αποκλίσεις (πάνω ή κάτω) από την «αξία» του. Η «αξία» και η «ανταλλακτική αξία» συνδέονται στενά. Όμως δεν είναι ταυτόσημες. Η «αξία» είναι η εσωτερική ιδιότητα του εμπορεύματος, ενώ η «ανταλλακτική αξία» είναι η εξωτερική έκφραση της «αξίας» του.

3. Το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος
Η αξία του εμπορεύματος αποτελεί την ενσωματωμένη στο εμπόρευμα εργασία. Επομένως το μέγεθος της αξίας καθορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που ξοδεύτηκε για την παραγωγή του εμπορεύματος. Με τη σειρά της η ποσότητα της εργασίας μετριέται με το μέγεθος του χρόνου εργασίας.
Στο μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος επιδρά όχι μόνο η ποσότητα αλλά και η ποιότητα της εργασίας. Η απλή εργασία δεν απαιτεί ειδική προκαταρκτική εκπαίδευση. Η σύνθετη όμως ειδικευμένη εργασία είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς μια λιγότερο ή περισσότερο μακρόχρονη κατάρτιση και εκπαίδευση του εργαζόμενου.
Το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος δεν μένει σταθερό, αλλά μεταβάλλεται ανάλογα με την «παραγωγικότητα της εργασίας». Η παραγωγικότητα της εργασίας μετριέται με την ποσότητα των προιόντων που παράγονται με την ίδια δαπάνη εργασίας. Εξαρτάται από την τελειότητα των χρησιμοποιουμένων μέσων παραγωγής, από την επιδεξιότητα και την ειδίκευση των εργαζόμενων, από την οργάνωση της εργασίας, από την ανάπτυξη της έρευνας και επιστήμης και άλλους παράγοντες.
Έτσι το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος είναι αντιστρόφως ανάλογο με την παραγωγικότητα της εργασίας που ξοδεύτηκε για την παραγωγή αυτού του εμπορεύματος. Το μέγεθος της αξίας καθορίζονται όχι από την ατομική δαπάνη εργασίας, που απαιτείται για την μονάδα του δοσμένου προιόντος. Αυτή η δαπάνη εργασίας ονομάζεται «κοινωνικά αναγκαία δαπάνη εργασίας», ή «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας» και αντιστοιχεί στη δαπάνη εργασίας, κάτω από τους μέσους κοινωνικά κανονικούς όρους παραγωγής που υπάρχουν σε τούτο ή σε εκείνο τον κλάδο.

4. Η συγκεκριμένη και η αφηρημένη εργασία
Τα εμπορεύματα έχουν αξία χρήσης και αξία, επειδή η εργασία που ξοδεύεται για την παραγωγή τους έχει διπλό χαρακτήρα. Είναι ταυτόχρονα «συγκεκριμένη» και «αφηρημένη». «Συγκεκριμένη εργασία», είναι η εργασία που ξοδεύεται σε καθορισμένη μορφή, η εργασία μιας ορισμένης ειδικότητας, πχ, του ανθρακωρύχου, του χαλυβουργού, του ξυλουργού, κλπ.
Η συγκεκριμένη εργασία δημιουργεί την αξία χρήσης. Σε κάθε προιόν ενσωματώνεται η μια ή άλλη μορφή συγκεκριμένης εργασίας, Η συγκεκριμένη εργασία δεν είναι η μοναδική πηγή της αξίας χρήσης. Μια άλλη πηγή της αξίας χρήσης είναι τα υλικά αντικείμενα της φύσης. Η συγκεκριμένη εργασία, όπως και η αξία χρήσης, υπάρχει ανεξάρτητα από το αν η παραγωγή είναι ή δεν είναι εμπορευματική. Χωρίς την συγκεκριμένη εργασία δεν είναι δυνατή η κοινωνική παραγωγή και επομένως, η ίδια η ύπαρξη των ανθρώπων.
Στις συνθήκες όμως της εμπορευματικής παραγωγής, η εργασία των παραγωγών είναι όχι μόνο «συγκεκριμένη» αλλά και «αφηρημένη». Ως αξίες χρήσης, δηλαδή ως προιόντα της συγκεκριμένης εργασίας, τα διάφορα εμπορεύματα δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. Η ανταλλαγή των εμπορευμάτων δείχνει ότι πίσω από τα συγκεκριμένα είδη εργασίας, κρύβεται κάποια κοινή βάση, κάποια βάση που είναι όμοια για όλα τα εμπορεύματα. Και αυτή η βάση είναι το ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης, το ξόδεμα σωματικής και πνευματικής ενέργειας του ανθρώπου.
«Αφηρημένη εργασία», είναι γενικά η ομοιογενής κοινωνική εργασία των εμπορευματοπαραγωγών ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη μορφή της. Η αφηρημένη εργασία δημιουργεί την αξία των εμπορευμάτων και μάλιστα είναι η μοναδική πηγή της αξίας. Η αφηρημένη εργασία που αποτελεί τη βάση της αξίας, εκφράζει τις οικονομικές σχέσεις των εμπορευματοπαραγωγών.

5. Ο νόμος της αξίας και οι συνέπειες της δράσης του
Η εμπορευματική παραγωγή ως μορφή οικονομίας, υποτάσσεται στους δικούς της νόμους και πρώτα απ’ όλα στο νόμο της αξίας. Ο νόμος της αξίας συνίσταται στο ότι η ανταλλαγή των εμπορευμάτων συντελείται με βάση τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή ενός εμπορεύματος.
Στην αναπτυγμένη εμπορευματική παραγωγή η ανταλλαγή των εμπορευμάτων γίνεται ανάλογα με τις τιμές που διαμορφώνονται στην αγορά. Ο νόμος της αξίας είναι ακριβώς ο νόμος του σχηματισμού των τιμών. Στη βάση των τιμών βρίσκεται η αξία και σε τελευταία ανάλυση η κοινωνικά αναγκαία δαπάνη εργασίας.
Στον καπιταλισμό ο νόμος της αξίας είναι ο αυθόρμητος ή στοιχειακός ρυθμιστής της οικονομίας (αυτό που συνήθως λέγεται «αγορά»). Τι σημαίνει αυτό;
Πρώτο: Ο νόμος της αξίας παρακινεί τους εμπορευματοπαραγωγούς να τελειοποιούν τις μέθοδες παραγωγής υπακούοντας στο κέλευσμα: πιο φθηνά, πιο καλά, πιο πολλά.!
Για να κατανοήσουμε πως λειτουργεί αυτό, ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε σε έναν κλάδο που παράγει ένα ομοειδές προιόν, πχ, ποδήλατα. Υπάρχουν τρεις ομάδες επιχειρήσεων με διαφορετικό τεχνικό επίπεδο και με διαφορετικό βαθμό οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας.
Στην πρώτη ομάδα επιχειρήσεων, επικρατούν οι πιο αναπτυγμένες από τεχνική άποψη συνθήκες παραγωγής και ξοδεύονται 25 ώρες για ένα ποδήλατο.
Στην δεύτερη ομάδα, επικρατούν μέσες συνθήκες παραγωγής και ξοδεύονται 50 ώρες.
Στην τρίτη ομάδα, οι επιχειρήσεις έχουν τις χειρότερες συνθήκες παραγωγής και ξοδεύονται 75 ώρες.
Ας υποθέσουμε ακόμα, ότι η μεγαλύτερη ποσότητα ποδηλάτων κατασκευάζεται στις επιχειρήσεις της δεύτερης ομάδας με τις μέσες συνθήκες παραγωγής. Σ’ αυτήν την περίπτωση η «κοινωνικά αναγκαία δαπάνη εργασίας» που καθορίζει το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος, θα είναι περίπου 50 ώρες. Όταν τα ποδήλατα πωληθούν με την ίδια τιμή, οι επιχειρήσεις της πρώτης ομάδας όχι μόνο θα καλύψουν τα έξοδα τους, αλλά θα πάρουν και ένα επιπρόσθετο εισόδημα που θα ισοδυναμεί με 25 ώρες. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις της τρίτης ομάδας από τις 75 ώρες εργασίας που ξόδεψαν, θα μπορέσουν να καλύψουν μόνο 50 ώρες.
Πάνω σ’ αυτήν την βάση, ανάμεσα στους παραγωγούς εμφανίζεται ένας οξύς ανταγωνισμός που τους αναγκάζει να μειώνουν τα ατομικά έξοδα παραγωγής του εμπορεύματος. Γιαυτό ανεβάζουν την παραγωγικότητα της εργασίας μέσω της τελειοποίησης των τεχνικών μέσων, της βελτίωσης της οργάνωσης της παραγωγής και ένταση της εκμετάλλευσης των εργατών.
Δεύτερο: Με βάση το νόμο της αξίας, συντελείται η αυθόρμητη, ή δια μέσου της αγοράς, ρύθμιση των αναλογιών μεταξύ των κλάδων της οικονομίας. Δηλαδή των αναλογιών στην παραγωγή διαφόρων ειδών εμπορευμάτων. Η απόκλιση των τιμών από την αξία είναι ένα είδος βαρόμετρου που δείχνει την ύπαρξη δυσαναλογιών στον καταμερισμό της συνολικής κοινωνικής εργασίας.
Για να κατανοήσουμε πως ο νόμος της αξίας ρυθμίζει τις αναλογίες στους διάφορους κλάδους της οικονομίας, ας υποθέσουμε ότι σε μια δοσμένη στιγμή σημειώνεται αύξηση της ζήτησης για το εμπόρευμα (Α) και μείωση της ζήτησης για το εμπόρευμα (Β). Η τιμή του εμπορεύματος (Α), θα είναι πάνω από την αξία του, ενώ του εμπορεύματος (Β) κάτω από την αξία του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αρχίζει αναπόφευκτα μια μετατόπιση κεφαλαίων από τους ασύμφορους κλάδους στους συμφερότερους κλάδους της οικονομίας.
Στις συνθήκες της αναρχίας και του ανταγωνισμού, οι μικροί εμπορευματοπαραγωγοί στο μεγάλο μέρος τους δεν αντέχουν, χάνουν τα μέσα παραγωγής και μετατρέπονται σε μισθωτούς εργάτες. Ταυτόχρονα, μια μικρή ομάδα εύπορων εμπορευματοπαραγωγών έχει τη δυνατότητα να αυξήσει την παραγωγή, να συσσωρεύσει κέρδη και να πλουτίσει. Οι εμπορευματοπαραγωγή αυτοί μετατρέπονται σε καπιταλιστές.

Βιβλιογραφία
Υποχρεωτική: Κ.Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τόμος πρώτος:
α) Πρόλογος στην πρώτη έκδοση (σελ. 11-17),
β) κεφάλαιο πρώτο, σελ. 49-106, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
Συμπληρωματική: Κ.Μαρξ-Φ.Ενγκελς, «Κομμουνιστικό Μανιφέστο».

Ερωτήσεις
1. Τι εννοούμε με τον όρο «εργασία»;
2. Τι εννοούμε με τους όρους «παραγωγικές δυνάμεις» και «σχέσεις παραγωγής»;
3. Ποιο το αντικείμενο και η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας;
4. Τι είναι βάση και τι εποικοδόμημα της κοινωνίας;
5. Τι σημαίνει ο νόμος της αντιστοιχίας των «σχέσεων παραγωγής» στο επίπεδο ανάπτυξης των «παραγωγικών δυνάμεων»;
6. Τι είναι η εμπορευματική παραγωγή και ποια τα βασικά χαρακτηριστικά της;
7. Τι είναι το εμπόρευμα και ποιες οι βασικές του ιδιότητες;
8. Από πού καθορίζεται το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος
9. Σε τι συνίσταται ο διπλός χαρακτήρας της εργασίας;
10. Ποιο ρόλο παίζει ο νόμος της αξίας στην ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής και εμφάνισης του καπιταλισμού;

10.10.13

Advertisements
Κατηγορίες:Uncategorized
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: