Αρχική > Uncategorized > Το Ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα

Το Ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα

Απρίλιος 28, 2014 Σχολιάστε Go to comments

Τελευταία κυκλοφόρησαν από τις «Μεσονύκτιες Εκδόσεις» (2014) τέσσερις έρευνες για την κρίση στον Ευρωπαϊκό Νότο και το ρόλο του ευρώ, με τον τίτλο: «Το ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα». Η παρουσίαση των ερευνών γίνεται από τη δημοσιογράφο Μαριάννα Τόλια, ενώ ο σχολιασμός τους από έλληνες επιστήμονες ευρέως πολιτικού και θεωρητικού φάσματος. Οι συγκεκριμένες έρευνες παρ’ ότι κινούνται στα όρια του συστήματος, περιέχουν κριτικές επισημάνσεις και παραδοχές που αποκαλύπτουν σημαντικές πτυχές του σαθρού οικοδομήματος της ευρωζώνης και των ανεδαφικών επιχειρημάτων της «τρόϊκας» για το «μονόδρομο» τάχα των πολιτικών λιτότητας ως μοχλού εξόδου της ευρωζώνης από την κρίση, ιδιαίτερα του ευρωπαϊκού νότο,. Παραθέτουμε σε συνέχεια τον δικό μας σχολιασμό επί των συγκεκριμένων ερευνών, με στόχο την ανάδειξη ορισμένων θετικών διαπιστώσεων αλλά και των ελλείψεων των ερευνών, δείχνοντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις προοδευτικής διεξόδου της χώρας από την κρίση, με ανοικτό τον ορίζοντα της σοσιαλιστικής προοπτικής.

Εισαγωγή
Την τελευταία περίοδο πληθαίνουν οι συζητήσεις και τα ερωτήματα για την κρίση και τη βιωσιμότητα της Ευρωζώνης. Το ενδιαφέρον είναι εύλογο τόσο από την πλευρά των κυρίαρχων ελίτ της Ευρώπης και των ισχυρών κέντρων του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος, όσο και από την πλευρά των λαών του Βορρά και ιδιαίτερα του Νότου της ΕΕ. Οι τέσσερις μελέτες που περιλαμβάνει στο συγκεκριμένο βιβλίο και υπογράφονται από ερευνητές γνωστών κέντρων του συστήματος (ΔΝΤ, ΕΚΤ, τραπεζικά ιδρύματα, κά) έχουν ενδιαφέρον στο ότι λένε ανοιχτά κάποιες «αλήθειες» – που προφανώς δεν αρέσουν στις κυρίαρχες ελίτ, ιδίως της Γερμανίας – γι’ αυτό και τις απορρίπτουν ή τις αποσιωπούν.

Ειδικότερα:
Η μελέτη των Felipe-Kumar (Η πλάνη της αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας και γιατί ο Ευρωπαϊκός Νότος δεν χρειαζόταν εσωτερική υποτίμηση), αποδομεί τα δύο πιο αγαπημένα επιχειρήματα της καγκελαρίου Ά.Μέρκελ και των απανταχού οπαδών των προγραμμάτων λιτότητας. Το πρώτο είναι ότι βασική αιτία της κρίσης της Ευρωζώνης στάθηκε η μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στο Νότο και το δεύτερο ότι αυτή η αύξηση τις οδήγησε σε προβλήματα ανταγωνιστικότητας. Οι δύο ερευνητές αποκαλύπτουν ότι οι συγκρίσεις επί των οποίων έχει στηριχθεί το σχετικό επιχείρημα, δεν βασίζονταν στο πραγματικό αλλά στο ονομαστικό ΑΕΠ (που εμπεριέχει δηλαδή την άνοδο των τιμών), ενώ διαπιστώνουν ότι αν οι συγκρίσεις γίνουν με το πραγματικό, δηλαδή το αποπληθωρισμένο ΑΕΠ, έχει σημειωθεί μείωση του μεριδίου των μισθών στα κράτη του Νότου με ενίσχυση του μεριδίου του κεφαλαίου.

Στη συνέχεια απορρίπτουν τη θεώρηση της ανταγωνιστικότητας μέσα από τη σχηματική προέκταση του μοναδιαίου κόστους εργασίας από το επίπεδο της επιχείρησης στο επίπεδο της οικονομίας, τονίζοντας ότι οδηγεί σε λαθεμένα συμπεράσματα, γιατί συγκρίνει τις ανταγωνιστικότητες οικονομιών που δεν έχουν ομοειδή παραγωγική βάση ούτε ανάλογη σύνθεση εξαγωγών. Το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας των χωρών του Νότου, τονίζουν, δεν οφείλεται στους υψηλούς μισθούς ή στην έλλειψη παραγωγικότητας, αλλά στο είδος της παραγωγής και των εξαγωγών τους. Πρέπει να σκεφτούμε με όρους τεχνολογίας: χώρες με ανώτερες τεχνολογικές δομές όπως η Γερμανία, έχουν πλεονέκτημα ποιότητας, ενώ χώρες με χαμηλές τεχνολογικές δομές, όπως η Ελλάδα, έχουν μειονέκτημα διότι αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό ομοειδή τεχνολογικά χωρών αλλά και με χαμηλό εργατικό κόστος όπως η Κίνα.

Στο σημείο αυτό όμως θα ήθελα να προσθέσω μια επιπλέον παράμετρο για τους προσδιοριστικούς παράγοντες της ανταγωνιστικότητας. Από μαρξιστική άποψη η αξιακή δομή ενός προϊόντος (ή εμπορεύματος) αναλύεται σε σταθερό κεφάλαιο + μεταβλητό κεφάλαιο + υπεραξία, ενώ σε επίπεδο ανταλλακτικής αξίας (δηλαδή τιμής) εκφράζεται σε κόστος μέσων παραγωγής + κόστος εργασίας + κέρδος. Το κόστος εργασίας αποτελεί μικρό μέρος του συνολικού κόστους: στην ελληνική βιομηχανία βρίσκεται συγκεκριμένα γύρω στο 15%. Άρα η διαμόρφωση της τελικής τιμής ενός προϊόντος καθορίζεται κυρίως από τα άλλα στοιχεία του κόστους, δηλαδή το ύψος των κερδών, τη λεγόμενη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα (ύπαρξη ολιγοπωλιακών τιμών, δεσπόζουσα θέση, δίκτυα πωλήσεων κά), καθώς και την ισοτιμία του νομίσματος. Με τόσο μικρή συμμετοχή του κόστους εργασίας στο τελικό κόστος, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας πρέπει να αναζητηθεί κατά κύριο λόγο στους άλλους παράγοντες, δηλαδή στη βελτίωση της παραγωγικότητας (έρευνα, καλύτερη τεχνολογία, οργάνωση, εκπαίδευση), την καταπολέμηση μονοπωλιακών δομών και την κατάλληλη νομισματική ισοτιμία. Κι εδώ είναι που ερχόμαστε στο επίμαχο θέμα του νομίσματος.

Για τις χώρες της Ευρωζώνης όπως η Ελλάδα, η απώλεια της δυνατότητάς τους να ορίζουν τη συναλλαγματική τους πολιτική, δεν τους επιτρέπει να προβούν σε εξωτερική υποτίμηση, Μπορούν να κάνουν μόνο εσωτερική, η οποία όμως οδηγεί σε συνεχή μείωση μισθών. Με τη μείωση των μισθών, ωστόσο, οι εργαζόμενοι συντρίβονται ενώ τα περιθώρια βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας είναι σχεδόν μηδαμινά. Για παράδειγμα ένα εμπόρευμα που στην Ελλάδα τιμάται 100 ευρώ, με μείωση του κόστους εργασίας κατά 50%, θα βρεθεί στα 85 ευρώ, ενώ με εξωτερική υποτίμηση του νομίσματος κατά 30%, θα κατέβαινε στα 70 ευρώ! Κατά συνέπεια η ύπαρξη εθνικού νομίσματος για χώρες με χαμηλές τεχνολογικές δομές σαν την Ελλάδα, αποτελεί κρίσιμη παράμετρο της οικονομικής πολιτικής. Το ακριβό ενιαίο νόμισμα δυσκολεύει τις εξαγωγές (διότι καθιστά ακριβότερα τα ελληνικά προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας) και διευκολύνει τις εισαγωγές (διότι η Ελλάδα δεν διαθέτει εγχώρια ανταγωνιστικά προϊόντα), ενώ ταυτόχρονα κάνει αδύνατο το δανεισμό του δημοσίου από την κεντρική τράπεζα.

Βεβαίως η μελέτη των Felipe-Kumar αναγνωρίζει το ειδικό βάρος του νομίσματος και επισημαίνει ότι «η έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα με υποτίμηση, η χάραξη εθνικής βιομηχανικής πολιτικής, η ενίσχυση παραγωγικότητας, κά, θα ήταν μια λύση», την οποία όμως δεν υιοθετούν οι πολιτικές ελίτ των ισχυρών χωρών της Ευρωζώνης αλλά ούτε και των περιφερειακών χωρών. Πράγματι, το κυρίαρχο δόγμα των κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και των εκάστοτε συμμάχων τους υπήρξε από το 2010 το “πάση θυσία στο ευρώ”, επιλογή που έχει φέρει τη χώρα στην εξώπορτα του Άδη. Εναλλακτικά, οι ερευνητές προτείνουν μεταρρυθμίσεις βελτίωσης της λειτουργίας της Ευρωζώνης, με ενίσχυση του ρόλου της δημοσιονομικής πολιτικής και προσπάθεια για αναβάθμιση των τεχνολογικών υποδομών, ένα σενάριο που όπως γράφουν “ίσως πάρει πολύ χρόνο, αλλά δεν βλέπουν άλλη λύση…”. Τι να πει κανείς; Η μεταρρυθμιστική λογική καλλιεργεί ψευδαισθήσεις. Η πρόταση αυτή είναι άλλη μια μέσα στις πολλές “λογικές” προτάσεις που έχουν κατατεθεί για την αντιμετώπιση της κρίσης (άλλο παράδειγμα η έκδοση ευρωομολόγου), χωρίς να γίνουν δεκτές από τους ισχυρούς, και κυρίως τη Γερμανία, γεγονός που δείχνει ότι η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ δεν ανέχεται τέτοιες βελτιώσεις, ενώ αντίθετα ανέχεται τη δημιουργία νέων νεοφιλελεύθερων πυλώνων στήριξής της, όπως είναι το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και τα μνημόνια.

Η μελέτη των Gaulier-Vicard (Η δημιουργία του ευρώ ως «ασύμμετρο σοκ» για τον Ευρωπαϊκό Νότο), έχει ως κέντρο της τη θέση ότι τα προβλήματα των χωρών του Νότου οφείλονται πρωτίστως σε ένα “ασύμμετρο σοκ” που υπέστησαν από την πολύ μεγάλη αύξηση των κεφαλαιακών ροών μετά την εισαγωγή του ευρώ, οι οποίες δεν πήγαν στην παραγωγή αλλά στην κατανάλωση. Εδώ αναδεικνύονται οι τεράστιες ευθύνες της ΕΚΤ που, όντας δέσμια των νεοφιλελεύθερων δογμάτων περί των αυτόματων μηχανισμών της ελεύθερης αγοράς για τη σωστή κατανομή των πιστώσεων, οδήγησε τελικά τον ευρωπαϊκό Νότο σε κερδοσκοπικές φούσκες. Το γεγονός αυτό, συν τοις άλλοις, επαναφέρει από άλλο δρόμο στο προσκήνιο το τραγικό λάθος της απώλειας της νομισματικής πολιτικής για τις περιφερειακές οικονομίες και της ένταξής τους στο ενιαίο νόμισμα.
Από τη μελέτη των Grennes-Stradzs (Η ανταγωνιστικότητα του Ευρωπαϊκού Νότου και ο ξεχασμένος μετασχηματισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης), κρατώ ως πιο ενδιαφέρον σημείο που επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά το λεγόμενο παράδοξο του Kaldor, σύμφωνα με το οποίο πολλές χώρες έχουν συνήθως αύξηση του κόστους εργασίας και αύξηση της ανταγωνιστικότητας, επειδή πραγματοποιούν παραγωγικές επενδύσεις σε προϊόντα υψηλότερης τεχνολογίας. Άρα η τεχνολογική διάσταση της παραγωγής είναι σημαντικότερη από το κόστος εργασίας.

Τέλος η μελέτη των Chen, Milesi-Ferretti και Tressel (Η ανατροπή όλων των μύθων της κρίσης), εμπεριέχει πολλές από τις ιδέες των προηγούμενων και εμπλουτίζει την ανάλυση με πρόσθετες αλήθειες – αλλά έχει και μια άλλη διάσταση, καθώς οι υπογράφοντες είναι ερευνητές του ΔΝΤ, το οποίο στηρίζει τις επίσημες πολιτικές της Ευρωζώνης. Η ανάλυση εδώ υποδεικνύει ως κύρια αιτία της απώλειας ανταγωνιστικότητας των χωρών του Νότου την ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου κατά 37% την τελευταία δεκαετία. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ωστόσο το συμπέρασμα της μελέτης: ότι δηλαδή οι ανισορροπίες μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου δημιουργήθηκαν εξωτερικά ως προς την Ευρωζώνη, υπό την επιρροή των παραγόντων της ανόδου της ισοτιμίας του ευρώ, των διαδικασιών της παγκοσμιοποίησης, του κλειδώματος των χωρών στο ενιαίο νόμισμα που δεν επέτρεπε να λειτουργούν οι παλαιές διαδικασίες αυτόματης εξισορρόπησης των ελλειμμάτων μέσω διολίσθησης του εθνικού νομίσματος, αλλά και της στάσης της ΕΚΤ που απέρρεε από το νεοφιλελεύθερο δόγμα περί «αυτόματων μηχανισμών της αγοράς».

Αυτός είναι κι ο λόγος που στο κρίσιμο θέμα της αντιμετώπισης των ανισορροπιών της Ευρωζώνης και της επίλυσης της κρίσης, οι ερευνητές προτείνουν εντελώς διαφορετική πολιτική από αυτήν που υποστηρίζει το ΔΝΤ ως μέλος της τρόικας: μεταρρυθμίσεις στην Ευρωζώνη, στα όρια βέβαια του κυρίαρχου συστήματος, με δημοσιονομικές μεταβιβάσεις από Βορρά προς Νότο και δημιουργία κεντρικών μηχανισμών ανάληψης κινδύνων (τραπεζική ένωση, εγγύηση καταθέσεων, ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών από ΕΚΤ), συν βεβαίως υποτίμηση του ευρώ. Δεν είναι τυχαίο όμως ότι όλα αυτά απορρίπτονται από τη Γερμανία καθώς σημαίνουν την απώλεια των πλεονεκτημάτων που έχει αποκομίσει από το ευρώ και την από μέρους της ανάληψη μεγάλου μέρους του κόστους εξόδου από την κρίση που αυτή τη στιγμή πληρώνουν κυρίως οι λαοί του Νότου.

Προϋποθέσεις προοδευτικής διεξόδου
Όλες αυτές οι προσεγγίσεις παρά τα θετικά τους σημεία, πάσχουν ωστόσο από ένα έλλειμμα ταξικής θεώρησης των διαδικασιών ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ένωση καπιταλιστικών χωρών και την πορεία της καθορίζουν οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές εταιρίες και οι κυρίαρχες ελίτ των ισχυρών χωρών, πρώτα απ’ όλα της Γερμανίας. Είναι μια ένωση με κύριο στοιχείο την οικονομική ισχύ, τον ανταγωνισμό και την υποταγή των αδύνατων στη βούληση των ισχυρών. Γι’ αυτό και οι ήπιες μεταρρυθμιστικές προτάσεις σαν κι αυτές που προτείνονται από τις τέσσερις έρευνες του παρόντος βιβλίου απορρίπτονται από το σύστημα. Γι’ αυτό και οι πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης που εν τέλει υιοθετούνται επαναβεβαιώνουν την οικονομική ισχύ των δυνατών σε βάρος των αδυνάτων. Μάλιστα με τους νέους «πυλώνας» στήριξης της Ευρωζώνης (Μηχανισμός Στήριξης και Μνημόνια, Σύμφωνο για το Ευρώ+, Δημοσιονομικό Σύμφωνο, κά) η θέση των αδύναμων χωρών επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα την ουσιαστική απώλεια εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας.

Η λύση βρίσκεται στην ανατροπή των κυρίαρχων πολιτικών από τους ίδιους τους λαούς, και επαναθεμελίωση της Ένωσης με όρους λαών και εργαζόμενων, αρχίζοντας από μια, δυο, τρεις ή περισσότερες χώρες δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για τις υπόλοιπες χώρες. Αφετηρία ανατροπής είναι η απόρριψη των στενών πλαισίων του ευρώ, του «ζουρλομανδύα» της Ευρωζώνης, που δεν προσφέρει καμιά ελπιδοφόρα προοπτική στους λαούς και τους εργαζόμενους της Ευρώπης, η κατάργηση των μνημονίων, η αθέτηση των πληρωμών του χρέους με επίκληση του διεθνούς δικαίου και η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του, με «ευθανασία του ραντιέρη», όπως έλεγε κι ο Κέϋνς.

Η διέξοδος για την Ελλάδα και τα άλλα κράτη του Νότου, μπορεί να έρθει μέσα από πολιτικές που ξηλώνουν εκ των βάθρων τον νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος: την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, την επιβολή ελέγχου στις κεφαλαιακές ροές, την προώθηση μέτρων παραγωγικής ανασυγκρότησης και μείωσης της ανεργίας, τη δημόσια ιδιοκτησία σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων και τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων για τόνωση της παραγωγής και της απασχόλησης κά. Όμως αναρωτιέται κανείς: όλα αυτά είναι συμβατά και μπορούν να γίνουν ανεκτά από την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης; Ασφαλώς όχι. Η εμπειρία της Κύπρου είναι διδακτική. Μόλις διαπιστώθηκε η πιθανότητα απόρριψης του μνημονίου, η ΕΚΤ απείλησε τις κυπριακές τράπεζες με άμεση διακοπή ρευστότητας, δηλαδή με ντε φάκτο έξοδο από την Ευρωζώνη.

Κατά συνέπεια χρειάζεται σαφήνεια στρατηγικής με στόχο τη συνολική ανάκτηση και αλλαγή προσανατολισμού των βασικών μοχλών οικονομικής πολιτικής, μαζί και της συναλλαγματικής. Στα πλαίσια αυτά μια συντεταγμένη επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, είτε όλων των χωρών του Νότου, είτε κάθε μιας χωριστά και ο καθορισμός ελεγχόμενης ισοτιμίας του κάθε νομίσματος προς τις άλλες χώρες της Ένωσης, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ισότιμων οικονομικών σχέσεων μαζί τους και με όλες τις χώρες του κόσμου, αποτελεί την αναγκαία και ελπιδοφόρα λύση της κρίσης, με ανοικτό τον ορίζοντα σε ριζικότερες αλλαγές προς μια ανώτερη κοινωνία.

Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ οικονομικών

Advertisements
Κατηγορίες:Uncategorized
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: