Archive

Archive for Απρίλιος 2014

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Απρίλιος 29, 2014 Σχολιάστε

Ο υποψήφιος ευρωβουλευτής Γιάννης Τόλιος, σε ενημερωτική εκδήλωση που διοργάνωσε η «Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων» (ΠΟΜΙΔΑ), σε θέματα πολιτικής επί της ακίνητης περιουσίας, δήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Ο τομέας των ακινήτων, αγγίζει ευρύτερες κοινωνικές κατηγορίες (μικρούς και μεγάλους ιδιοκτήτες, off-shore εταιρίες, κατασκευαστές, ενοικιαστές, δανειολήπτες, τράπεζες, αστέγους, μεσίτες, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, κά). Κατά συνέπεια οι δημόσιες πολιτικές θα πρέπει να έχουν σύνθετη θεώρηση. Ιδιαίτερα για ορισμένες κατηγορίες ιδιοκτητών, όπως πρώτης κατοικίας, οι οποίοι λόγω αδυναμίας εξόφλησης στεγαστικών δανείων, είτε λόγω απανωτών φόρων και «χαρατσιών», βιώνουν «μαύρες ημέρες». Με την ψήφιση του νόμου για την απελευθέρωση των πλειστηριασμών, υπάρχει άμεσος κίνδυνος χιλιάδες οικογένειες να βρεθούν κυριολεκτικά στο δρόμο. Ταυτόχρονα πολλοί ιδιοκτήτες με δύο, τρία ακίνητα, αντιμετωπίζουν τραγικά αδιέξοδα έχοντας ξενοίκιαστα ακίνητα λόγω κρίσης και διατρέχουν κίνδυνο να χάσουν τις περιουσίες τους από τράπεζες, διάφορους τυχοδιώκτες και επιθετικά funds.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κατηγορηματικά αντίθετος στην πολιτική δήμευσης του ελληνικού λαού που προωθούν η «συγκυβέρνηση» ΝΔ-ΠΑΣΟΚ με τις οδηγίες της «τρόϊκας» χάρη των δανειστών. Αγωνίζεται για την ανατροπή της θέτοντας ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και όχι τα στενά συμφέροντα των τραπεζιτών και παντός είδους οικονομικά «ισχυρών».
Βασικοί άξονες πολιτικής του στον τομέα της ακίνητης περιουσίας είναι:
Α) Κανένας πλειστηριασμός για πρώτη κατοικία, η οποία πρέπει να θεωρείται κοινωνικό αγαθό. Για όσους δεν μπορούν λόγω κρίσης να εξοφλήσουν το στεγαστικό δάνειο, πρέπει να εφαρμοστεί πολιτική με φιλοσοφία «Σεισάχθειας». Δηλαδή όσοι έχουν εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας, να γίνει διαγραφή του δανείου, για όσους έχουν οικογενειακό εισόδημα πάνω απ’ το ελάχιστο όριο ως 25.000 €, η δόση να μην υπερβαίνει το 30% του εισοδήματος και να διαγράφεται η υπόλοιπη, ενώ για όσους έχουν μεγαλύτερο εισόδημα ως 40.000 €, να υπάρχει διευκόλυνση. Τέλος για τους μικρομεσαίους ιδιοκτήτες που δεν έχουν άλλα εισοδήματα και διαθέτουν δύο, τρία ακίνητα, να ισχύσουν ειδικές φορολογικές ρυθμίσεις (απαλλαγή για διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης, κά) ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, κά.
Β) Αναπροσαρμογή αντικειμενικών αξιών των ακινήτων στις πραγματικές τιμές και εφαρμογή προοδευτικής κλίμακας φορολογίας με ικανό αφορολόγητο όριο (πέραν του ορίου των 200.000 €) που να προστατεύει τη μικρομεσαία ιδιοκτησία και την κατάργηση ταυτόχρονα των «φορολογικών παραδείσων» των off-shore εταιριών.
Γ) Καταγραφή του οικιστικού αποθέματος (παλαιών και νέων κατοικιών) και εφαρμογή προγραμμάτων στέγασης αστέγων πολιτών και πολυμελών οικογενειών, με ευθύνη των δήμων, εξασφαλίζοντας την αναγκαία οικονομική τους στήριξη (απόδοση των θεσμοθετημένων πόρων και έκτακτη επιχορήγηση), με παράλληλη πάταξη της φοροδιαφυγής των «εχόντων και κατεχόντων».
Δ) Η ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής αποδοτικότητας των ακινήτων (εξοικονόμηση ενέργειας), δεν μπορεί να γίνει σε βάρος της μικρομεσαίας περιουσία που πλήττεται από την κρίση και την υψηλή φορολογία, αλλά με ειδικά κίνητρα που θα διαμοιράζει το «κοινωνικό όφελος» της εξοικονόμησης υπέρ των μικρών και μεσαίων ιδιοκτητών.
Ε) Εθνικοποίηση και κοινωνικοποίηση των τραπεζών και δημιουργίας τράπεζας ειδικού σκοπού για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων στέγασης εργαζόμενων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, με αξιοποίηση της εμπειρίας του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
ΣΤ) Τέλος κατά το ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται γενικότερη στροφή στην ασκούμενη οικονομική πολιτική, με κατάργηση του Μνημονίου και των εφαρμοστικών νόμων, διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, πολιτική παραγωγικής ανασυγκρότησης, αύξησης θέσεων εργασίας και μείωση ανεργίας, στήριξη αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων, κά. Ένα τέτοιο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, δημιουργεί αισιοδοξία εξόδου από την κρίση και ελπιδοφόρα προοπτική για την ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στη νέα γενιά.

Κατηγορίες:Uncategorized

Γ. Τόλιος: Ο ΣΥΡΙΖΑ λέει όχι στο «πάση θυσία» στην Ευρωζώνη

Απρίλιος 28, 2014 Σχολιάστε

«Ο ΣΥΡΙΖΑ και συνολικά το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς αγωνίζεται για ανατροπή του σαθρού οικοδομήματος της ΟΝΕ και επαναθεμελίωσή του με όρους λαών και εργαζόμενων, απορρίπτει το δόγμα, «πάση θυσία» στην Ευρωζώνη, που ακολουθεί η κυβέρνηση και θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα την αποτροπή της ανθρωπιστικής καταστροφής και την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών».

Τα παραπάνω δήλωσε στο naftemporiki.gr o υποψήφιος ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Τόλιος, εν μέσω της γνωστής αντιπαράθεσης που έχει ξεσπάσει τις τελευταίες μέρες , χαρακτηρίζοντας τις ευρωεκλογές του Μαΐου τις κρισιμότερες από πολιτική άποψη «για την Ελλάδα που βιώνει τις πολιτικές μνημονίου, κυβερνώσας ελληνικής ελίτ και τρόϊκας (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ)».

Σύμφωνα με τον κ. Τόλιο, η Ευρωζώνη – ευρώ αποδείχτηκε ότι δεν εξασφαλίζουν οικονομική σύγκλιση, αλληλεγγύη, ανάπτυξη, δημοκρατία, κ.ά., αντίθετα οι λαοί ιδιαίτερα της περιφέρειας, βιώνουν σκληρή λιτότητα, κατεδάφιση κοινωνικού κράτους, συρρίκνωση δημοκρατίας και οικοδόμηση «Ενωμένης Ευρώπης» με επικυριαρχία της Γερμανίας.

«Βασική θέση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και θα αντιμετωπίσει όταν γίνει κυβέρνηση τις ενδεχόμενες απειλές και εκβιασμούς των δανειστών με όλα τα δυνατά όπλα, βέβαιος σε κάθε περίπτωση ότι ο ελληνικός λαός θα τον στηρίξει» κατέληξε ο υποψήφιος ευρωβουλευτής κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Κατηγορίες:Uncategorized

«Λέξη προς Λέξη»: Το νέο βιβλίο του Κ.Λαπαβίτσα

Απρίλιος 28, 2014 Σχολιάστε

Το νέο βιβλίο του Κώστα Λαπαβίτσα, «Λέξη προς Λέξη: Κείμενα για την ελληνική κρίση 2010-13» (εκδ. «Τόπος», σελ.158 ή 52.500 ….λέξεις), έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή. Οι συνέπειες από τα μέτρα του Μνημονίου έχουν σωρεύσει στον ελληνικό λαό πρωτοφανή δεινά και ερείπια στην οικονομία, τα οποία ούτε σε συνθήκες παρατεταμένου πολέμου δεν υπήρξαν ανάλογα. Από την άλλη το οικοδόμημα της ευρωζώνης αποκτά όλο και πιο αντιδραστικά χαρακτηριστικά, βυθίζοντας λαούς και χώρες, ιδιαίτερα της «περιφέρειας», σε οικονομική και κοινωνική παρακμή, ενώ η «νέα Ευρώπη» που οικοδομείται διασφαλίζει το Imperium της Γερμανίας.

Το νέο βιβλίο του Κ.Λ, είναι ένα «οδοιπορικό», όπου «βήμα-βήμα» αναλύει, σε σειρά άρθρων και συνεντεύξεων της περιόδου 2010-13, τις σημαντικότερες πτυχές της κρίσης στην Ελλάδα και τις συνέπειες των μέτρων της «τρόϊκας» και των ελληνικών κυβερνήσεων, καταθέτοντας παράλληλα μέτρα πολιτικής με επίκεντρο τα συμφέροντα του ελληνικού λαού και της χώρας. Ο Κ.Λ. είναι από τους πρώτους που εντόπισαν τις ενδογενείς αντιφάσεις μεταξύ των χωρών του «πυρήνα» και «περιφέρειας» της ευρωζώνης και τις αρνητικές συνέπειες της ΟΝΕ και του ευρώ στις χώρες με χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα θέτοντας με τόλμη την ανάγκη αποδέσμευσης της Ελλάδας από το ευρώ, ως πρώτο βήμα μιας εναλλακτικής πολιτικής προοδευτικής εξόδου από την κρίση.

Το νέο βιβλίο του Κ.Λ. ξεκινά με μια συνέντευξη που έδωσε στις αρχές του 2010 στην εφημερίδα «Ελευθερία» της Λάρισας, όπου με προφητικό θα λέγαμε τρόπο, παρουσίασε τα αίτια και την εξέλιξη της κρίσης, αλλά και τον κίνδυνο χρεοκοπίας της Ελλάδας, σε αντίθεση με τους συστημικούς αναλυτές της περιόδου, που λοιδορούσαν όσους μιλούσαν για τον κίνδυνο χρεοκοπίας και ορισμένους διανοούμενους της αριστεράς που τους ακολουθούσαν. Ο Κ.Λ. έδειξε ότι η κρίση χρέους ήταν αποτέλεσμα τόσο της πολιτικής των ελληνικών κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών, όσο και της δομής της ευρωζώνης. Σε άρθρο του στην αγγλική εφημερίδα «Guardian» την ίδια περίοδο, ανάλυσε το ρόλο της ευρωζώνης στην επιδείνωσης της κρίσης των περιφερειακών οικονομιών. Η μειωμένη ανταγωνιστικότητα των τελευταίων, σε συνδυασμό με το πάγωμα μισθών στη Γερμανία, οδήγησαν σε αύξηση εισαγωγών και υψηλό δημόσιο δανεισμό για κάλυψη των ελλειμμάτων εμπορικού ισοζυγίου και κρατικού προϋπολογισμού. Η απουσία ουσιαστικής εποπτείας από την ΕΚΤ στην ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση των τραπεζών και στα χαμηλά επιτόκια δανεισμού δημιούργησαν μια ευφορία την αρχική περίοδο.

Ωστόσο γρήγορα αποδείχτηκε ότι ο δανεισμός ήταν «παγίδα για τις περιφερειακές χώρες» οι οποίες δημιούργησαν τεράστια χρέη, ενώ η λιτότητα που τους επεβλήθη έγινε όχημα μακροχρόνιας ύφεσης. «Η άρνηση πληρωμών στο χρέος και η επανεξέταση της συμμετοχής τους στο ευρώ δεν είναι πλέον αδιανόητα βήματα», συμπεραίνει ο Κ.Λαπαβίτσας. (σελ.28)

Οι δύο προτάσεις του ήταν «κεραυνός εν αιθρία» για τις δυνάμεις του αστικού συστήματος στην Ελλάδα, ενώ από την άλλη έφεραν σε αμηχανία και τις δυνάμεις της Αριστεράς που κυριαρχούνταν ιδεολογικο-πολιτικά από έναν αφηρημένο «ευρωπαϊσμό». Το ενδεχόμενο της «στάσης πληρωμών» σήμαινε για την κυρίαρχη ελίτ σύγκρουση με τα συμφέροντα των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών (που είχαν τη μεγαλύτερη «έκθεση» σε ελληνικά ομόλογα) και κατ’ επέκταση έθεταν σε κίνδυνο τη συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη. Οι κυβερνήσεις Παπανδρέου και Παπαδήμου, όχι μόνο δεν έκαναν καμία κίνηση αμφισβήτησης της πληρωμής του χρέους (η μόνη που μπορούσε να την βγάλει σχετικά αλώβητη από την κρίση), αλλά έκαναν ακριβώς το αντίθετο. Με κυρίαρχη γραμμή την επιλογή «πάση θυσία» παραμονή στο ευρώ, προχώρησαν στην υπογραφή των επαχθών δανειακών συμβάσεων με «τρόϊκα» (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ) και των Μνημονίων, επιβάλλοντας ακραία μέτρα λιτότητας και μερική αναδιάρθρωση χρέους στη συνέχεια (το γνωστό PSI), που διασφάλιζαν τα συμφέροντα των πιστωτών σε βάρος της χώρας. Τα δάνεια «σωτηρίας» της Ελλάδας, στην ουσία είχαν στόχο να σώσουν τις ευρωπαϊκές τράπεζες και το ευρώ από την κατάρρευση. Γιαυτό έχουν τεράστιες ευθύνες που κάποια στιγμή πρέπει να λογοδοτήσουν στον ελληνικό λαό.

Η πρόταση άρνησης πληρωμών του χρέους, ως μοχλού πίεσης για τη διαγραφή του και αποτροπής των μέτρων λιτότητας, έγινε αντικείμενο έντονης πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα. Η ιδέα δημιουργίας μιας ειδικής επιτροπής ελέγχου του χρέους, για τον εντοπισμό του απεχθούς τμήματος (επονείδιστου και εν πολλοίς παράνομου), οδήγησαν, με τη δραστήρια συμμετοχή του Κ.Λαπαβίτσα στη συγκρότηση Πρωτοβουλίας για δημιουργία «Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου» (ΕΛΕ), η οποία το Μάη 2011 διοργάνωσε στην Αθήνα διεθνές συνέδριο αναδείχνοντας την αναγκαιότητα διαγραφής του σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Κατά τον Κ.Λ. «η ΕΛΕ μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο, συμβάλλοντας στην απαραίτητη διαφάνεια. Θα πρόκειται για μια διεθνή επιτροπή που θα απαρτίζεται από ειδικούς των αναδιαρθρώσεων, νομικούς, ειδικούς του δημοσιονομικού λογιστικού ελέγχου, οικονομολόγους, συνδικαλιστές, εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών και άλλους…. και θα στηρίζεται σε πλήθος άλλων επιτροπών και φορέων που θα μπορούν να κινητοποιήσουν ευρύτερα λαϊκά στρώματα να πιέσουν για διαφάνεια με τον δικό τους τρόπο» (σελ.55). Η ιδέα της ΕΛΕ ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση των κοινωνικών κινημάτων και των πολιτικών δυνάμεων, ιδιαίτερα στο χώρο της Αριστεράς, στη διεκδίκηση της διαγραφής του χρέους, παρ’ ότι αρχικά υπήρξαν αμφισημίες και ταλαντεύσεις εκ μέρους των ηγεσιών της.

Η εφαρμογή των πολιτικών του Μνημονίου, επιδείνωσε όπως ήταν αναμενόμενο, την ύφεση και επιτάχυνε τις διαδικασίες φτωχοποίησης ευρύτερων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Εκτός από την έκρηξη της ανεργίας, ιδιαίτερα στους νέους, είχαμε ραγδαία μείωση του ΑΕΠ, ένταση της παραγωγικής αποδιάρθρωσης, διάλυση εργασιακών σχέσεων και χειροτέρευση της σχέσης χρέους προς ΑΕΠ. Η ανάγκη διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους ως προϋπόθεση ανακούφισης της ελληνικής κοινωνίας, ήλθε με μεγαλύτερη ένταση στο προσκήνιο. Στις παραμονές των εκλογών του Ιουνίου ’12 ο Κ.Λ. επισημαίνει, ότι το πιο επείγον θέμα για την Ελλάδα σήμερα είναι η απαλλαγή από τα δεσμά του Μνημονίου και η ανόρθωση της οικονομίας και της κοινωνίας, ενώ παράλληλα πρέπει να απαλλαγεί από το άχθος του χρέους. «Χωρίς αυτά τα δύο βήματα δεν πρόκειται να ανασάνει η ελληνική οικονομία». (σελ.90)

Παρά τις αρνητικές συνέπειες του Μνημονίου, η νέα κυβέρνηση που δημιουργήθηκε μετά τις εκλογές (συνεργασία ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ), συνέχισε την ίδια πολιτική. Οι όποιες αντιστάσεις και «διαπραγματεύσεις» με την τρόϊκα, έφθαναν στο σημείο που δεν έθεταν σε κίνδυνο τη στρατηγική της παραμονή «πάση θυσία» στην ευρωζώνη. Ως βασικό μοχλό «ενίσχυσης» της ανταγωνιστικότητας, η νέα κυβέρνηση έθεσε την «εσωτερική υποτίμηση» της αξίας της εργατικής δύναμης. Τα εργατικά δικαιώματα τσακίστηκαν, η ανεργία αυξήθηκε, μεγάλα τμήματα των εργαζόμενων εξαθλιώθηκαν, η παραγωγική βάση αποδιαρθρώθηκε, ιδιαίτερα της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής. Η εργατική τάξη δέχτηκε μεγάλα πλήγματα, τόσο με μείωση μισθών και συντάξεων και υποβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών, όσο με τα πρόσθετα φορολογικά βάρη που εξανεμίζουν διαχρονικά το εργατικό εισόδημα. Σε άρθρο του το καλοκαίρι του 2013, ο Κ.Λ. επισημαίνει ότι καμιά οικονομία του μεγέθους της ελληνικής δεν μπορεί να έχει καλές προοπτικές ανάπτυξης χωρίς ισχυρό δευτερογενή τομέα, ο οποίος φυσικά δε θα προκύψει μέσω χαμηλών μισθών, αποκρατικοποιήσεων και ξένων επενδύσεων, ούτε με «εσωτερική υποτίμηση» αλλά με δημόσια παρέμβαση στο πεδίο της τεχνολογίας, με νέους μηχανισμούς μακροχρόνιας πίστωσης για παραγωγικούς σκοπούς, εκτενείς δημόσιες επενδύσεις, κά. «Αυτές είναι οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα και όχι η κωμωδία που παίζεται σήμερα». (σελ. 104)

Αποφασιστικό βήμα εξόδου από την κρίση, είναι η αποδέσμευση από την ευρωζώνη και η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Ωστόσο η ανάκτηση του δικαιώματος της συναλλαγματικής πολιτικής από μόνη της δεν αρκεί, παρ’ ότι μπορεί να τονώσει την εγχώρια παραγωγική δραστηριότητα και να ενισχύσει τους βαθμούς ελευθερίας στη χάραξη οικονομικής πολιτικής. Χρειάζεται επίσης η άρνηση πληρωμής του χρέους για την άσκηση πίεσης διαγραφής του και ταυτόχρονα η κατάργηση του Μνημονίου. Ο Κ.Λ. δεν υποτιμά τις δυσκολίες και τα προβλήματα που θα προκύψουν με την αποδέσμευση από το ευρώ, αλλά θεωρεί ότι αυτά θα είναι προσωρινά και σε κάθε περίπτωση ασύγκριτα λιγότερα σε σχέση με την παραμονή στην ευρωζώνη (διαρκή λιτότητα, Μνημόνια, κηδεμονία της τρόϊκας κά). Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει «αν η Ελλάδα επιμείνει στην τωρινή πολιτική εντός της ευρωζώνης, η οικονομία της θα συρρικνωθεί και θα λιμνάσει. Η χώρα θα γίνει πιο φτωχή, ηλικιωμένη και βαθιά άνιση γωνιά της Ευρώπης, μια νέο-αποικία σε όλα εκτός από το όνομα… Το κόστος της εξόδου θα είναι σημαντικό, αλλά μάλλον πολύ μικρότερο από τους πρόχειρους υπολογισμούς των ερευνητικών τμημάτων διαφόρων τραπεζών. Θα υπάρξει παράλληλη κυκλοφορία της νέας δραχμής, του ευρώ και πιθανώς άλλων μορφών χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας…. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων θα χρειαστεί δυναμική κρατική παρέμβαση που θα περιλαμβάνει εθνικοποίηση των τραπεζών, ελέγχους ροής κεφαλαιακών ροών και σειρά διοικητικών μέτρων για να αντιμετωπιστούν οι βραχυπρόθεσμες ελλείψεις. Η Ελλάδα θα μπορέσει κατόπιν να ξεκινήσει την αργή διαδικασία της επούλωσης των πληγών…. Οι προοπτικές ανάπτυξης είναι καλές, αρκεί να χάσουν την ισχύ τους τα διεφθαρμένα και αργυρώνητα στρώματα που κυβερνούν για δεκαετίες». (σελ.76-78)

Τα γεγονότα του ακολούθησαν την τραπεζική κρίση της Κύπρου και την ένταξη της στο μηχανισμό των Μνημονίων, ανέδειξαν συμπεριφορές των κυρίαρχων κύκλων της ευρωζώνης και της ΕΚΤ, που δεν αφήνουν χώρο αμφιβολιών για τα ανύπαρκτα περιθώρια εφαρμογής εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής εντός της ευρωζώνης με προτεραιότητα τα λαϊκά και εθνικά συμφέροντα. Το «ναι» της κυβέρνησης Αναστασιάδη στο Μνημόνιο δεν ήταν μονόδρομος για την Κύπρο. Απεναντίας το «όχι» θα άνοιγε μια ελπιδοφόρα πορεία στη βάση της εθνικής κυριαρχίας. Αυτό που χρειαζόταν η Κύπρος κατά τον Κ.Λ. «ήταν πολιτική γενναιότητα και ψυχραιμία, προσόντα που δυστυχώς μόνο το ΑΚΕΛ επέδειξε προτείνοντας άλλη πορεία με έξοδο από την ΟΝΕ. Δεν κατάφερε να αποτρέψει το «ναι», έβαλε όμως πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον. Η ριζοσπαστική του πρόταση ήλθε ακριβώς τη στιγμή που η ευρωπαϊκή Αριστερά άρχισε επιτέλους να αντιλαμβάνεται ότι στα λαϊκά στρώματα της Ευρώπης φουσκώνει η αγανάκτηση με το ευρώ, όπως δείχνουν οι πρόσφατες δηλώσεις του Όσκαρ Λαφοντέν στη Γερμανία. Οι εξελίξεις προοιωνίζονται γοργές και στην ευρωπαϊκή πολιτική και στην κυπριακή κοινωνία». (σελ.122)

Το τελευταίο κείμενο στο βιβλίο «Λέξη προς Λέξη», γραμμένο από τον Κ.Λ. στις 7.7.13, αφιερώνεται στο ΣΥΡΙΖΑ, όπου θέτει το κρίσιμο ερώτημα: «Θέλει και μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει στάση πληρωμών»; Εξετάζοντας τις θέσεις του, σημειώνει από τη μια ότι «στόχος του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να είναι η επαναδιαπραγμάτευση των δανειακών συμβάσεων, η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και η αποπληρωμή όσου απομένει μετά από μια περίοδο χάριτος – ανάλογα με το ρυθμό ανάπτυξης….. Ωστόσο δεν αναφέρει πουθενά ότι θα προβεί σε μονομερείς ενέργειες, ούτε και υπάρχει λέξη για διακοπή πληρωμής των τόκων όσο θα διαρκεί η διαπραγμάτευση…. Μας πληροφορεί ότι στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων είναι πιθανόν να υπάρξουν εκβιασμοί …τους οποίους θα αντιμετωπίσει με όλα τα όπλα που διαθέτει».

Ο Κ.Λ. διακρίνει ένα έλλειμμα σαφήνειας στην επίσημη θέση του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με το θέμα της στάσης πληρωμών και στην άσκηση πίεσης για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, το οποίο σε συνδυασμό με τις αμφίσημες τοποθετήσεις στο θέμα της ευρωζώνης («καμιά θυσία για το ευρώ» και ταυτόχρονα «παραμένουμε στην ευρωζώνη»), μειώνουν την αξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ στην εφαρμογή των διακηρύξεων του. Όπως επισημαίνει, «είναι πολύ πιθανό, οι διαμορφωτές της πολιτικής του γραμμής να ενοχλούνται σφόδρα από τη συνεχή ανακίνηση του θέματος της στάσης πληρωμών και της εξόδου από το ευρώ. Μπορεί ακόμα και να πιστεύουν ότι κάμει ζημιά στις προοπτικές της κυβέρνησης της Αριστεράς… Στην πραγματικότητα όμως η χώρα δεν έχει άλλο διαπραγματευτικό χαρτί από το να θέσει η ίδια θέμα εξόδου από την ΟΝΕ και παύση πληρωμών. Μόνο με αυτό το ενδεχόμενο στο τραπέζι μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει ρόλο στη διαπραγμάτευση, αντί να άγεται και να φέρεται από τους δανειστές. Αλίμονο της όμως αν το κάνει χωρίς να το εννοεί και χωρίς να είναι προετοιμασμένη τεχνικά, πολιτικά και ψυχολογικά». (σελ.158, 111)

Η τελευταία επισήμανση αποτελεί όντως κρίσιμο στοιχείο στην αξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ. Η πορεία προς την κυβερνητική εξουσία και κυρίως η διατήρηση της με την υλοποίηση του προγράμματος του, δεν θα είναι περίπατος, αλλά πορεία σκληρών αγώνων με τις δυνάμεις του συστήματος, εντός και εκτός της χώρας. Κατά συνέπεια η σαφήνεια στη στρατηγική, η πολύπλευρη προετοιμασία, η συσπείρωση και μαχητική ανάταση του λαού, με στόχο τη μεγάλη ανατροπή που χρειάζεται ο τόπος, είναι πολύ κρίσιμο ζήτημα. Οι αντιφάσεις, ελλείψεις, ψευδαισθήσεις κά, δεν επιλύονται με υπεκφυγές του «τύπου» ό,τι ορισμένοι επιχειρούν να βάλουν τάχα «αριστερόμετρο» σε άλλους. Αντίθετα η γόνιμη κριτική και η ολόπλευρη θεώρηση των προβλημάτων για νικηφόρα έκβαση του αγώνα της μεγάλης ανατροπής που επωάζεται στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, αποτελεί προϋπόθεση να ανοίξει ο δρόμος σε ένα ελπιδοφόρο μέλλον στη χώρα και στον ελληνικό λαό.
Το νέο βιβλίο του Κ.Λ. συμβάλλει σε αυτήν την κατεύθυνση και γιαυτό αξίζει να διαβαστεί, ιδιαίτερα από τους νέους.

του Γιάννη Τόλιου, διδάκτορα οικονομικών

Κατηγορίες:Uncategorized

Μπόνυ και Κλάϊντ: Χρηματιστική και κυβερνώσα ελίτ

Απρίλιος 28, 2014 Σχολιάστε

Το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι συνύφανση μονοπωλιακών τραπεζών, βιομηχανίας, εμπορίου, ναυτιλίας, κλπ οργανωμένο σε μεγάλους οικονομικούς ομίλους. Η «χρηματιστική ελίτ» είναι οι ιδιοκτήτες, κάτοχοι μεγάλου πακέτου μετοχών, ομολόγων, repos και διαφόρων ειδών χρεογράφων. Πρόκειται για παρασιτικό στρώμα που ζει από την κερδοσκοπία και ιδιοποίηση όλο και μεγαλύτερου μέρους του εισοδήματος και ανακατανομής συσσωρευμένου πλούτου. Η κρίση ανέδειξε πιο καθαρά την ασυδοσία του χρηματιστικού κεφαλαίου και ιδιαίτερα των μεγάλων τραπεζών με την ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση, τις κερδοσκοπικές φούσκες κά. Για την αποφυγή κατάρρευσης του χ/π-συστήματος η κυβερνώσα ελίτ εφαρμόζει πακέτα διάσωσης εκατοντάδων δις σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Χρηματιστική και κυβερνώσα ελίτ είναι σύγχρονοι «Μπόνυ και Κλάϊντ» του καπιταλιστικού συστήματος.

Στην Ελλάδα στη διάρκεια της πενταετίας 2009-2013, για στήριξη των τραπεζών δόθηκαν αλλεπάλληλα «πακέτα» και έγιναν σκανδαλώδεις ρυθμίσεις χωρίς να εξασφαλιστεί ρευστότητα την οικονομία, φορτώνοντας στον ελληνικό λαό τεράστια βάρη που είναι από τις κυριότερες αιτίες φτωχοποίησης του. Οι χαριστικές ρυθμίσεις αφορούσαν:
Α) Παροχή ρευστότητας (εγγυήσεις) ύψους 230 δις €, την οποία οι τράπεζες αξιοποίησαν σε έντοκα γραμμάτια δημοσίου (σίγουρων και υψηλών αποδόσεων) και κάλυψη «επισφαλών απαιτήσεων» κυρίως «κόκκινων δανείων» μεγαλοεπιχειρηματιών εντός και εκτός χώρας και πολύ λίγα πήγαν στην πραγματική οικονομία. Αποτέλεσμα η αγορά να «στραγγίσει» από ρευστό, με αρνητικές συνέπειες στις μικροεπιχειρήσεις, την παραγωγή και απασχόληση.
Β) Στο όνομα στήριξης των τραπεζών λόγω PSI, διατέθηκε (άμεσα και έμμεσα) πάνω από 80% του νέου δανείου των 130 δις, ενώ τα ασφαλιστικά ταμεία έχασαν 12,5 δις και 4 δις 11.000 μικροομολογιούχοι. Ειδικότερα στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών διατέθηκαν σχεδόν 40 δις και ο έλεγχος πέρασε στο τροϊκανής έμπνευσης Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο τυπικά θεωρείται δημόσιος φορέας, αλλά διευθύνεται από τους ιδιώτες τραπεζίτες. Παράλληλα πωλήθηκαν με σκανδαλώδεις όρους η ΑΤΕ στην Πειραιώς και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο στην Eurobank, με συνέπεια το δημόσιο να πληρώσει 3,5 δις περισσότερα, από ότι αν γινόταν ανακεφαλαιοποίηση αυτοτελώς, ενώ θα εξασφαλιζόταν ο δημόσιος έλεγχος και η δυνατότητα στήριξη της ανάπτυξης.
Γ) Με την «ανακεφαλαιοποίηση» των τραπεζών (εισροή δημόσιου χρήματος), ο έλεγχο των τεσσάρων τραπεζών πέρασε προσωρινά στο ΤΧΣ (Εθνική κατά 84,5%, Πειραιώς 81%, Alpha 83,7% και Eurobank 93,5%). Σε διάστημα 4,5 ετών για τις τρεις πρώτες και 2 έτη για την τελευταία, πρέπει να πωλήσει το μερίδιο του σε εγχώριους ή ξένους επενδυτές. Ωστόσο η «χρηματιστική ελίτ» σε αγαστή συνεργασία με την «κυβερνώσα ελίτ» και την τρόϊκα, προωθούν άμεσα την πώληση των μεριδίων (μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου) σε χαμηλή τιμή κατά 40-50% απ’ ότι τις αγόρασε το ΤΧΣ. Αυτό σημαίνει νέο «δωράκι» στους τραπεζίτες της τάξης των 3 δις για Eurobank και συνολικά 15-20 δις για όλες τις τράπεζες, σε βάρος του δημοσίου και εν τέλει του ελληνικού λαού. Η προκλητική συμπεριφορά κυβερνώσας και χρηματιστικής ελίτ είναι πρωτοφανής. Οι ευθύνες δεν είναι γενικές αλλά προσωποποιούνται τους εκάστοτε πρωθυπουργούς και υπουργούς, τη διοίκηση Τράπεζας Ελλάδος, τους μεγαλομετόχους των συστημικών τραπεζών, και επεκτείνονται στους θεσμικούς εκπροσώπους της «τρόϊκα» και της ευρωζώνης.
Η πολιτική απάντηση μιας Αριστερής κυβέρνησης, απέναντι στη «ντε φάκτο» και «ντε γιούρε» ληστεία του ελληνικού λαού, δεν μπορεί να είναι άλλη από την κατ’ αρχήν εθνικοποίηση κοινωνικοποίηση των τραπεζών και της Τράπεζας Ελλάδος, ο καταλογισμός πολιτικών και ποινικών ευθυνών για τις σκανδαλώδεις ρυθμίσεις και επιλογές και η ριζική αλλαγή στη λειτουργία του τραπεζικούς συστήματος, με διασφάλιση των λαϊκών αποταμιεύσεων και χρηματοδότηση της οικονομίας με στόχο τη στήριξη της παραγωγικής ανασυγκρότησης, τη μείωση ανεργίας, την προώθηση προγραμμάτων λαϊκής στέγης και την κάλυψη κοινωνικών αναγκών. Ταυτόχρονα αμφισβήτηση πληρωμής του απαιχθούς/επαχθούς χρέους και των μνημονιακών πολιτικών, ώστε να ανοίξει ο δρόμος της προοδευτικής εξόδου από την κρίση και τη σοσιαλιστική προοπτική. Η ενεργητική στήριξη του ελληνικό λαό και επιδίωξη αλληλεγγύης από τους ευρωπαϊκούς λαούς είναι κρίσιμη προϋπόθεση νικηφόρας έκβασης του σχεδίου.

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» 5.4.14

Κατηγορίες:Uncategorized

«Καιάδας» για κτηνοτρόφους ….ξινόγαλο για καταναλωτές

Απρίλιος 28, 2014 Σχολιάστε

Η πρόσφατη συμφωνία κυβέρνησης και τρόϊκας, επανέφερε στο προσκήνιο τους απεχθείς όρους των Μνημονίων σε βάρος του ελληνικού λαού. Ιδιαίτερα ορισμένα μέτρα, συμπυκνώνουν την ξενοδουλεία της κυβερνώσας ελίτ του αστικού συστήματος, που έφθασε σε πρωτοφανή όρια ξεπεσμού, στην περίπτωση του «φρέσκου γάλακτος». Οι εκπρόσωποι του ΟΟΣΑ σε ρόλο «dealer» των πολυεθνικών, έκαναν «σύσταση» (για την κυβέρνηση σήμαινε γονυκλισία), για την αύξηση των ημερών του «φρέσκου γάλακτος» από 5 σε 11 ημέρες, στο όνομα τάχα του ανταγωνισμού και μείωσης των τιμών καταναλωτή.! Πρόκειται για φαιδρή δικαιολογία, όχι γιατί δεν είναι υψηλή η τιμή του «φρέσκου» εξ’ αιτίας του «καρτέλ» των μεγάλων γαλακτοβιομηχανιών, αλλά κυρίως των παρενεργειών που θα έχει το μέτρο στους έλληνες κτηνοτρόφους και καταναλωτές, χωρίς βέβαια να χτυπιέται το καρτέλ αφού στη δομή του πλέον θα μπαίνουν και οι πολυεθνικές.

Ειδικότερα το συγκεκριμένο μέτρο στέλνει τους κτηνοτρόφους, κυρίως τους αγελαδοτρόφους, στον ….«Καιάδα», αφού με το διπλασιασμό των ημερών του «φρέσκου» ανοίγει ο δρόμος για αθρόες εισαγωγές, σε όφελος μεγάλων πολυεθνικών (Nestle, Dannone, κά). Ήδη η αγελαδοτροφία, εξ’ αιτίας της δράσης των καρτέλ στις «εισροές» (ζωοτροφές, φάρμακα,) και στις «εκροές» (τιμές παραγωγού), έχει συρρικνωθεί σημαντικά την τελευταία πενταετία (από 120.000 αγελάδες σε 85-90.000), με αποτέλεσμα να παράγουμε 580.000 τόνους, αντί 842.000 που είναι η κοινοτική ποσόστωση και 1.350.000 που είναι η εγχώρια κατανάλωση, ξοδεύοντας πολύτιμο συνάλλαγμα. Εκτός από τη δράση των καρτέλ, οι έλληνες κτηνοτρόφοι αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα σοβαρά προβλήματα από τις πολιτικές Μνημονίου (έλλειψη ρευστότητας και υπερχρέωση εκμεταλλεύσεων, αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας, υψηλό κόστος παραγωγής κυρίως σε ζωοτροφές και ενέργεια, προβλήματα με βοσκοτόπους, αυξανόμενες εισαγωγές, κά). Μόνο για τις εισαγωγές γάλακτος και κρέατος δαπανάμε κάθε χρόνο 2 δις €. Με το διπλασιασμό των ημερών του «φρέσκου», οι εισαγωγές θα αυξηθούν κατά 0,5 δις και ένας «εν δυνάμει» κλάδος στήριξης της διατροφικής αυτοδυναμίας της χώρας ουσιαστικά θα καταστραφεί, στέλνοντας στην ανεργία μεγάλο μέρος από τους 100.000 απασχολούμενους (άμεσα και έμμεσα) στην αγελαδοτροφία

Ωστόσο εκτός από τους κτηνοτρόφους, σοβαρό πρόβλημα προκύπτει και για τους καταναλωτές. Η αύξηση της ζωής του «φρέσκου» θα επιφέρει αύξηση εισαγωγών αμφιβόλου προέλευσης και ποιότητας γάλακτος δεδομένου ότι έχει καταργηθεί η υποχρεωτική ένδειξη. Επίσης σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα 113/1999, η διάρκεια του «φρέσκου» παστεριωμένου που υφίσταται θερμική επεξεργασία 71,7ο C για 15 δευτερόλεπτα, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 5 ημέρες. Η επέκταση των ημερών θα απαιτήσει μεγαλύτερη θερμική επεξεργασία μειώνοντας τα θρεπτικά του συστατικά. Στην ουσία δεν θα πρόκειται για «φρέσκο γάλα», αλλά μάλλον για …ξινόγαλο.! Οι «συστάσεις» του ΟΟΣΑ και η απαίτηση της «τρόϊκας» (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ) για εφαρμογή των συστάσεων κατά 100% (ο ένας «κόβει» και οι άλλοι «ράβουν»), δείχνουν ότι οι πιο πάνω οργανισμοί και οι εκπρόσωποι τους είναι αδίστακτοι υπηρέτες των πολυεθνικών. Αν υπήρχε διάθεση ελέγχου των τιμών στην εγχώρια κατανάλωση, θάπρεπε να λειτουργήσει αποτελεσματικά η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η δράση του καρτέλ γάλακτος και κρέατος έχει βάθος χρόνου, όπως και η μεγάλη «ψαλίδα» τιμών παραγωγού και καταναλωτή, η οποία επεκτείνεται σε όλο το φάσμα των ειδών διατροφής (και όχι μόνο…) με πρωταγωνιστές χονδρέμπορους, βιομηχανίες τροφίμων και αλυσίδες Souper-Markets. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνθήκες κρίσης ενώ οι τιμές γενικά υποχωρούν, στα τρόφιμα κρατούνται υψηλά, μειώνοντας την αγοραστική δύναμη του συρρικνωμένου από αλλεπάλληλες περικοπές λαϊκού εισοδήματος.

Η περίπτωση του «φρέσκου γάλακτος» και οι κινητοποιήσεις των κτηνοτρόφων έφεραν για πολλοστή φορά στο προσκήνιο τα προβλήματα του αγροτικού τομέα και των ελλήνων παραγωγών. Οι κατευθύνσεις της νέας «Κοινής Αγροτικής Πολιτικής» (ΚΑΠ) και οι πολιτικές των κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, έχουν πλήξει καίρια τον αγροτικό κόσμο. Η αγροτική παραγωγή και το αγροτικό εισόδημα τα τελευταία χρόνια μειώνεται σταθερά. Στο διάστημα 2009-12 μειώθηκε κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες και σε απόλυτο μέγεθος κατά 1,4 δις €, ενώ σύμφωνα με τη Eurostat προβλέπεται νέα πτώση -4,7% το 2013). Αντίστοιχα η απασχόληση στο διάστημα 2009-12 μειώθηκε κατά 8,7%, με απώλεια 46.000 θέσεων εργασίας. Από την άλλη έχουμε μεγάλη αύξηση του κόστους παραγωγής. Στην περίοδο 2009-12, το κόστος ζωοτροφών αυξήθηκε κατά 31%, το κόστος ενέργειας κατά 64%, το κόστος δανείων (τόκοι) κατά 44,4%, λιπάσματα 10% κά. Επίσης από τα μέτρα του Μνημονίου (περικοπές συντάξεων, αύξηση ασφαλιστικών εισφορών, έμμεσοι φόροι, φορολογία αγροτεμαχίων, «χαράτσια» κά), οδήγησαν το 2013 σε αφαίμαξη αγροτικού εισοδήματος ύψους 1,5 δις €.

Τα τεράστια αδιέξοδα που αγροτικού κόσμου, η κυβέρνηση προσπαθεί να τα εκτονώσει με άθλιες πρακτικές «αντίδωρων» και φθηνών υποσχέσεων. Τελευταία προστίθενται και οι «λεονταρισμοί» βουλευτών της συγκυβέρνησης που κάτω από τη λαϊκή αγανάκτηση, διαβεβαιώνουν ότι δεν θα ψηφίσουν τα μέτρα, ενώ στη Βουλή, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, τελικά τα ψηφίζουν. Το ζητούμενο για τους αγρότες και όλο τον ελληνικό λαό είναι να φύγει η σημερινή κυβέρνηση και με άμεση προσφυγή στο λαό να αναδειχθεί κυβέρνηση της Αριστεράς που θα έχει τη βούληση, το πρόγραμμα και την ενεργητική του στήριξη, για εφαρμογή πολιτικής προοδευτικής εξόδου από την κρίση. Η επεξεργασία αγροτικού προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης, αύξησης της παραγωγής και απασχόλησης, στήριξης του αγροτικού εισοδήματος, καταπολέμησης των καρτέλ, αντίστασης στις ρυθμίσεις της ΚΑΠ και της ευρωζώνης, κά, αποτελούν την «κόκκινη γραμμή» για την επιβίωση του ελληνικού λαού. Ταυτόχρονα αποτελούν το πλαίσιο αγωνιστικής ανάτασης του αγροτικού κόσμου και όλων των εργαζομενων για ένα ελπιδοφόρο μέλλον, ιδιαίτερα στη νέα γενιά.

Γιάννης Τόλιος, μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ

Κατηγορίες:Uncategorized

Κρίση ευρωζώνης, συμμαχίες και αντιθέσεις μεταξύ κυρίαρχων ελίτ

Απρίλιος 28, 2014 Σχολιάστε

Η βαθιά κρίση του 2008 έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα τις χώρες της ΕΕ, κυρίως τις αδύναμες οικονομίες της ευρωζώνης. Αν και ορισμένες χώρες επέστρεψαν στους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι περισσότερες παρουσιάζουν στασιμότητα και επιδείνωση σε βασικούς δείκτες. Η μεγάλη διάρκεια της κρίσης και η ένταση της ανισοκατανομής του εισοδήματος σε όφελος των ισχυρών μερίδων του κεφαλαίου, επέφερε ανακατατάξεις και στους κόλπους της αστικής τάξης. Χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις καταστράφηκαν, πολλές μεγάλες συρρικνώθηκαν, ενώ επιδεινώθηκαν οι συνθήκες αναπαραγωγής τμημάτων του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα την ανακατανομή μεριδίων αγοράς σε όφελος κυρίως μονοπωλιακών ενώσεων του «σκληρού πυρήνα» της ευρωζώνης.

Η γερμανική αστική τάξη αποκομίζει τα μεγαλύτερα οφέλη από τα υψηλά πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο και το χαμηλό κόστος δημόσιου δανεισμού, ενώ αντίθετα έχουν αποδυναμωθεί οι θέσεις των αστικών τάξεων στις λιγότερο ισχυρές χώρες (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιταλία, Ισπανία Ιρλανδία, κά) και στη μεγαλύτερη υποταγή τους στις κυρίαρχες ελίτ της ευρωζώνης. Οι χώρες που μπήκαν στο «Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης» (ESM) εφαρμόζουν με ευθύνη των αστικών δυνάμεων και της «τρόϊκας» (ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ), ακραία μέτρα λιτότητας με αποτέλεσμα τη λαφυραγώγηση λαϊκών εισοδημάτων και δημόσιας περιουσίας χάριν των πιστωτών. Οι εκ των υστέρων ομολογίες εκπροσώπων της «τρόϊκας» για λαθεμένες εκτιμήσεις, αποκαλύπτουν την υποκρισία τους αφού εμμένουν στην εφαρμογή των μέτρων, ενώ από την άλλη το σαθρό οικοδόμημα της ευρωζώνης μετατρέπεται σταδιακά αντί για «ένωση λαών» σε «στρατόπεδο συγκέντρωσης» λαών και εργαζόμενων.

Τα προβλήματα βιωσιμότητας της ευρωζώνης εντείνονται όσο αποτυγχάνουν τα «μέτρα» στήριξης της, δεδομένου ότι δεν επιλύουν τα ενδογενή της προβλήματα. Η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν είναι υπόθεση αφηρημένων οραματισμών και «καλών προθέσεων», αλλά ευρύτερο πλέγμα διακρατικών και ταξικών σχέσεων και συμφερόντων. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση ως πολιτική «συνεργασίας» κυρίαρχων αστικών τάξεων γίνεται με βάση «το κριτήριο της ισχύος». Όσο πιο ισχυρή είναι μια χώρα σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, τόσο πιο βαρύνουσα θέση κατέχει στις αποφάσεις που λαμβάνονται για το μέλλον της συγκεκριμένης ενοποίησης. Η «μεγάλη πατρίδα» (Γερμανία) επιχειρεί μέσω κυρίως του ενιαίου νομίσματος, να διεμβολίσει τις «μικρές πατρίδες» θέτοντας την οικονομία της ΕΕ υπό γερμανική σκέπη.

Οι αντιθέσεις μεταξύ κυρίαρχων εθνικών ελίτ για το ρόλο της «ηγεμονίας», αλλά και η αποφυγή ανάληψης αντίστοιχων «υποχρεώσεων» (ανακατανομής πόρων μέσω ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, έκδοση «ευρωομόλογου» για στήριξη αδύναμων οικονομιών, κά), φρενάρει την ιδέα της «ομοσπονδιακής ένωσης». Αυτή η αντίφαση επιτείνει τα φαινόμενα «απόκλισης» αντί «σύγκλισης» οικονομιών, ενίσχυσης των «κεντρόφυγων» αντί των «κεντρομόλων» τάσεων και «ανισόμετρης οικονομικής ανάπτυξης» στα πλαίσια της Ένωσης. Γιαυτό και η ΕΕ, πολύ περισσότερο η ευρωζώνη, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις εξωπραγματικές διακηρύξεις περί «οικονομικής σύγκλισης», «κοινωνικής συνοχής» και «Ευρώπης των λαών», όταν κυρίαρχο ρόλο παίζουν κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που ενεργούν με όρους ισχύος, ανταγωνισμού και ηγεμονίας, αντί ισότιμης συνεργασίας, αλληλεγγύης, κοινωνικής δικαιοσύνης, ουσιαστικής δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας.

Η ιδέα της «Ευρώπης των λαών και των εργαζόμενων», είναι ασύμβατη με τους νεοφιλελεύθερους «πυλώνες» της ευρωζώνης (ΕΚΤ, Σύμφωνο Σταθερότητας, Μηχανισμός Στήριξης + Μνημόνια, Δημοσιονομικό Σύμφωνο, κά). Η μόνη λύση για τους λαούς βρίσκεται στην ανατροπή του ταξικού οικοδομήματος της ευρωζώνης, η οποία ανεξάρτητα από τον τρόπο που θα γίνει, θα πρόκειται για «ριζοσπαστική ανατροπή» και σε κάθε περίπτωση για εξουσία των λαών και όχι των πολυεθνικών. Το πως ακριβώς θα πραγματοποιηθεί, ξεκινώντας από μια, δυο, τρεις….. δέκα τρεις ή όλες μαζί χώρες, παραμένει ανοικτό πολιτικό ζήτημα.!

Από αυτήν άποψη αποκτά μεγάλη σημασία ο προσδιορισμός των κυριότερων αξόνων του εναλλακτικού προγράμματος προοδευτικής εξόδου από την κρίση, σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Μια «Ενωμένη Ευρώπη» με νεοφιλελεύθερα υλικά, ακόμα και αν πραγματοποιηθεί, θα είναι Ένωση σε «αντιδραστική κατεύθυνση», χωρίς σχέση με το όραμα της Ευρώπης των λαών και των εργαζόμενων. Η τελευταία προϋποθέτει επαναθεμελίωση σε νέα αρχιτεκτονική. Για τους λαούς και εργαζόμενους της Ευρώπης, ιδιαίτερα των χωρών της περιφέρειας, η ανατροπή της πολιτικής των Μνημονίων και διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, αποτελεί ζήτημα επιβίωσης, ενώ σηματοδοτεί την αντικειμενική αναγκαιότητα για μια νέα πορεία της Ευρώπης προς το «ιστορικά αναγκαίο», τη σοσιαλιστική προοπτική.

Οι πολιτικές-κοινωνικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των παραπάνω στη χώρα μας, είναι η ανάδειξη αριστερής κυβέρνησης προϊόν μιας ευρύτερης ριζοσπαστικής συμπαράταξης. Η ανάπτυξη ενός ρωμαλέου και πολύμορφου κινήματος αντίστασης, ανατροπής και αλληλεγγύης κατά των αντιλαϊκών πολιτικών, αποτελεί «όχημα βάσης» στην προώθηση του σχεδίου. Η παθητικότητα, μοιρολατρία και αποδοχή τετελεσμένων, είναι η χειρότερη στάση και δεν αντιστοιχεί στις αγωνιστικές παραδόσεις, ιστορικές εμπειρίες, και υπερήφανη στάση του ελληνικού λαού προς ξένους και εγχώριους δυνάστες. Τέλος ο συντονισμός και αναβάθμιση της δράσης με κινήματα στις χώρες της ΕΕ, αποτελεί στις σημερινές συνθήκες, αναντικατάστατο μέσο επιτυχίας των πιο πάνω στόχων και ενθάρρυνσης ανάλογων ανατροπών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα ανοίξει νέους ελπιδοφόρους ορίζοντες για μια Ευρώπη των λαών, των εργαζόμενων και της σοσιαλιστικής προοπτικής.

Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ οικονομικών, μέλος ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ

Κατηγορίες:Uncategorized

Το Ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα

Απρίλιος 28, 2014 Σχολιάστε

Τελευταία κυκλοφόρησαν από τις «Μεσονύκτιες Εκδόσεις» (2014) τέσσερις έρευνες για την κρίση στον Ευρωπαϊκό Νότο και το ρόλο του ευρώ, με τον τίτλο: «Το ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα». Η παρουσίαση των ερευνών γίνεται από τη δημοσιογράφο Μαριάννα Τόλια, ενώ ο σχολιασμός τους από έλληνες επιστήμονες ευρέως πολιτικού και θεωρητικού φάσματος. Οι συγκεκριμένες έρευνες παρ’ ότι κινούνται στα όρια του συστήματος, περιέχουν κριτικές επισημάνσεις και παραδοχές που αποκαλύπτουν σημαντικές πτυχές του σαθρού οικοδομήματος της ευρωζώνης και των ανεδαφικών επιχειρημάτων της «τρόϊκας» για το «μονόδρομο» τάχα των πολιτικών λιτότητας ως μοχλού εξόδου της ευρωζώνης από την κρίση, ιδιαίτερα του ευρωπαϊκού νότο,. Παραθέτουμε σε συνέχεια τον δικό μας σχολιασμό επί των συγκεκριμένων ερευνών, με στόχο την ανάδειξη ορισμένων θετικών διαπιστώσεων αλλά και των ελλείψεων των ερευνών, δείχνοντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις προοδευτικής διεξόδου της χώρας από την κρίση, με ανοικτό τον ορίζοντα της σοσιαλιστικής προοπτικής.

Εισαγωγή
Την τελευταία περίοδο πληθαίνουν οι συζητήσεις και τα ερωτήματα για την κρίση και τη βιωσιμότητα της Ευρωζώνης. Το ενδιαφέρον είναι εύλογο τόσο από την πλευρά των κυρίαρχων ελίτ της Ευρώπης και των ισχυρών κέντρων του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος, όσο και από την πλευρά των λαών του Βορρά και ιδιαίτερα του Νότου της ΕΕ. Οι τέσσερις μελέτες που περιλαμβάνει στο συγκεκριμένο βιβλίο και υπογράφονται από ερευνητές γνωστών κέντρων του συστήματος (ΔΝΤ, ΕΚΤ, τραπεζικά ιδρύματα, κά) έχουν ενδιαφέρον στο ότι λένε ανοιχτά κάποιες «αλήθειες» – που προφανώς δεν αρέσουν στις κυρίαρχες ελίτ, ιδίως της Γερμανίας – γι’ αυτό και τις απορρίπτουν ή τις αποσιωπούν.

Ειδικότερα:
Η μελέτη των Felipe-Kumar (Η πλάνη της αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας και γιατί ο Ευρωπαϊκός Νότος δεν χρειαζόταν εσωτερική υποτίμηση), αποδομεί τα δύο πιο αγαπημένα επιχειρήματα της καγκελαρίου Ά.Μέρκελ και των απανταχού οπαδών των προγραμμάτων λιτότητας. Το πρώτο είναι ότι βασική αιτία της κρίσης της Ευρωζώνης στάθηκε η μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στο Νότο και το δεύτερο ότι αυτή η αύξηση τις οδήγησε σε προβλήματα ανταγωνιστικότητας. Οι δύο ερευνητές αποκαλύπτουν ότι οι συγκρίσεις επί των οποίων έχει στηριχθεί το σχετικό επιχείρημα, δεν βασίζονταν στο πραγματικό αλλά στο ονομαστικό ΑΕΠ (που εμπεριέχει δηλαδή την άνοδο των τιμών), ενώ διαπιστώνουν ότι αν οι συγκρίσεις γίνουν με το πραγματικό, δηλαδή το αποπληθωρισμένο ΑΕΠ, έχει σημειωθεί μείωση του μεριδίου των μισθών στα κράτη του Νότου με ενίσχυση του μεριδίου του κεφαλαίου.

Στη συνέχεια απορρίπτουν τη θεώρηση της ανταγωνιστικότητας μέσα από τη σχηματική προέκταση του μοναδιαίου κόστους εργασίας από το επίπεδο της επιχείρησης στο επίπεδο της οικονομίας, τονίζοντας ότι οδηγεί σε λαθεμένα συμπεράσματα, γιατί συγκρίνει τις ανταγωνιστικότητες οικονομιών που δεν έχουν ομοειδή παραγωγική βάση ούτε ανάλογη σύνθεση εξαγωγών. Το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας των χωρών του Νότου, τονίζουν, δεν οφείλεται στους υψηλούς μισθούς ή στην έλλειψη παραγωγικότητας, αλλά στο είδος της παραγωγής και των εξαγωγών τους. Πρέπει να σκεφτούμε με όρους τεχνολογίας: χώρες με ανώτερες τεχνολογικές δομές όπως η Γερμανία, έχουν πλεονέκτημα ποιότητας, ενώ χώρες με χαμηλές τεχνολογικές δομές, όπως η Ελλάδα, έχουν μειονέκτημα διότι αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό ομοειδή τεχνολογικά χωρών αλλά και με χαμηλό εργατικό κόστος όπως η Κίνα.

Στο σημείο αυτό όμως θα ήθελα να προσθέσω μια επιπλέον παράμετρο για τους προσδιοριστικούς παράγοντες της ανταγωνιστικότητας. Από μαρξιστική άποψη η αξιακή δομή ενός προϊόντος (ή εμπορεύματος) αναλύεται σε σταθερό κεφάλαιο + μεταβλητό κεφάλαιο + υπεραξία, ενώ σε επίπεδο ανταλλακτικής αξίας (δηλαδή τιμής) εκφράζεται σε κόστος μέσων παραγωγής + κόστος εργασίας + κέρδος. Το κόστος εργασίας αποτελεί μικρό μέρος του συνολικού κόστους: στην ελληνική βιομηχανία βρίσκεται συγκεκριμένα γύρω στο 15%. Άρα η διαμόρφωση της τελικής τιμής ενός προϊόντος καθορίζεται κυρίως από τα άλλα στοιχεία του κόστους, δηλαδή το ύψος των κερδών, τη λεγόμενη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα (ύπαρξη ολιγοπωλιακών τιμών, δεσπόζουσα θέση, δίκτυα πωλήσεων κά), καθώς και την ισοτιμία του νομίσματος. Με τόσο μικρή συμμετοχή του κόστους εργασίας στο τελικό κόστος, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας πρέπει να αναζητηθεί κατά κύριο λόγο στους άλλους παράγοντες, δηλαδή στη βελτίωση της παραγωγικότητας (έρευνα, καλύτερη τεχνολογία, οργάνωση, εκπαίδευση), την καταπολέμηση μονοπωλιακών δομών και την κατάλληλη νομισματική ισοτιμία. Κι εδώ είναι που ερχόμαστε στο επίμαχο θέμα του νομίσματος.

Για τις χώρες της Ευρωζώνης όπως η Ελλάδα, η απώλεια της δυνατότητάς τους να ορίζουν τη συναλλαγματική τους πολιτική, δεν τους επιτρέπει να προβούν σε εξωτερική υποτίμηση, Μπορούν να κάνουν μόνο εσωτερική, η οποία όμως οδηγεί σε συνεχή μείωση μισθών. Με τη μείωση των μισθών, ωστόσο, οι εργαζόμενοι συντρίβονται ενώ τα περιθώρια βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας είναι σχεδόν μηδαμινά. Για παράδειγμα ένα εμπόρευμα που στην Ελλάδα τιμάται 100 ευρώ, με μείωση του κόστους εργασίας κατά 50%, θα βρεθεί στα 85 ευρώ, ενώ με εξωτερική υποτίμηση του νομίσματος κατά 30%, θα κατέβαινε στα 70 ευρώ! Κατά συνέπεια η ύπαρξη εθνικού νομίσματος για χώρες με χαμηλές τεχνολογικές δομές σαν την Ελλάδα, αποτελεί κρίσιμη παράμετρο της οικονομικής πολιτικής. Το ακριβό ενιαίο νόμισμα δυσκολεύει τις εξαγωγές (διότι καθιστά ακριβότερα τα ελληνικά προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας) και διευκολύνει τις εισαγωγές (διότι η Ελλάδα δεν διαθέτει εγχώρια ανταγωνιστικά προϊόντα), ενώ ταυτόχρονα κάνει αδύνατο το δανεισμό του δημοσίου από την κεντρική τράπεζα.

Βεβαίως η μελέτη των Felipe-Kumar αναγνωρίζει το ειδικό βάρος του νομίσματος και επισημαίνει ότι «η έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα με υποτίμηση, η χάραξη εθνικής βιομηχανικής πολιτικής, η ενίσχυση παραγωγικότητας, κά, θα ήταν μια λύση», την οποία όμως δεν υιοθετούν οι πολιτικές ελίτ των ισχυρών χωρών της Ευρωζώνης αλλά ούτε και των περιφερειακών χωρών. Πράγματι, το κυρίαρχο δόγμα των κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και των εκάστοτε συμμάχων τους υπήρξε από το 2010 το “πάση θυσία στο ευρώ”, επιλογή που έχει φέρει τη χώρα στην εξώπορτα του Άδη. Εναλλακτικά, οι ερευνητές προτείνουν μεταρρυθμίσεις βελτίωσης της λειτουργίας της Ευρωζώνης, με ενίσχυση του ρόλου της δημοσιονομικής πολιτικής και προσπάθεια για αναβάθμιση των τεχνολογικών υποδομών, ένα σενάριο που όπως γράφουν “ίσως πάρει πολύ χρόνο, αλλά δεν βλέπουν άλλη λύση…”. Τι να πει κανείς; Η μεταρρυθμιστική λογική καλλιεργεί ψευδαισθήσεις. Η πρόταση αυτή είναι άλλη μια μέσα στις πολλές “λογικές” προτάσεις που έχουν κατατεθεί για την αντιμετώπιση της κρίσης (άλλο παράδειγμα η έκδοση ευρωομολόγου), χωρίς να γίνουν δεκτές από τους ισχυρούς, και κυρίως τη Γερμανία, γεγονός που δείχνει ότι η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ δεν ανέχεται τέτοιες βελτιώσεις, ενώ αντίθετα ανέχεται τη δημιουργία νέων νεοφιλελεύθερων πυλώνων στήριξής της, όπως είναι το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και τα μνημόνια.

Η μελέτη των Gaulier-Vicard (Η δημιουργία του ευρώ ως «ασύμμετρο σοκ» για τον Ευρωπαϊκό Νότο), έχει ως κέντρο της τη θέση ότι τα προβλήματα των χωρών του Νότου οφείλονται πρωτίστως σε ένα “ασύμμετρο σοκ” που υπέστησαν από την πολύ μεγάλη αύξηση των κεφαλαιακών ροών μετά την εισαγωγή του ευρώ, οι οποίες δεν πήγαν στην παραγωγή αλλά στην κατανάλωση. Εδώ αναδεικνύονται οι τεράστιες ευθύνες της ΕΚΤ που, όντας δέσμια των νεοφιλελεύθερων δογμάτων περί των αυτόματων μηχανισμών της ελεύθερης αγοράς για τη σωστή κατανομή των πιστώσεων, οδήγησε τελικά τον ευρωπαϊκό Νότο σε κερδοσκοπικές φούσκες. Το γεγονός αυτό, συν τοις άλλοις, επαναφέρει από άλλο δρόμο στο προσκήνιο το τραγικό λάθος της απώλειας της νομισματικής πολιτικής για τις περιφερειακές οικονομίες και της ένταξής τους στο ενιαίο νόμισμα.
Από τη μελέτη των Grennes-Stradzs (Η ανταγωνιστικότητα του Ευρωπαϊκού Νότου και ο ξεχασμένος μετασχηματισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης), κρατώ ως πιο ενδιαφέρον σημείο που επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά το λεγόμενο παράδοξο του Kaldor, σύμφωνα με το οποίο πολλές χώρες έχουν συνήθως αύξηση του κόστους εργασίας και αύξηση της ανταγωνιστικότητας, επειδή πραγματοποιούν παραγωγικές επενδύσεις σε προϊόντα υψηλότερης τεχνολογίας. Άρα η τεχνολογική διάσταση της παραγωγής είναι σημαντικότερη από το κόστος εργασίας.

Τέλος η μελέτη των Chen, Milesi-Ferretti και Tressel (Η ανατροπή όλων των μύθων της κρίσης), εμπεριέχει πολλές από τις ιδέες των προηγούμενων και εμπλουτίζει την ανάλυση με πρόσθετες αλήθειες – αλλά έχει και μια άλλη διάσταση, καθώς οι υπογράφοντες είναι ερευνητές του ΔΝΤ, το οποίο στηρίζει τις επίσημες πολιτικές της Ευρωζώνης. Η ανάλυση εδώ υποδεικνύει ως κύρια αιτία της απώλειας ανταγωνιστικότητας των χωρών του Νότου την ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου κατά 37% την τελευταία δεκαετία. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ωστόσο το συμπέρασμα της μελέτης: ότι δηλαδή οι ανισορροπίες μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου δημιουργήθηκαν εξωτερικά ως προς την Ευρωζώνη, υπό την επιρροή των παραγόντων της ανόδου της ισοτιμίας του ευρώ, των διαδικασιών της παγκοσμιοποίησης, του κλειδώματος των χωρών στο ενιαίο νόμισμα που δεν επέτρεπε να λειτουργούν οι παλαιές διαδικασίες αυτόματης εξισορρόπησης των ελλειμμάτων μέσω διολίσθησης του εθνικού νομίσματος, αλλά και της στάσης της ΕΚΤ που απέρρεε από το νεοφιλελεύθερο δόγμα περί «αυτόματων μηχανισμών της αγοράς».

Αυτός είναι κι ο λόγος που στο κρίσιμο θέμα της αντιμετώπισης των ανισορροπιών της Ευρωζώνης και της επίλυσης της κρίσης, οι ερευνητές προτείνουν εντελώς διαφορετική πολιτική από αυτήν που υποστηρίζει το ΔΝΤ ως μέλος της τρόικας: μεταρρυθμίσεις στην Ευρωζώνη, στα όρια βέβαια του κυρίαρχου συστήματος, με δημοσιονομικές μεταβιβάσεις από Βορρά προς Νότο και δημιουργία κεντρικών μηχανισμών ανάληψης κινδύνων (τραπεζική ένωση, εγγύηση καταθέσεων, ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών από ΕΚΤ), συν βεβαίως υποτίμηση του ευρώ. Δεν είναι τυχαίο όμως ότι όλα αυτά απορρίπτονται από τη Γερμανία καθώς σημαίνουν την απώλεια των πλεονεκτημάτων που έχει αποκομίσει από το ευρώ και την από μέρους της ανάληψη μεγάλου μέρους του κόστους εξόδου από την κρίση που αυτή τη στιγμή πληρώνουν κυρίως οι λαοί του Νότου.

Προϋποθέσεις προοδευτικής διεξόδου
Όλες αυτές οι προσεγγίσεις παρά τα θετικά τους σημεία, πάσχουν ωστόσο από ένα έλλειμμα ταξικής θεώρησης των διαδικασιών ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ένωση καπιταλιστικών χωρών και την πορεία της καθορίζουν οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές εταιρίες και οι κυρίαρχες ελίτ των ισχυρών χωρών, πρώτα απ’ όλα της Γερμανίας. Είναι μια ένωση με κύριο στοιχείο την οικονομική ισχύ, τον ανταγωνισμό και την υποταγή των αδύνατων στη βούληση των ισχυρών. Γι’ αυτό και οι ήπιες μεταρρυθμιστικές προτάσεις σαν κι αυτές που προτείνονται από τις τέσσερις έρευνες του παρόντος βιβλίου απορρίπτονται από το σύστημα. Γι’ αυτό και οι πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης που εν τέλει υιοθετούνται επαναβεβαιώνουν την οικονομική ισχύ των δυνατών σε βάρος των αδυνάτων. Μάλιστα με τους νέους «πυλώνας» στήριξης της Ευρωζώνης (Μηχανισμός Στήριξης και Μνημόνια, Σύμφωνο για το Ευρώ+, Δημοσιονομικό Σύμφωνο, κά) η θέση των αδύναμων χωρών επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα την ουσιαστική απώλεια εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας.

Η λύση βρίσκεται στην ανατροπή των κυρίαρχων πολιτικών από τους ίδιους τους λαούς, και επαναθεμελίωση της Ένωσης με όρους λαών και εργαζόμενων, αρχίζοντας από μια, δυο, τρεις ή περισσότερες χώρες δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για τις υπόλοιπες χώρες. Αφετηρία ανατροπής είναι η απόρριψη των στενών πλαισίων του ευρώ, του «ζουρλομανδύα» της Ευρωζώνης, που δεν προσφέρει καμιά ελπιδοφόρα προοπτική στους λαούς και τους εργαζόμενους της Ευρώπης, η κατάργηση των μνημονίων, η αθέτηση των πληρωμών του χρέους με επίκληση του διεθνούς δικαίου και η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του, με «ευθανασία του ραντιέρη», όπως έλεγε κι ο Κέϋνς.

Η διέξοδος για την Ελλάδα και τα άλλα κράτη του Νότου, μπορεί να έρθει μέσα από πολιτικές που ξηλώνουν εκ των βάθρων τον νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος: την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, την επιβολή ελέγχου στις κεφαλαιακές ροές, την προώθηση μέτρων παραγωγικής ανασυγκρότησης και μείωσης της ανεργίας, τη δημόσια ιδιοκτησία σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων και τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων για τόνωση της παραγωγής και της απασχόλησης κά. Όμως αναρωτιέται κανείς: όλα αυτά είναι συμβατά και μπορούν να γίνουν ανεκτά από την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης; Ασφαλώς όχι. Η εμπειρία της Κύπρου είναι διδακτική. Μόλις διαπιστώθηκε η πιθανότητα απόρριψης του μνημονίου, η ΕΚΤ απείλησε τις κυπριακές τράπεζες με άμεση διακοπή ρευστότητας, δηλαδή με ντε φάκτο έξοδο από την Ευρωζώνη.

Κατά συνέπεια χρειάζεται σαφήνεια στρατηγικής με στόχο τη συνολική ανάκτηση και αλλαγή προσανατολισμού των βασικών μοχλών οικονομικής πολιτικής, μαζί και της συναλλαγματικής. Στα πλαίσια αυτά μια συντεταγμένη επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, είτε όλων των χωρών του Νότου, είτε κάθε μιας χωριστά και ο καθορισμός ελεγχόμενης ισοτιμίας του κάθε νομίσματος προς τις άλλες χώρες της Ένωσης, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ισότιμων οικονομικών σχέσεων μαζί τους και με όλες τις χώρες του κόσμου, αποτελεί την αναγκαία και ελπιδοφόρα λύση της κρίσης, με ανοικτό τον ορίζοντα σε ριζικότερες αλλαγές προς μια ανώτερη κοινωνία.

Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ οικονομικών

Κατηγορίες:Uncategorized