Αρχική > Uncategorized > Σεμινάρια Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας: Σεμινάριο Δεύτερο

Σεμινάρια Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας: Σεμινάριο Δεύτερο

Οκτώβριος 12, 2013 Σχολιάστε Go to comments

Μαρξιστικός Χώρος Μελέτης και Έρευνας» (ΜΑΧΩΜΕ)
Σεμινάρια Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας
Σεμινάριο Δεύτερο:

Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ οικονομικών

Α: Παραγωγή Υπεραξίας και διαδικασίες κατανομής της
Στο προηγούμενο Σεμινάριο εξετάσαμε το νόμο της αξίας και το ρόλο της στην ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής. Aναφερθήκαμε επίσης στις μορφές ανάπτυξης της αξίας κατά τη διαδικασία της ανταλλαγής. Ξεκινώντας από την απλή μορφή, τον αντιπραγματισμό (ανταλλαγή εμπορευμάτων μεταξύ τους), η αξία περνάει στη γενική μορφή (χρησιμοποίηση ενός εμπορεύματος στο ρόλο του «γενικού ισοδύναμου» στην ανταλλαγή) και τελικά στη χρηματική μορφή όπου το ρόλο του «γενικού ισοδύναμου» τον παίζει το χρήμα.

1. Λειτουργίες χρήματος και νόμος κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος
Η ουσία του χρήματος ως «γενικού ισοδύναμου» εκδηλώνεται στις λειτουργίες του, που εκφράζουν σχέσεις μεταξύ εμπορευματοπαραγωγών στη διαδικασία ανταλλαγής εμπορευμάτων. Οι λειτουργίες αυτές είναι πέντε: μέτρο αξίας, μέσο κυκλοφορίας, μέσο θησαυρισμού, μέσο πληρωμής και παγκόσμιο χρήμα. Σαν μέτρο αξίας το χρήμα χρησιμεύει για την έκφραση της αξίας όλων των εμπορευμάτων με τη μορφή ορισμένων ποσοτήτων έναντι του «γενικού ισοδύναμου» (πχ. του χρυσού, που λόγω των ιδιαίτερων φυσικο-χημικών ιδιοτήτων του αναδείχτηκε ιστορικά ως το καλύτερο εμπόρευμα στο ρόλο του «γενικού ισοδύναμου»). Οι τιμές των εμπορευμάτων εξαρτώνται κατά πρώτο λόγο από την αξία των ίδιων των εμπορευμάτων και δεύτερο από την αξία του «γενικού ισοδύναμου» (χρυσού). Με δοσμένη την αξία του χρυσού οι τιμές των εμπορευμάτων αλλάζουν κατά τρόπο ευθέως ανάλογο με τη δική τους αξία, ενώ με την αυξομείωση της αξίας του χρυσού, οι τιμές αυξάνονται ή μειώνονται σε αντίστροφη κατεύθυνση με την αξία του.
Η λειτουργία του χρήματος ως μέτρου αξίας συνδέεται με τη διαδικασία της ανταλλαγής όπου το χρήμα παίζει το ρόλο του μέσου κυκλοφορίας. Η διαδικασία της ανταλλαγής συντελείται σύμφωνα με τον τύπο Ε-Χ-Ε, με το χρήμα στο ρόλο του ενδιάμεσου στην ανταλλαγή. Με την εμπορευματική κυκλοφορία συντελείται ο διαχωρισμός των αγοραστών και των πωλητών, ενώ αποκαλύπτεται καθαρά η διαφορά ανάμεσα στην κίνηση της αξίας και την κίνηση της αξίας χρήσης. Η πρακτική πείρα έδειξε ότι ήταν προτιμότερη η αντικατάσταση του χρυσού και αργύρου ως μέσου κυκλοφορίας με χάρτινο χρήμα (χαρτονόμισμα) χωρίς εσωτερική αξία, δηλ. ως θεσμοθετημένο «γενικό ισοδύναμο» με αντίκρισμα χρυσού.
Το χρήμα ως μέσο θησαυρισμού (συσσώρευσης), εμφανίζεται όταν οι εμπορευματοπαραγωγοί δεν μετατρέπουν άμεσα το χρήμα από την πώληση εμπορευμάτων σε αγορά άλλων εμπορευμάτων (συνήθως τα καταθέτουν στην τράπεζα για χρησιμοποίηση σε κάποια μελλοντική στιγμή). Η συσσώρευση χρήματος που δεν έχει εσωτερική αξία είναι επισφαλής. Ο πραγματικός θησαυρός είναι ο το χρήμα-χρυσός ή αντικείμενα που έχουν υψηλή αξία και εμπορευσιμότητα (ασήμι).
Στη διαδικασία ανταλλαγής εμπορευμάτων εμφανίζεται και η πώληση χωρίς την άμεση εξόφληση. Μιλάμε για πώληση με πίστωση. Όταν εκπνεύσει η προθεσμία ο χρεώστης πληρώνει στον πιστωτή, ενώ ο πιστωτής του επιστρέφει το χρεωστικό έγγραφο (γραμμάτιο). Σε αυτήν την περίπτωση το χρήμα εκπληρώνει τη λειτουργία του μέσου πληρωμής. Αυτή η λειτουργία παίρνει διάφορες μορφές (πληρωμές μισθών, συντάξεων, ενοίκια, φόροι, κλπ). Εδώ το χρήμα εμφανίζεται ως πρόσκαιρος μεσολαβητής στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, περνώντας από τα χέρια του ενός ιδιοκτήτη στον άλλον με την προϋπόθεση ότι εκπληρώνει και τις τρεις προηγούμενες λειτουργίες, διαφορετικά κανένας δεν θα το έπαιρνε ως μέσο πληρωμής. Σε σύνδεση με τη λειτουργία του χρήματος ως μέσου πληρωμής, εμφανίζεται και λειτουργεί το «πιστωτικό» και «πλαστικό χρήμα» (γραμμάτια, συναλλαγματικές, πιστωτικές κάρτες, κά) που έχουν πάρει μεγάλη ανάπτυξη μεταπολεμικά.
Η ανάπτυξη των εμπορευματικών ανταλλαγών μεταξύ χωρών αποτελεί τη βάση εμφάνισης της λειτουργίας του χρήματος ως «παγκόσμιο χρήμα», τόσο ως «μέσο πληρωμής» όσο και σαν «γενικό ισοδύναμο» πλούτου (χρυσού). Κάθε χώρα έχει ανάγκη ενός αποθέματος χρυσού για τις διεθνείς της ανταλλαγές. Ωστόσο στις σημερινές συνθήκες το ρόλο του συναλλαγματικού αποθέματος παίζουν νομίσματα ισχυρών οικονομιών (κυρίως το δολάριο). Στην περίοδο που είχε αντίκρισμα χρυσού υπήρχαν σχετικά σταθερές σχέσεις στις διεθνείς συναλλαγές, ενώ με την αποδέσμευση του από το χρυσό, δημιουργεί αστάθεια στις διεθνείς συναλλαγές.
Για την πραγματοποίηση της αγοραπωλησίας των εμπορευμάτων χρειάζεται μια ορισμένη ποσότητα χρήματος. Αυτή εξαρτάται από το άθροισμα των τιμών των εμπορευμάτων, από την ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος, από τον όγκο των πωλήσεων με πίστωση, από το ύψος των πληρωμών που γίνονται με συμψηφισμό και από το ύψος των πληρωμών που έφθασε η προθεσμία εξόφλησης τους. Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να ορίσουμε την ποσότητα του χρήματος αναγκαία για την κυκλοφορία σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ως ίση: με το άθροισμα των τιμών των εμπορευμάτων που πωλήθηκαν τοις μετρητοίς, συν το ποσό πληρωμών που έφθασε η προθεσμία εξόφλησης, μείον το άθροισμα των πληρωμών που συμψηφίζονται, διαιρεμένο με την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος. Στην περίπτωση της κυκλοφορίας χαρτονομίσματος, ισχύουν τα παραπάνω αν το χαρτονόμισμα έχει αντίκρισμα χρυσού. Όταν όμως δεν υπάρχει και το κράτος τυπώνει μεγαλύτερη ποσότητα χαρτονομίσματος, τότε έχουμε «πληθωριστικό χρήμα», δηλαδή χρήμα υποτιμημένο που οδηγεί σε αυξήσεις τιμών με συνέπεια τη γενικότερη αστάθεια στην οικονομία.
Γύρω από το χρήμα και τις λειτουργίες του, από τις διάφορες σχολές αστικής σκέψης δίνονται ποικίλες ερμηνείες, που απολυτοποιούν είτε την μια είτε την άλλη λειτουργία του, έχοντας ως βαθύτερη αδυναμία τη λαθεμένη αντίληψη του νόμου της αξίας. Έτσι το ρεύμα των «νομιναλιστών» θεωρούσε αρχικά ότι το χρήμα είναι μόνο σύμβολα αξίας αρνούμενο την εμπορευματική του φύση, ενώ οι «μεταλλιστές» ότι το χρήμα στην έπρεπε να έχει πλήρη αξία (χρυσός). Από την άλλη οι οπαδοί της «ποσοτικής θεωρίας» θεωρούν ότι η αξία του χρήματος εξαρτάται από την ποσότητα βρίσκεται σε κυκλοφορία. Στη βάση των παραπάνω απόψεων, τα σύγχρονα ρεύματα αστικής σκέψης έχουν χωριστεί σε δύο τάσεις, σχετικά με τη «σημασία του χρήματος». Οι κεϋνσιανοί, μετακεϋνσιανοί, θεσμικοί κά, λένε ότι το «χρήμα έχει σημασία» στην οικονομία, ενώ οι νεοκλασικοί, νεοφιλελεύθεροι, κά, ότι «το χρήμα δεν έχει σημασία», αλλά είναι απλώς ένα «πέπλο» που καλύπτει στις ανταλλαγές των εμπορευμάτων, κά.

2. Η μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο
Η εμπορευματική παραγωγή και η εμπορευματική κυκλοφορία (εμπόριο), αποτελούν τις ιστορικές προϋποθέσεις γέννησης του κεφαλαίου, δεδομένου ότι το χρήμα είναι το τελευταίο «προϊόν» της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Μετά από μια ορισμένη ποσότητα συσσωρευμένου χρήματος, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο, δηλ. από διαλεκτική άποψη έχουμε το πέρασμα από την «ποσότητα» στην «ποιότητα».
Ένα κρίσιμο ζήτημα που πρέπει εξ’ αρχής να διευκρινίσουμε είναι η διαφορά μεταξύ χρήματος ως «χρήμα» και χρήματος ως «κεφάλαιο». Όπως είδαμε στην απλή εμπορευματική κυκλοφορία το χρήμα παίζει το ρόλο του μεσάζοντα στην ανταλλαγή ορισμένων «αξιών» (εμπορευμάτων») με άλλες «αξίες». Συγκεκριμένα έχουμε «Εμπόρευμα-Χρήμα-Εμπρόρευμα» (Ε-Χ-Ε). Με άλλα λόγια «πουλάω» ένα εμπόρευμα με συγκεκριμένη αξία χρήσης, για να αγοράσω άλλο εμπόρευμα με άλλη αξία χρήσης με τη μεσολάβηση «χρήματος»
Αντίθετα όταν σημείο αφετηρίας και τερματισμού της πράξης δεν είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα αλλά το ίδιο το χρήμα, δηλαδή έχουμε «Χρήμα-Εμπόρευμα-Χρήμα» (Χ-Ε-Χ’), η κίνηση αυτή εκφράζει τη μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο. Δηλαδή εκφράζει μια άλλη κατάσταση όπου ο εμπορευματοπαραγωγός αγοράζει με το χρήμα «μέσα παραγωγής» (αντικείμενα και μέσα εργασίας) καθώς και «εργατική δύναμη» και μέσα από τη διαδικασία της παραγωγής τα μετατρέπει σε διαφορετικά εμπορεύματα, τα οποία πουλάει στην αγορά και παίρνει περισσότερα χρήματα απ’ ότι αρχικά είχε καταβάλει.
Αξίζει να παρατηρήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στους δύο τύπους.
α) Στο Ε-Χ-Ε, το χρήμα ξοδεύεται οριστικά, ενώ στον τύπο Χ-Ε-Χ’, ο αγοραστής ξοδεύει το χρήμα για να εισπράξει και πάλι χρήμα.
β) Στον πρώτο τύπο το χρήμα αλλάζει δύο φορές θέση (Ε-Χ…Χ-Ε), ενώ στο δεύτερο το εμπόρευμα αλλάζει δύο φορές θέση (Χ-Ε…Ε-Χ’).
γ) Τελικός σκοπός του Ε-Χ-Ε είναι η κατανάλωση αξιών χρήσης, ενώ στο δεύτερο τύπο Χ-Ε-Χ’, είναι η ανταλλακτική αξία.
δ) Από πρώτη ματιά στο δεύτερο τύπο τα δύο άκρα δεν διαφέρουν. Όμως στην πραγματικότητα διαφέρουν κατά πολύ διότι το δεύτερο Χ’=Χ+δχ. Η προσαύξηση του Χ κατά δχ, πάνω από την αρχική του αξία, είναι η ΥΠΕΡΑΞΙΑ.
ε) Η επανάληψη της πώλησης Ε-Χ-Ε με σκοπό την αγορά, έχει όρια και τέλος, διότι σκοπό έχει την ικανοποίηση καταναλωτικών αναγκών, ενώ στην κυκλοφορία του χρήματος ως κεφάλαιο, αποτελεί αυτοσκοπό. Με άλλα λόγια η αξιοποίηση της αξίας πραγματοποιείται μόνο μέσα στα πλαίσια αυτής της διαρκώς επαναλαμβανόμενης κίνησης. Συνειδητός φορέας της κίνησης Χ-Ε-Χ’ είναι ο καπιταλιστής του οποίου υποκειμενικός σκοπός είναι η «αξιοποίηση της αξίας».
στ) Στον τύπο Χ-Ε-Χ’, η αξία περνάει διαδοχικά από τη μορφή «Χρήμα-Εμπόρευμα» και μέσα από τη συνεχή επανάληψη αυτής της διαδικασίας, αυτοαυξάνεται, γίνεται αυτοαυξανόμενο χρήμα και σαν τέτοιο γίνεται κεφάλαιο. Ο τύπος Χ-Ε-Χ’, είναι στην πραγματικότητα ο «γενικός τύπος του κεφαλαίου» και ισχύει τόσο για το εμπορικό, όσο και για το βιομηχανικό και το τοκοφόρο (πιστωτικό) κεφάλαιο.

2. Το μυστικό της υπεραξίας
Ο τύπος Χ-Ε-Χ’, κλείνει όπως είδαμε μέσα του, δύο πράξεις της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Αγορά και Πώληση. Είναι φυσικό να γεννιέται το ερώτημα από πού βγαίνει η υπεραξία και τελικά το κέρδος. Οι «μερκαντιλιστές» (εμποροκράτες), θεωρούσαν ότι το εμπόριο ήταν η σφαίρα προέλευσης τους κέρδους. Όμως μεταξύ δύο συναλλασσομένων που ανταλλάσσουν «αξίες χρήσης» το όφελος είναι αμοιβαίο. Επίσης από την πλευρά της «ανταλλακτικής αξίας» η ανταλλαγή δεν σημαίνει αύξηση της αξίας για κανέναν, διότι η ανταλλαγή γίνεται στη βάση ισοδύναμων αξιών. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι έχουμε το φαινόμενο της άνισης ανταλλαγής, το συνολικό άθροισμα των αξιών παραμένει το ίδιο.
Κατά συνέπεια όσοι προσπάθησαν να πουν ότι πηγή της Υπεραξίας είναι η εμπορευματική κυκλοφορία, έκαναν μια μεγάλη σύγχυση μεταξύ της «αξίας χρήσης» και της «αξίας ανταλλαγής». Η ανταλλαγή δεν δημιουργεί γενικά αξία, άρα ούτε και Υπεραξία. Η πηγή αυτοαύξησης της αξίας δεν μπορεί να προέρχεται από την πράξη Ε-Χ’ αφού εδώ το εμπόρευμα ξαναμετατρέπεται σε χρήμα, ούτε μπορεί να προέρχεται από την πράξη Χ-Ε αφού εδώ προυποτίθεται ισοδύναμη ανταλλαγή. Άρα λοιπόν η πηγή της αυτοαύξησης της αξίας πρέπει να αναζητηθεί στη σφαίρα της παραγωγής.
Για να μπορεί όμως να δημιουργηθεί Υπεραξία στη σφαίρα της παραγωγής, θα πρέπει στην αγορά να υπάρχει ένα τέτοιο εμπόρευμα, που να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα να είναι πηγή αξίας και παράλληλα κατά την κατανάλωση του (δηλ. κατά την κατανάλωση της αξία χρήσης του) να δημιουργεί νέα αξία, άρα και Υπεραξία. Και ένα τέτοιο εμπόρευμα υπάρχει στην αγορά: Πρόκειται για την εργατική δύναμη. Όμως για εμφανιστεί η εργατική δύναμη ως εμπόρευμα χρειάζονται ορισμένες ιστορικές προυποθέσεις.
α) Ο κάτοχος του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» πρέπει να την εξουσιάζει, δηλ. να είναι ιδιοκτήτης και να μπορεί να την πωλήσει στον κάτοχο του χρήματος. Από αυτήν την άποψη ένας δούλος δεν μπορεί να γίνει πωλητής εργατικής δύναμης, γιατί ο ίδιος είναι ιδιοκτησία του δουλοκτήτη.
β) Για να συνεχίζεται αυτή η σχέση της αγοραπωλησίας εργατικής δύναμης, ο κάτοχος της πρέπει να την πουλάει συνεχώς, δηλ. να είναι υποχρεωμένος να την πουλάει.
Με λίγα λόγια στην αγορά θα πρέπει να υπάρχει ο «ελεύθερος εργάτης» (ελεύθερος να πουλάει την εργατική του δύναμη και ταυτόχρονα υποχρεωμένος, αφού δεν διαθέτει άλλους τρόπους απόκτησης των μέσων συντήρησης του).
Η δημιουργία των παραπάνω προυποθέσεων, περικλείει μέσα της όπως λέει ο Μαρξ «μια ολόκληρη ιστορία». Στην ουσία πρόκειται για τους ιστορικούς όρους εμφάνισης του κεφαλαίου.
Το εμπόρευμα «εργατική δύναμη» όπως και κάθε άλλο εμπόρευμα, έχει «αξία» και «αξία χρήσης». Η «αξία» του εμπορεύματος εργατική δύναμη (όπως και κάθε άλλο εμπόρευμα) καθορίζεται από τον «κοινωνικά αναγκαίο χρόνο» για την παραγωγή της, δηλ. την παραγωγή των «μέσων συντήρησης» του «ελεύθερου εργάτη» με την πιο πλατιά έννοια. Ειδικότερα στην αξία της εργατικής δύναμης περικλείεται ένα «φυσικό», «ιστορικό» και «ηθικό» στοιχείο. Το «φυσικό» στοιχείο συνδέεται με τη βιολογική αναπαραγωγή του εργάτη και της οικογένειας του λαμβάνοντας υπ’ όψη και τις κλιματολογικές συνθήκες, το «ιστορικό» συνδέεται με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τα αποτελέσματα της ταξικής πάλης (άρα στο «καλάθι της νοικοκυράς» μπαίνουν όλο και περισσότερα προιόντα) και το «ηθικό» στοιχείο συνδέεται με τις πνευματικές ανάγκες, μόρφωσης, εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας, κά.
Αντίστοιχα η «αξία χρήσης» της εργατικής δύναμης βρίσκεται στο ότι κατά την διάρκεια χρησιμοποίησης της, παράγει αξία μεγαλύτερη από τον αξία των μέσων συντήρησης που χρειάζεται για την αναπαραγωγή της. Σε αυτήν ακριβώς την ιδιότητα του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» βρίσκεται το «μυστικό» εμφάνισης της Υπεραξίας.
Η μεγάλη συνεισφορά του Μαρξ έγκειται στο ότι παραμέρισε ένα από τα λογικά εμπόδια στην ανακάλυψη της Υπεραξίας και συγκεκριμένα στο πως μέσα από την ανταλλαγή ισοδύναμων και τη χρησιμοποίηση του εμπορεύματος «εργατική δύναμη», παράγεται «αξία» μεγαλύτερη από την «προκαταβελβημένη αξία».

3. Το προτσές παραγωγής της Υπεραξίας
Όταν ο καπιταλιστής (κάτοχος χρηματικού κεφαλαίου) πάει στην αγορά και αγοράζει «μέσα παραγωγής» (αντικείμενα εργασίας και μέσα εργασίας) καθώς και «εργατική δύναμη», έχει βασικό στόχο (μέσα από την συνένωση τους στη διαδικασία της παραγωγικής), να παράγει όχι απλώς εμπορεύματα ως φορείς «αξιών χρήσης», αλλά κυρίως εμπορεύματα ως φορείς «αξίας» και ιδιαίτερα «υπεραξίας». Το τελευταίο επιτυγχάνεται με την αγορά και χρησιμοποίηση του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» στην διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Ο «ελεύθερος εργάτης» ή «προλετάριος» έχει πωλήσει στον καπιταλιστή την εργασιακή του ικανότητα μέσα στην μέρα, λαμβάνοντας ως αμοιβή την αξία των μέσων συντήρησης του.
Όμως ο καπιταλιστής πληρώνοντας την «ημερήσια αξία» της εργατικής δύναμης, έχει το πλεονέκτημα κατά τη διάρκεια χρησιμοποίησης της, να δημιουργεί «αξίες» μεγαλύτερη από την αξία των «μέσων συντήρησης» που πλήρωσε με τη μορφή «μισθού» στον εργάτη. Αν για παράδειγμα η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας αντί 8 ώρες ήταν πχ. 4 ώρες, τότε η αξία που θα παρήγαγε ο εργάτης θα ήταν ίση με την αξία των μέσων συντήρησης του και κατά συνέπεια δεν θα υπήρχε Υπεραξία.
Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Μαρξ, ο καπιταλιστής πληρώντας την «ημερήσια αξία» της εργατικής δύναμης του εργάτη (δίνοντας του τα μέσα συντήρησης), δεν παραβιάζεται ο νόμος της αξίας και της ισοδύναμης ανταλλαγής. Το γεγονός ότι η «ημερήσια συντήρηση της εργατικής δύναμης» κοστίζει μόνο το μισό της εργάσιμης ημέρας, είναι οπωσδήποτε μεγάλο ευτύχημα για τον αγοραστή. Όμως δεν αποτελεί καθόλου «αδικία» σε βάρος του πωλητή.!! Όλοι οι όροι του προβλήματος λύθηκαν χωρίς να παραβιαστούν οι νόμοι της ανταλλαγής.!!!
Το όλο μυστικό προέλευσης της Υπεραξίας, βρίσκεται κατά συνέπεια στο ότι η διαδικασία δημιουργίας της νέας αξίας παρατείνεται πέρα από το σημείο που παράγεται το ισοδύναμο της αξίας της εργατικής δύναμης. Δηλ. πέρα από την αναγκαία εργασία και έτσι έχουμε την πρόσθετη εργασία. Η πέραν του αναγκαίου χρόνου διαδικασία δημιουργίας νέας αξίας, μετατρέπεται σε διαδικασία αύξησης της προκαταβελημένης αξίας (αγορά μέσων παραγωγής και εργατικής δύναμης). Η παραγωγική διαδικασία ως ενότητα του προτσές εργασίας και του προτσές δημιουργίας αξίας, είναι διαδικασία παραγωγής εμπορευμάτων, ενώ ως προτσές αύξησης της «αξίας», είναι καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής ή καπιταλιστική μορφή της εμπορευματικής παραγωγής.
Στις συνθήκες της δουλοκτητικής κοινωνίας και της φεουδαρχίας, η εκμετάλλευση του άμεσου παραγωγού στη διαδικασία παραγωγής των υλικών αγαθών, είχε χαρακτήρα απροκάλυπτου εξαναγκασμού για εργασία, προς όφελος του εκμεταλλευτή. Εντελώς διαφορετικά είναι τα πράγματα με την καπιταλιστική μορφή εκμετάλλευσης. Στην επιφάνεια των φαινομένων ο μισθωτός εργάτης εμφανίζεται το ίδιο ισότιμος κι ελεύθερος κάτοχος εμπορεύματος (εργατικής δύναμης), όπως και ο καπιταλιστής (κάτοχος χρήματος). Η αποκάλυψη του Μάρξ ότι πίσω από την τυπική νομική ισότητα κρύβεται μια βαθιά οικονομική ανισότητα, αποτέλεσε αποφασιστική στροφή στην οικονομική επιστήμη και έπαιξε εξαιρετικό ρόλο στην ανάπτυξη ολόκληρης της επαναστατικής θεωρίας και δράσης της εργατικής τάξης.

4. Ο νόμος της Υπεραξίας βασικός νόμος του καπιταλισμού

Ο Μαρξ στον πρόλογο του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» γράφει μεταξύ άλλων ότι «τελικός σκοπός του συγγράμματος μου είναι η αποκάλυψη των οικονομικών νόμων κίνησης της σύγχρονης κοινωνία». Ένας τέτοιος νόμος είναι ο νόμος της Υπεραξίας. Μέσα σ’αυτόν το νόμο εκφράζεται η ουσία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ο σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής, η αντίθεση και το ασυμβίβαστο των ζωτικών συμφερόντων του «προλεταριάτου» και της «\αστικής τάξης. «Η παραγωγή Υπεραξίας ή κέρδους – αυτός είναι ο απόλυτος νόμος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής – τόνιζε ο Μαρξ.
Η υπεραξία δεν αφορά μόνο η σφαίρα των οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στους καπιταλιστές και στους μισθωτούς εργάτες. Πάνω στη βάση της κατανομής της, διαμορφώνονται απ’ ότι θα δούμε σε συνέχεια, ορισμένες σχέσεις ανάμεσα σε διάφορες ομάδες της αστικής τάξης. Ανάμεσα στους βιομηχάνους, τους εμπόρους, τους τραπεζίτες, καθώς και ανάμεσα στην τάξη των καπιταλιστών και στην τάξη των γαιοκτημόνων
Το κυνήγι της υπεραξίας παίζει βασικό ρόλο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (νέες τεχνολογίες, νέα τεχνική, ανώτερη επαγγελματική κατάρτιση, κά). Αυτό το κυνήγι της υπεραξίας καθορίζει επίσης την κατεύθυνση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και των παραγωγικών σχέσεων. Ο νόμος της υπεραξίας είναι στην ουσία ο νόμος γέννησης, ανάπτυξης και αποσύνθεσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο νόμος κίνησης του ως συγκεκριμένης ιστορικής μορφής οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής. Από αυτήν την άποψη ο νόμος της Υπεραξίας είναι ο «βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλισμού».

5. Η κατανομή (μοίρασμα) της Υπεραξίας

Ο τρόπος παραγωγής και ιδιοποίησης του «υπερπροϊόντος» σε κάθε κοινωνία, εκφράζει τις ιστορικές ιδιομορφίες των παραγωγικών σχέσεων που επικρατούν σε μια δοσμένη κοινωνία. Στον καπιταλισμό, οι ιστορικές αυτές ιδιομορφίες των παραγωγικών σχέσεων εκφράζονται με την υπεραξία. Στην υπεραξία εκφράζεται και η διαφορά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης από τη δουλοκτητική ή τη φεουδαρχική εκμετάλλευση.
Το «υπερπροϊόν» και η «υπεραξία» δεν είναι το ίδιο πράγμα. Διαφέρουν πρώτα απ’ όλα ως «αξία χρήσης» και «αξία». Το υπερπροϊόν δημιουργείται από τη συγκεκριμένη εργασία, ενώ η υπεραξία δημιουργείται από την αφηρημένη εργασία. Σε όλους του ανταγωνιστικούς σχηματισμούς το υπερπροϊόν αφαιρείται προς όφελος των εκμεταλλευτών. Όμως οι μορφές της αφαίρεσης είναι διαφορετικές (ειδικές) για κάθε τρόπο παραγωγής. Στον καπιταλισμό το υπερπροιόν που παράγεται από το μισθωτό εργάτη, καρπώνεται ο καπιταλιστής με τη μορφή της υπαραξίας.
Η υπεραξία, όπως και η αξία γενικά, είναι υλοποιημένη σε ορισμένα εμπορεύματα. Είναι υλοποιημένη σε υλικά προιόντα, σε αξίες χρήσης. Εκείνο το μέρος του εμπορευματικού προιόντος όπου αντιπροσωπεύει η υπεραξία, αυτό ακριβώς είναι το υπερπροιόν που δημιουργείται στην καπιταλιστική επιχείρηση. Το υπερπροιόν ως φορέας της υπεραξίας είναι μια ειδική κατηγορία της καπιταλιστικής οικονομίας. Ο καπιταλιστής καθώς καρπώνεται την υπεραξία καρπώνεται το υπερπροιόν.Το υπερπροιόν αρχικά πέφτει στα χέρια του καπιταλιστή βιομήχανου ως μέρος της εμπορευματικής παραγωγής που παράγεται στην επιχείρηση του. Μετά την πώληση των εμπορευμάτων η υπεραξία παίρνει χρηματική μορφή, ενώ το υπερπροιόν περνάει στα χέρια του αγοραστή ως συγκεκριμένη αξία χρήσης.
Πως όμως ακριβώς μοιράζεται η παραγόμενη υπεραξία μεταξύ καπιταλιστών; «Ολο το σύστημα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής – λέει ο Μαρξ – βασίζεται στο ότι ο εργάτης πουλά την εργατική του δύναμη ως εμπόρευμα». Από την πώληση αυτή ωφελημένος βγαίνει ο καπιταλιστής που την αγόρασε και την κατανάλωσε, γιατί του μένει η υπεραξία, δηλ. ένα περίσσευμα ή πλεόνασμα πάνω από την αξία που έδωσε να την αγοράσει. Όμως δεν την κρατάει όλη. Ένα μέρος της υπεραξίας μοιράζεται με άλλα τμήματα των κυρίαρχων τάξεων και για τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, δηλ. του κράτους, που έχει κύρια αποστολή να προστατεύει τα συμφέροντα τους. Το κάθε μερίδιο υπεραξίας (ή κάθε μερίδιο στο υπερπροιόν ή καθαρό εθνικό εισόδημα) που παίρνουν οι διάφορες ομάδες της άρχουσας τάξης και το κράτος, φέρει διαφορετική ονομασία.
Το μερίδιο που παίρνουν οι βιομήχανοι ονομάζεται βιομηχανικό κέρδος, το μερίδιο που παίρνουν οι έμποροι ονομάζεται εμπορικό κέρδος, το μερίδιο που παίρνουν οι τραπεζίτες και γενικά όσοι δανείζουν χρήματα λέγεται τόκος, ενώ ένα μερίδιο παίρνουν οι γαιοκτήμονες και οι ιδιοκτήτες γης, όταν ενοικιάζουν τη γη τους και ονομάζεται γαιοπρόσοδος ή γεώμορο. Τέλος το κράτος παίρνει με τη μορφή φόρων το δικό του μερίδιο το οποίο χρησιμοποιεί για τη συντήρηση του κρατικού μηχανισμού και ορισμένες άλλες ανάγκες. Με άλλα λόγια η αστυνομία, η χωροφυλακή, οι δεσμοφύλακες, οι δικαστές, ο στρατός, οι δημόσιοι υπάλληλοι κά, συντηρούνται από την υπεραξία που παράγεται στην υλική παραγωγή.

Β. Μορφές και βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης

1. Η ουσία του κεφαλαίου
Τι είναι κεφάλαιο; Το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, ούτε οποιοδήποτε αγαθό, ούτε ένα ποσό χρήματος. Το κεφάλαιο είναι η αρχική (προκαταβεβλημένη) αξία που αυτοαυξάνεται στη διαδικασία της παραγωγής αποφέροντας υπεραξία μέσα από την εκμετάλλευση των μισθωτών εργατών. Με άλλα λόγια το «κεφάλαιο» είναι «οικονομική σχέση». Ειδικότερα το κεφάλαιο που λειτουργεί στη διαδικασία της παραγωγής χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος που είναι «υλοποιημένο» (ενσωματωμένο) στα μέσα παραγωγής (κτίρια, μηχανές, πρώτες ύλες, τεχνικό εξοπλισμό, κλπ) και δεν δημιουργεί καμιά νέα αξία, ονομάζεται σταθερό κεφάλαιο.
Το δεύτερο μέρος που αντιστοιχεί στα έξοδα του καπιταλιστή για την αγορά εργατικής δύναμης και δημιουργεί αξία μεγαλύτερη απ’ ότι ξοδεύτηκε για την αγορά της, ονομάζεται μεταβλητό κεφάλαιο. Το μεταβλητό κεφάλαιο (δηλ. η αγορά ζωντανής εργασίας), όχι μόνο δημιουργεί τη «νέα αξία» αλλά ταυτόχρονα διατηρεί την παλιά αξία που είναι υλοποιημένη στα μέσα παραγωγής, μεταφέροντας την στα παραγόμενα εμπορεύματα.
Το κεφάλαιο που διαθέτει ο καπιταλιστής για να αρχίσει τη διαδικασία παραγωγής, είναι ίσο με το άθροισμα του «σταθερού» (σ) και «μεταβλητού» (μ) κεφαλαίου. Δηλ. Κ=σ+μ. Στη διαδικασία της παραγωγής δημιουργείται η υπεραξία (υ) που προσαυξάνει την αρχική αξία. Αρα η αξία του εμπορεύματος είναι ίση με την αξία του σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, προσαυξημένη με την υπεραξία. Έτσι η αξιακή σύνθεση του εμπορεύματος είναι = σ+μ+υ.
Το ποσοστό υπεραξίας είναι η σχέση της υπεραξίας προς το μεταβλητό κεφάλαιο, δηλ. υ/μ και εκφράζει το βαθμό εκμετάλλευσης του εργάτη. Ο βαθμός εκμετάλλευσης δεν μας δίνει το απόλυτο ύψος της υπεραξίας, δηλ. τη μάζα της υπεραξίας που καρπώνεται ο καπιταλιστής. Το ύψος της «μάζας της υπεραξίας» εξαρτάται από το βαθμό εκμετάλλευσης και τον αριθμό των εργατών που υπόκεινται σε εκμετάλλευση. Αν η αξία της εργατικής δύναμης για κάθε εργάτη είναι σε μια μέρα 5.000 δρχ. και το ποσοστό υπεραξίας είναι ίσο με 100%, τότε η μάζα της υπεραξία που δημιουργείται σε μια μέρα είναι ίση με 5.000 δρχ.
Τέλος όταν την υπεραξία τη συσχετίζουμε με το σύνολο του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου, δηλ. υ/σ+μ, τότε έχουμε το «ποσοστό κέρδους.» Η διαφορά ανάμεσα στο «ποσοστό κέρδους» και στο «ποσοστό υπεραξίας» βρίσκεται στο ότι το πρώτο είναι μικρότερο από το δεύτερο και γιαυτό ακριβώς το λόγο το ποσοστό κέρδους συγκαλύπτει τον πραγματικό βαθμό εκμετάλλευσης του εργάτη από το κεφάλαιο, τον παρουσιάζει μικρότερο, εξωραΐζοντας την εκμεταλλευτική σχέση του κεφαλαίου προς την εργατική τάξη.

2. Τρόποι αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης
Ο απλούστερος τρόπος αύξησης της υπεραξίας είναι η παράταση της εργάσιμης ημέρας. Η υπεραξία που δημιουργείται με την παράταση της εργάσιμης μέρας ονομάζεται απόλυτη υπεραξία. Ο συγκεκριμένος τρόπος αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης, ήταν στο παρελθόν κύρια μέθοδος που χρησιμοποιούσαν οι καπιταλιστές. (Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει και η μεγάλη ένταση ή εντατικοποίηση της εργασίας). Όμως η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης μπορεί να γίνει και χωρίς παράταση της εργάσιμης ημέρας, μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και τη μείωση του αναγκαίου χρόνου για την παραγωγή ενός εμπορεύματος. Στην περίπτωση αυτή ονομάζεται σχετική υπεραξία.
Παραλλαγή της σχετικής υπεραξίας είναι η πρόσθετη υπεραξία η οποία πηγάζει από τη διαφορά μεταξύ ατομικής αξίας του εμπορεύματος που παράγει μια επιχείρηση και την κοινωνική αξία (δηλ. την αξία που καθορίζεται από τον μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο παραγωγής του μεγαλύτερου όγκου ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος σε κοινωνική κλίμακα). Με άλλα λόγια πηγή της πρόσθετης υπεραξίας είναι η υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας σε ορισμένες επιχειρήσεις, σε σύγκριση με το μέσο επίπεδο παραγωγικότητας που ισχύει στο δοσμένο κλάδο.
Οι τρόποι και οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για να αποσπάσει όσο γίνεται μεγαλύτερη υπεραξία, αποκαλούνται μορφές εκμετάλλευσης. Οι μορφές εκμετάλλευσης που εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια του προτσές εργασίας στη διαδικασία της παραγωγής, αποτελούν τις μορφές άμεσης εκμετάλλευσης. Οι άμεσες μορφές εκμετάλλευσης έχουν στόχο να επιδράσουν με τέτοιο τρόπο πάνω στον εργάτη, ώστε να αποσπάσουν όσο γίνεται περισσότερη υπεραξία στη διαδικασία της παραγωγής. Τέτοιες μορφές είναι η διάρκεια της εργασίας, η ένταση ή εντατικότητα της εργασίας, η πολυπλοκότητα της εργασίας και η παραγωγικότητα της εργασίας. Από αυτήν την άποψη τα διάφορα συστήματα πληρωμής του εργάτη που έχουν κύριο στόχο την εντατικοποίηση της εργασίας, όπως τα πριμ παραγωγής, τα πριμ καλής διαγωγής, στο σύστημα των πλασιέ, η δουλειά στο σπίτι (φασόν), κά, δεν είναι τίποτα άλλο από μορφές εκμετάλλευσης των εργαζόμενων από το κεφάλαιο.
Όμως ο εργάτης εμφανίζεται παράλληλα και στην αγορά ως αγοραστής εμπορευμάτων, καταθέτει τις οικονομίες του στην τράπεζα, παίρνει στεγαστικό και καταναλωτικό δάνειο, είναι φορολογούμενος πολίτης, κά. Το κεφάλαιο παρεμβαίνει σε αυτές τις σφαίρες με στόχο την ιδιοποίηση ενός ακόμα μέρους του εισοδήματος των εργαζόμενων με ανεξέλεγκτες ανατιμήσεις, υπερφορολόγηση, περικοπές «κοινωνικού μισθού» (κοινωνικές δαπάνες, κά). Οι μέθοδες που χρησιμοποιεί για την εκμετάλλευση του εργάτη έξω από την παραγωγή, ονομάζονται έμμεσες μορφές εκμετάλλευσης.

3. Το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης
Απομένει να εξετάσουμε το ζήτημα του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης, που σχετίζεται σε τελευταία ανάλυση με το εισόδημα που προέρχεται από την πώληση της εργατικής δύναμης. Από το ύψος ή μέγεθος της αμοιβής του εργάτη εξαρτιέται το βιοτικό του επίπεδο. Ακόμα και στην περίπτωση που ο εργάτης πληρώνεται ολόκληρη την αξία της εργατικής δύναμης με μορφή μισθού, ο μισθός του φθάνει μόνο για να ζήσει. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που είναι υποχρεωμένος κάθε μέρα να πουλάει την εργατική του δύναμη προκειμένου να ζήσει, ενώ ο καπιταλιστής ιδιοποιείται διαρκώς όλο και μεγαλύτερη υπεραξία από το παραγόμενο εισόδημα.
Το αποτέλεσμα είναι ο εργάτης και κάθε εργαζόμενος που δουλεύει για λογαριασμό του καπιταλιστή, να αναπαράγει κάθε μέρα τον καπιταλιστή ως καπιταλιστή και τον εαυτό του ως εργάτη, διαιωνίζοντας έτσι τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση ο εργάτης για να διατηρήσει το βιοτικό του επίπεδο, επιδιώκει να εισπράττει με τη μορφή μισθού, την αξία της εργατικής του δύναμης.
Τι γίνεται όμως όταν δεν την εισπράττει; Ο καπιταλιστής και όλη η τάξη των καπιταλιστών έχει μόνιμα την τάση να κατεβάζει την αμοιβή της εργασίας, κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης, για να μένει σ’ αυτόν, όσο δυνατό μεγαλύτερο μερίδιο από το νέο προιόν με τη μορφή της υπεραξίας. Αυτή η μόνιμη τάση αποτελεί βασικό γνώρισμα του καπιταλισμού. Πρόκειται για τον «απόλυτο νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης» όπως λέει ο Μαρξ.
Η εργατική τάξη από την πλευρά της παλεύει διαρκώς για να ματαιώσει την προσπάθεια των κεφαλαιοκρατών να κατεβάζουν την αμοιβή εργασίας κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης. Όταν παρ’ όλα αυτά οι καπιταλιστές το πετυχαίνουν, το βιοτικό επίπεδο των εργατών κατεβαίνει οπότε μιλάμε για «απόλυτη εξαθλίωση» της εργατικής τάξης». Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Λένιν σ’ αυτές τις συνθήκες «ο εργάτης γίνεται φτωχότερος από πριν, αναγκάζεται να ζεί χειρότερα, να διατρέφεται πενιχρότερα, να χορταίνει όλο και λιγότερο, να κατοικεί σε υπόγεια και σοφίτες». (τομ.22. σελ.230-231) Αυτό φυσικά δεν αποκλείει περιπτώσεις που η εργατική τάξη με την πάλη της, έστω και προσωρινά, μπορεί να εξουδετερώνει τις συγκεκριμένες προσπάθειες (δηλ. τη μονιμότερη τάση των καπιταλιστών να κατεβάζουν την αμοιβή εργασίας κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης) και να πετυχαίνει άνοδο της πληρωμής της εργατικής δύναμης πάνω από την αξία της.
Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που η εργατική τάξη το πετυχαίνει είναι προσωρινά, ενώ η υπεραξία ή πιο σωστά η μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται η τάξη των κεφαλαιοκρατών, με την αύξηση γενικά της παραγωγικότητας της εργασίας, αυξάνει πιό γρήγορα. Στην περίπτωση αυτή έχουμε τη λεγόμενη σχετική εξαθλίωση της εργατικής τάξης.
Οι εμπειρίες σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα (για να περιοριστούμε μόνο σ’ αυτόν), δείχνουν ότι μεγάλο μέρος των εργαζόμενων ζει όχι μόνο σε συνθήκες σχετικής αλλά και απόλυτης εξαθλίωσης.

Ερωτήματα
1. Ποιες είναι οι βασικές λειτουργίες του χρήματος;
2. Ποια η διαφορά μεταξύ χρήματος ως χρήμα και του χρήματος ως κεφάλαιο;
3. Σε ποια σφαίρα δημιουργείται η υπεραξία;
4. Τι είναι υπεραξία και ποια η διαφορά της με το υπερπροιόν;
5. Ποιες είναι οι ιδιότητες της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα;
6. Γιατί ο νόμος της υπεραξίας είναι βασικός νόμος του καπιταλισμού;
7. Τι είναι κεφάλαιο;
8. Ποια η αξιακή σύνθεση του εμπορεύματος;
9. Τι καθορίζει την αξία της εργατικής δύναμης;
10. Ποια είναι η τάση του κεφαλαίου σχετικά με το μισθό εργασίας;
11. Τι είναι η απόλυτη και τι η σχετική εξαθλίωση της εργατικής τάξης;
12. Ποιες είναι οι μορφές εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης;
13. Τι είναι το κέρδος, ο τόκος και η γαιοπρόσοδος και ποια η διαφορά από την υπεραξία;
14. Ποια η διαφορά μεταξύ ποσοστού κέρδους και ποσοστού υπεραξίας;

Βιβλιογραφία
Κ.Μαρξ, «Κεφάλαιο»: τόμος πρώτος, σελ. 159-246, 327-337, 524-547,
τόμος τρίτος, σελ. 1030-1046

17.10.13
Γιάννης Τόλιος

Advertisements
Κατηγορίες:Uncategorized
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: