Αρχική > Uncategorized > Πολυμερείς συμφωνίες και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση: ΤΤΙΡ, TPP, CETA, TiSA, EAEU, SCO, CELAC, ALBA

Πολυμερείς συμφωνίες και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση: ΤΤΙΡ, TPP, CETA, TiSA, EAEU, SCO, CELAC, ALBA

Ιουνίου 17, 2016 Σχολιάστε Go to comments

Δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ  ΣΚΕΨΗ»

του Γιάννη Τόλιου*

Εισαγωγή

Η μεγάλη ανάπτυξη της διεθνούς ανταλλαγής εμπορευμάτων και υπηρεσιών και εξαγωγής «επενδυτικών» και «δανειακών» κεφαλαίων, μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων, πολυεθνικών ομίλων και μεταξύ κρατών, αποτελεί ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του σύγχρο­νου καπιταλισμού. Τις τελευταίες δεκαετίες με την υιοθέτηση του νεοφιλελεύθερου «υπο­δείγματος» διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομίας, την προώθηση των ιδιωτικοποιή­σεων και της απορρύθμισης των εθνικών οικονομιών, τη συρρίκνωση του «κράτους πρό­νοιας» και την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, τις εκτεταμένες διασυνοριακές εξαγορές-συγχωνεύσεις, την αυξανόμενη ισχύ των πολυκλαδικών-πολυεθνικών ομίλων, την ένταση της εξαγωγής κεφαλαίων μεταξύ χωρών και ενίσχυση των περιφερειακών ολο­κληρώσεων, επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες παγκοσμιοποίησης των οικονομιών.

Στο φόντο των παραπάνω εξελίξεων η υπογραφή μεταξύ χωρών, συμφωνιών «διμερούς» (bilateral) και «πολυμερούς» (multilateral) χαρακτήρα, αποτελεί ένα νέο ποιοτικό γνώρισμα του σύγχρονου καπιταλισμού. Πρόκειται γενικά για συμφωνίες που προωθούν παραπέρα τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και το άνοιγμα των αγορών μεταξύ ομά­δων χωρών, πολλές από τις οποίες αποτελούν σήμερα αντικείμενο μυστικών διαπραγμα­τεύσεων μεταξύ των κυβερνήσεων, ώστε να «κοπούν» και να «ραφτούν» στα μέτρα των πολυεθνικών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά όχι μοναδικό, η ΤΤΙΡ, η προετοιμαζό­μενη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, οποία ήρθε πρόσφατα έντονα στη δημοσιότητα με τη διαρροή μιας σειράς ντοκουμέντων από το ολλανδικό τμήμα της Greenpeace1.

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τις σημαντικότερες από τις «πολυμερείς συμφωνίες» (ΤΤΙΡ, TPP, CETA, TiSA, EAEU, SCO, CELAC, ALBA) και τις συνακόλουθες ενδοκαπιταλιστικές, ενδοϊμπεριαλιστικές και γεωπολιτικές αντιθέσεις μεταξύ των βασι­κών καπιταλιστικών κέντρων, για ξαναμοίρασμα των σφαιρών οικονομικής και πολιτι­κής επιρροής στον κόσμο. Θα αναδείξουμε τους κινδύνους που θέτουν πολλές από τις  προωθούμενες συμφωνίες στην ανεξαρτησία και κυριαρχία των λαών και θα διερευνή­σουμε επίσης τους εναλλακτικούς δρόμους αξιοποίησης των πλεονεκτημάτων «διεθνο­ποίησης» των οικονομιών, σε όφελος των λαών και εργαζόμενων του πλανήτη.

  1. 1. Από τον ΠΟΕ στις «διμερείς» και «πολυμερείς» διακρατικές συμφωνίες

Καμπή στη διαδικασία «παγκοσμιοποίησης» των οικονομιών, αποτέλεσε η δημιουργία του ΠΟΕ2 (1994), ως αποτέλεσμα μετεξέλιξης της GATT («Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου» του ΟΗΕ), σε διευρυμένη «πολυμερή» συμφωνία, την οποία έχουν υπο­γράψει ως τώρα 164 χώρες. Ωστόσο η όλη συγκρότηση και ο προσανατολισμός του ΠΟΕ, στηρίχτηκε στα νεοφιλελεύθερα δόγματα της «απελευθέρωσης του εμπορίου» μεταξύ χωρών, που εξυπηρετούν κυρίως τα συμφέροντα των αναπτυγμένων χωρών. Το 1999 στο Σιάτλ των ΗΠΑ πραγματοποιήθηκαν μεγάλες συγκεντρώσεις και πορείες δια­μαρτυρίας κατά των ρυθμίσεων του ΠΟΕ, από ένα ποικιλόχρωμο κίνημα οργανώσεων από διάφορες χώρες και περιοχές του κόσμου, σηματοδοτώντας τη γέννηση του κινήμα­τος κατά της «νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης».

Το 2001 στη σύνοδο του ΠΟΕ στην Ντόχα του Κατάρ, ξεκίνησε νέος γύρος διαπραγματεύσεων, ο οποίος ονομάστηκε «Γύρος Ντόχα», με στόχο την παραπέρα φιλελευθεροποίηση του εμπορίου, με τη στήριξη παράλληλα της ανάπτυξης των «λιγότερο αναπτυγμένων χωρών» (Least Developed Countries, LDCs). Ωστόσο, παρά τις αλλε­πάλληλες συναντήσεις στα πλαίσια του ΠΟΕ, οι διαπραγματεύσεις μετά από δέκα πέντε έτη, οδηγήθηκαν ουσιαστικά σε αδιέξοδο. Ειδικότερα στη 10η σύνοδο του ΠΟΕ στο Ναϊρόμπι Κένυας (Δεκέμβρης 2015), η «ατζέντα της Ντόχα» εγκαταλείφθηκε και αντί αυτής αποφασίστηκε η «Ατζέντα 2030 για τη βιώσιμη ανάπτυξη»3.

Ο βαθύτερος λόγος ήταν η απροθυμία των αναπτυγμένων χωρών να στηρίξουν την ανάπτυξη των LDCs και από την άλλη η άρνηση των τελευταίων να δεχτούν τις υπερ­βολικές αξιώσεις των ιμπεριαλιστικών χωρών, π.χ. άνοιγμα αγοράς στα βιομηχανικά προϊόντα κ.ά. Απέναντι στην ομάδα των G-7 που αποτελούν τον πυρήνα των ιμπεριαλι­στικών χωρών με «στεφάνι» την ομάδα των G-20 ισχυρότερων οικονομιών, δημιουργή­θηκε ένα μέτωπο G-90 χωρών (κυρίως φτωχές, χαμηλού βαθμού ανάπτυξης), οι οποίες προσπάθησαν να θέσουν κάποια εμπόδια στις ανισότιμες σχέσεις που με διάφορους τρόπους τους επιβάλλουν οι ισχυρές χώρες. Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος που οι εκπρόσωποι των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων (ΗΠΑ – ΕΕ – Ιαπωνία), προσανατολί­στηκαν στην υπογραφή «διμερών» και «πολυμερών» συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου (Free Trade Agreements) για την προώθηση των στρατηγικών τους σχεδίων.

  1. Οι «Συμφωνίες Ελευθέρου Εμπορίου» ως νέες μορφές προώθησης της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης

Για καλύτερη κατανόηση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ καπιταλιστικών χωρών, έχει ιδιαίτερη σημασία η μεθοδολογική παρατήρηση του Λένιν ότι «οι σχέσεις αυτές είναι έντονα αντιφατικές» και χαρακτηρίζονται από «τάσεις συνεργασίας» και «τάσεις αντιπαράθεσης». Σήμερα στον κόσμο, εκτός από τα τρία παραδοσιακά ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ – ΕΕ – Ιαπωνία), έχουμε την εμφάνιση νέων κέντρων, των λεγόμενων «αναδυόμενων οικονομιών», οι οποίες έχουν συμπτύξει την ομάδα των BRICS (Βρα­ζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Ν. Αφρική). Βασικό ρόλο στην ομάδα παίζουν η Κίνα και η Ρωσία. Η πρώτη από πλευράς όγκου ΑΕΠ, έχει ήδη εκτοπίσει τις ΗΠΑ από την πρώτη θέση, ενώ η δεύτερη, έχοντας ισχυρή γεωπολιτική θέση και στρατιωτική-πυρηνική ισχύ, παίζει σημαντικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις.

Τα «παλιά» και «νέα» καπιταλιστικά κέντρα, εκτός από την επιδίωξη ανάπτυξης «διμερών» οικονομικών σχέσεων μεταξύ τους αλλά και με άλλες χώρες, επιδιώκουν την υπογραφή «πολυμερών συμφωνιών» και τη δημιουργία «ζωνών ελευθέρων ανταλλα­γών» και ανάπτυξη πολύμορφης οικονομικής συνεργασίας. Το σύνολο των «διμερών» και «πολυμερών» συμφωνιών, μεταξύ χωρών που είχαν κοινοποιηθεί στον ΠΟΕ ως το Φεβρουάριο του 2016, ανέρχονταν σε 625 συμφωνίες σε όλο τον κόσμο.

Από πλευράς «τυπολογίας» διακρίνουμε τρία είδη συμφωνιών, που ως ένα βαθμό σηματοδοτούν και διαφορετική ποιότητα οικονομικών σχέσεων: Πρώτον, τις «συμφωνί­ες ελευθέρου εμπορίου», τύπου ΤΤΙΡ, CETA, ΤPP, ΤiSA, που στηρίζονται στα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού και στις οποίες κυρίαρχο ρόλο παίζουν τα τρία ιμπεριαλιστικά κέντρα, ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία. Κεντρική επιδίωξη των «συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου» είναι η ενίσχυση της κερδοφορίας των πολυεθνικών με την ασύδοτη εκμετάλλευση ερ­γαζόμενων και λαών, τόσο στις αναπτυσσόμενες όσο και στις αναπτυγμένες χώρες. Δεύ­τερον, πολυμερείς συμφωνίες με κυρίαρχο ρόλο των αναδυόμενων οικονομιών, ιδιαίτε­ρα της Ρωσίας και Κίνας (EAEU, SCO), που επιδιώκουν ενίσχυση της οικονομικής και γεωπολιτικής τους επιρροής, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα οικονομικά πλεονεκτήματα στις συνεργαζόμενες χώρες. Τέλος, τις πολυμερείς συμφωνίες μεταξύ αναπτυσσόμενων χωρών (CELAC, ALBA), που στηρίζονται λίγο-πολύ σε σχέσεις συνεργασίας αμοιβαίου οφέλους.

Ωστόσο, στα πλαίσια του καπιταλισμού, η αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ χωρών, βαίνει κατά κανόνα σε όφελος των ισχυρότε­ρων χωρών και ιδιαίτερα των μεγάλων επιχειρήσεων και πολυεθνικών εταιρειών, καθώς και των ηγετικών ελίτ που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι στις τελευταίες δεκαετίες, σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης επίθεσης κατά θεμελιωδών δικαι­ωμάτων λαών και εργαζόμενων, εντείνεται η ανισοκατανομή εισοδήματος και πλούτου σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ η φτωχοποίηση αγκαλιάζει όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού όχι μόνο στις αναπτυσσόμενες, αλλά και στις αναπτυγμένες χώρες.

Με βάση επίσημα στοιχεία το 20144, το 8,6% του παγκόσμιου πληθυσμού κατείχε το 85,3% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ στο 69,8% αναλογούσε μόλις το 2,9% του πλούτου. Οι εκατομμυριούχοι άνω των 30 εκατ. $ ήταν 220.000 άτομα, μεταξύ αυτών 576 Έλληνες, ενώ οι δισεκατομμυριούχοι ανέρχονταν σε 2500 άτομα, μεταξύ αυτών 11 Έλληνες. Μεγάλο μέρος του πλούτου της παγκόσμιας ελίτ (περί τα 7,6 τρις $), κρύβεται σε «φορολογικούς παραδείσους» μέσω off-shore εταιρειών, ενώ η απώλεια φόρων για τα κράτη φθάνει τα 190 δις $ ετησίως5. Στη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, υπάρχει σταθερή μείωση του μεριδίου των φτωχών με αντίστοιχη αύξηση του μεριδίου των πολύ πλουσίων. Ειδικότερα ο πλούτος των 62 πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου, στο δι­άστημα 2010-14, αυξήθηκε από 1,22 τρις $, σε 1,76 τρις $ (αύξηση 44%), ενώ αντίθετα ο πλούτος του φτωχότερου 50% του πληθυσμού (3,6 δισεκατομμύρια άτομα), μειώθηκε πάνω από 1 τρις $ (-44%). Και μόνο αυτό φέρνει επιτακτικά στο προσκήνιο την ανάγκη υπέρβασης του κοινωνικά άδικου και «παρασιτικού» καπιταλιστικού συστήματος, με την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών».

  1. Η συμφωνία ΤΤΙΡ (Transatlantic Trade & Investment Partnership, Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου & Επενδύσεων)

Η ένταση της ανισοκατανομής εισοδήματος και οι ανισότιμες σχέσεις μεταξύ καπιταλι­στικών χωρών, γεννούν κρίσεις και κοινωνικές εκρήξεις, ενώ εντείνουν τις ενδοκαπιτα­λιστικές, ενδοϊμπεριαλιστικές και γεωπολιτικές αντιθέσεις. Η προώθηση των «συμφω­νιών ελευθέρου εμπορίου», γενικά μειώνει δασμούς και εμπόδια στις συναλλαγές, κάνει φθηνότερες και ταχύτερες τις εμπορικές ανταλλαγές, ενισχύει την ανάπτυξη, κ.ά. Ωστό­σο, ο τρόπος κατανομής των πλεονεκτημάτων της συνεργασίας, δεν είναι για όλους τους λαούς, ούτε για τους εργαζόμενους επωφελής, με αποτέλεσμα την ένταση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση της ΤΤΙΡ (Transatlantic Trade & Investment Partnership) που η προετοιμασία της γίνεται με άκρα μυστικότητα «στα νεοφιλελεύθερα εργαστήρια» των πολυεθνικών με τη συμμετο­χή διαφόρων εκπροσώπων εταιρικών lobbies.

Το ιστορικό ίδρυσης μιας «κοινής αγοράς» μεταξύ των δύο ιμπεριαλιστικών κέντρων, ξεκίνησε το 1990 με τη «διατλαντική δήλωση» για τις σχέσεις ΕΕ – ΗΠΑ, σε συνέχεια με τη «διατλαντική ατζέντα» το 1995 και την ίδρυση της TABD (Trans – Atlantic Business Dialogue), ενός κλειστού «λόμπυ» των μεγάλων αμερικανικών και ευρωπαϊ­κών εταιρειών. Ακόμη και σε αυτό το πρώιμο στάδιο το θέμα είχε τεθεί σε ανώτατο επί­πεδο, ανάμεσα στους Κλίντον και Μπλερ, που δήλωναν σε μια συνέντευξή τους το Μάη του 1998: «Προωθούμε μια μεγάλη διατλαντική πρωτοβουλία εμπορίου, τη Διατλαντική Οικονομική Εταιρική Σχέση, που θα δώσει παραπέρα ώθηση σε αυτό που ήδη είναι η πιο σημαντική διμερής εμπορική σχέση στον κόσμο»6. Έτσι, στην πρώτη «οικονομική διυπουργική διάσκεψη» ΕΕ – ΗΠΑ στις Βρυξέλλες (Νοέμβρης 2005), τέθηκαν οι βάσεις δημιουργίας μιας «διατλαντικής αγοράς χωρίς σύνορα» ως το 2015.

Ωστόσο η κρίση το 2009 ανέκοψε τα σχέδια τα οποία ενεργοποιήθηκαν εκ νέου το 2011. Στις αρχές του 2013 ο πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα ανακοίνωσε την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για δημιουργία της «Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης Εμπορίου και Επενδύσεων» (ΤΤΙΡ) με στόχο την υπογραφή της πριν τις αμερικανικές εκλογές του 2016, επιδιώκοντας εκτός από την υστεροφημία του, «τη διατήρηση της πρωτοκαθεδρί­ας των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία»7. 100

Παρότι οι σχέσεις ΕΕ – ΗΠΑ εμφανίζουν κατά καιρούς εντάσεις και υφέσεις, συνολικά ενισχύονται οι δεσμοί και η αμοιβαία αλληλεξάρτηση των οικονομιών, χωρίς ωστό­σο να εξαλείφονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ τους. Αυτό άλλωστε είναι μόνιμο χαρακτη­ριστικό μεταξύ ιμπεριαλιστικών χωρών ακόμα και στις συνθήκες της «νεοφιλελεύθε­ρης παγκοσμιοποίησης». Στην αντιφατική σχέση «προσέγγισης» και «αντιπαράθεσης» δρουν «de facto» και «de jure» οικονομικοί, πολιτικοί και γεωπολιτικοί παράγοντες. Ειδικότερα στον οικονομικό τομέα οι «de facto» παράγοντες που ωθούν στη δημιουρ­γία της «διατλαντικής κοινής αγοράς», είναι οι πολύμορφες οικονομικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους (εμπόριο προϊόντων και υπηρεσιών, αμοιβαίες επενδύσεις κ.ά.). Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις8, από την προώθηση της ΤΤΙΡ, οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς την ΕΕ προβλέπεται να αυξηθούν σε βάθος δεκαετίας κατά 160 δις $ (37%), ενώ αντίστοιχα οι εξαγωγές της ΕΕ προς τις ΗΠΑ κατά 187 δις $ (28%). Παράλληλα θα ενισχυθεί ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ γύρω στο 0,4%-0,5% κατά μέσο όρο το χρόνο για τις δύο πλευρές, χωρίς ωστόσο να συνεπάγεται και ωφέλεια των λαών.

Τα κυριότερα πλεονεκτήματα της συμφωνίας δεν είναι τόσο η μείωση των εμπορικών δασμών (έτσι κι αλλιώς είναι χαμηλοί), ούτε οι κούφιες υποσχέσεις περί αύξησης των θέσεων εργασίας (αντίθετα προβλέπεται μείωση κατά 1 εκατομμύριο θέσεις). Η προώθηση της ΤΤΙΡ θα είναι βασική πηγή νέων κερδών για τις πολυεθνικές, μέσα από τις ρυθμίσεις για τα μη δασμολογικά εμπόδια, τα παραγωγικά «πρότυπα», τα εταιρικά δικαιώματα, τις αυξημένες εγγυήσεις επενδύσεων, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτη­σίας και πάνω απ’ όλα από την καθιέρωση χαμηλότερων επιπέδων προστασίας (stan­dards) σε ότι αφορά το περιβάλλον, τα εργασιακά δικαιώματα, τη διατροφική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, δημόσιες υπηρεσίες, κ.ά. Δημιουργείται έτσι ένα πλέγμα ρυθμίσεων που θα διασφαλίζει άκρως ευνοϊκούς όρους επενδύσεων και μέγιστη κερδοφορία για τις πολυεθνικές9.

Ειδικότερα η ΤΤΙΡ επιδιώκει το άνοιγμα των δημοσίων αγαθών και προμηθειών (υγείας, παιδείας, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, δημόσια έργα) στην κερδοσκοπική δράση των πολυεθνικών εταιρειών. Δηλαδή ότι έχει απομείνει από το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος» και την παροχή «δημοσίων αγαθών» θα γίνει αντικείμενο ανεξέλεγκτης κερ­δοσκοπικής εκμετάλλευσης από τις πολυεθνικές, με μεγάλο κοινωνικό κόστος. Επίσης απροσδιόριστο κόστος θα έχει η απορρύθμιση των προδιαγραφών ασφάλειας προϊό­ντων, προστασίας της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος με την εναρμόνιση των επιπέδων προστασίας σε χαμηλότερα επίπεδα. Ειδικότερα η αντικατάσταση της ευρω­παϊκής νομοθεσίας REACH για τον «εκ των προτέρων» (ex ante) έλεγχο στα χημικά προϊόντα, με τον «εκ των υστέρων» (ex poste) έλεγχο που ακολουθούν οι ΗΠΑ, συ­νεπάγεται κατάργηση της «αρχής της προφύλαξης», με απροσδιόριστες συνέπειες στη δημόσια υγεία, στους καταναλωτές και στο περιβάλλον.

Επίσης τίθενται υπό αίρεση θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα, με την επιδίωξη «εξίσωσης προς τα κάτω», με στόχο τη μείωση του εργατικού κόστους και την αύξηση των κερδών πολυεθνικών. Στην πράξη η προώθηση της ΤΤΙΡ σημαίνει για τους εργαζό­μενους και στις δύο όχθες του Ατλαντικού, χαμηλότερους μισθούς, μεγαλύτερη ανεργία, μικρότερη εργασιακή προστασία, συρρίκνωση των δικαιωμάτων (συλλογικές συμβά­σεις, συνδικαλιστικές ελευθερίες, κ.ά.), περικοπές στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και στις συντάξεις, κ.ά.

Από την άλλη απορρυθμίζονται οι κανόνες ασφαλείας στα τρόφιμα με την κατάργηση της αρχής της «προφύλαξης» και ανοίγει ο δρόμος στην παραγωγή «μεταλλαγμέ­νων» τροφίμων, την παραγωγή βοδινού κρέατος με ορμόνες, τη χρήση χλωρίου στην απολύμανση κρέατος πουλερικών κ.ά., όπως ισχύει σήμερα στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με έγ­γραφα των διαπραγματεύσεων που αποκάλυψε η Greenpeace10, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να «γεμίσουν» την ευρωπαϊκή αγορά με γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, γεγονός που θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες, στη «συμβατική», τη «βιολογική» και την «παραδοσια­κή» γεωργία, καθώς επίσης σε παραγωγούς, καταναλωτές και στη διατροφική ασφάλεια των ευρωπαϊκών χωρών.

Με την προώθηση της ΤΤΙΡ αποδυναμώνονται επίσης οι ρυθμίσεις για την προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος, οι ρυθμίσεις που αφορούν τα προσωπικά δεδομένα και την ιδιωτική ζωή, η ελευθερία πρόσβασης στο διαδίκτυο, οι τραπεζικές εγγυήσεις σε περίπτωση κραχ κ.ά. Πρόκειται για σημαντικές πτυχές της ποιότητας ζωής και της προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών. Στο όνομα της διασφάλισης υψηλών κερδών στις πολυεθνικές, επιχειρείται έτσι όχι απλά η εκμετάλλευση αλλά και ο πολύμορφος έλεγχος των αντιδράσεων και η καθυπόταξη των λαών και εργαζόμενων στην ιδιότυπη δικτατορία των ισχυρών.

Τέλος, με την προώθηση της ΤΤΙΡ, οι πολυεθνικές θα μπορούν να ενάγουν τις εθνικές κυβερνήσεις σε ιδιωτικά δικαστήρια, απαιτώντας αποζημιώσεις για διαφυγό­ντα κέρδη από πράξεις δημοσίων αρχών και κοινωνικών οργανώσεων, ακόμα και όταν πρόκειται για την εξυπηρέτηση κοινωνικών, περιβαλλοντικών ή αναπτυξιακών στόχων. Οι επίλυση των διαφορών θα αντιτίθεται σε δικαστήρια ISDS (Investor State Dispute Settlements), που ελέγχονται από εκπροσώπους των εταιρειών, προσδίδοντας έτσι στο υπερεθνικό κεφάλαιο νομική υπόσταση ισοδύναμη κράτους. Πρόκειται για κρίσιμο πο­λιτικό ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας και λαϊκής κυριαρχίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες η «διατλαντική ελίτ» ΗΠΑ – ΕΕ, ελέγχοντας το 60% του παγκόσμιου ΑΕΠ, έχοντας ως στρατιωτικό «βραχίονα» το ΝΑΤΟ και «πολιορκητικό κριό» τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, γίνεται άκρως επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των εργαζόμενων και των λαών όχι μόνο της ΕΕ και των ΗΠΑ, αλλά «εν δυνάμει» ολόκληρου του κόσμου. Οι εμπειρίες από την ευρωπαϊκή ενοποίηση και ιδιαίτερα την «ευρωζώνη» –την πλέον προωθημένη βαθμίδα καπιταλιστικής ολοκλήρω­σης– με τους νεοφιλελεύθερους πυλώνες και τα Μνημόνια, δείχνουν στον καθρέφτη του μέλλοντος, τις αρνητικές συνέπειες που θα έχει η ενδεχόμενη υπογραφή και η εφαρμογή της συγκεκριμένης συμφωνίας.

Ελπιδοφόρο μήνυμα αποτελεί το μεγάλο κύμα καταγγελιών και κινητοποιήσεων κατά της ΤΤΙΡ που αναπτύσσεται όλο και περισσότερο στις χώρες της ΕΕ και στις ΗΠΑ, ενώ βρίσκει ευρύτερη απήχηση στους λαούς και εργαζόμενους του πλανήτη. Σημαντικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση των λαών παίζουν οι πρωτοβουλίες και οι δράσεις των αρι­στερών δυνάμεων τόσο στο ευρωκοινοβούλιο11 όσο και στις κοινωνίες των χωρών της ΕΕ. Στόχος η αποκάλυψη των συνεπειών και η πίεση στις εθνικές κυβερνήσεις για μη υπογραφή της ΤΤΙΡ και σε κάθε περίπτωση το αίτημα να περάσουν οι όποιες συμφωνίες από τα εθνικά κοινοβούλια. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει άμεσα να πάρει σαφή θέση κατά της ΤΤΙΡ και να δηλώσει άρνηση υπογραφής της συμφωνίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αντιρρήσεις και επιφυλάξεις εκφράζονται από ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών δυνάμεων στις χώρες της ΕΕ, ακόμα και από μερίδες του επιχειρημα­τικού κόσμου που αντιλαμβάνονται ότι η εφαρμογή της θα πλήξει τα συμφέροντά τους. Οι συγκεκριμένες αντιδράσεις αντανακλώνται και σε επίπεδο κυβερνήσεων ορισμένων χωρών της ΕΕ. Είναι ενδεικτικό ότι ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Μανουέλ Βαλς δή­λωσε ότι «οι διαπραγματεύσεις θα καταλήξουν σε ναυάγιο αν δεν διασφαλιστούν τα ευρωπαϊκά κριτήρια στους τομείς της υγείας και του περιβάλλοντος»12. Ασφαλώς οι συγκεκριμένες αντιδράσεις αντανακλούν εν πολλοίς και ενδοκαπιταλιστικές-ενδοϊμπε­ριαλιστικές αντιθέσεις, αλλά ταυτόχρονα δείχνουν το εύρος των προβλημάτων που δη­μιουργεί η προώθηση της ΤΤΙΡ.

  1. Οι συμφωνίες CETA, TPP, TiSA: Τα «Μνημόνια» των πολυεθνικών

Αντίστοιχες συνέπειες με την ΤΤΙΡ έχουν και οι συμφωνίες CETA, TPP και TiSA, οι οποίες αποκαλούνται «Μνημόνια» των πολυεθνικών και η προώθησή τους είναι υπό την αιγίδα των πολυεθνικών των ΗΠΑ και της ΕΕ. Ειδικότερα:

4.1. Η CEΤA ή «Συνολική Οικονομική & Εμπορική Συμφωνία» (Comprehensive Economic Trade Agreement) μεταξύ ΕΕ – Καναδά

Η συμφωνία αυτή αφορά την απελευθέρωση από το 2016, της αγοράς προϊόντων, υπη­ρεσιών και επενδύσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην ολοκλήρωση του πλαισίου συμφωνίας (2014) έπαιξαν τα lobbies των εταιρειών του τομέα υπη­ρεσιών (Business-Europe και European Services Forum). Οι οικονομικές σχέσεις ΕΕ – Καναδά ήδη βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο και με τη νέα συμφωνία θα αναπτυχθούν περαιτέρω. Το 2014 η αξία των διμερών εμπορικών ανταλλαγών ανέρχονταν σε 59,1 δις €, των υπηρεσιών σε 28,8 δις και των επενδύσεων της ΕΕ στον Καναδά σε 225 δις, ενώ του Καναδά στην ΕΕ σε 117 δις €. Η προβλεπόμενη κατάργηση του 99% των δασμών και εμποδίων στις υπηρεσίες ενέργειας, τηλεπικοινωνίες, χρηματοπιστωτικές, ναυτιλι­ακές μεταφορές, εξαγωγές αυτοκινήτων, κ.ά., θα φέρει μεγάλα κέρδη στις ευρωπαϊκές πολυεθνικές, ενώ στα βιομηχανικά, αγροτικά και αλιευτικά προϊόντα, το ισοζύγιο είναι υπέρ Καναδά. Εξαιρούνται από τη συμφωνία μόνο οι υπηρεσίες που αφορούν την άσκη­ση κρατικής εξουσίας με την προϋπόθεση ότι δεν παρέχονται «σε εμπορική βάση, ούτε σε ανταγωνισμό με έναν ή περισσότερους οικονομικούς φορείς». Έτσι περιορίζεται το πεδίο της κρατικής εξουσίας σε βασικές λειτουργίες, όπως «επιβολή του νόμου, δικαστι­κή λειτουργία, υπηρεσίες κεντρικής τράπεζας» κ.ά.

Κάτι ανάλογο ισχύει με τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, όπου τα κράτη-μέλη της ΕΕ περιορίζονται να επιλέξουν μεταξύ ενός μικρού αριθμού υπηρεσιών αποκλειστικής αρμοδιότητας του κράτους. Από τις άλλες δημόσιες υπηρεσίες (εκπαίδευσης, υγείας, κοινωνικής πρόνοιας, κ.ά.) εξαιρούνται όσες ρητά αναφέρονται (αρνητικός κατάλο­γος), ενώ ταυτόχρονα εφαρμόζεται η αρχή της «μη αντιστρεψιμότητας», δηλαδή μη επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται οριστικό «κλείδωμα» των ιδιωτικοποιήσεων που έχουν συντελεστεί. Γενικά ο τομέας δημοσίων αγαθών, δημοσίων έργων και δημοσίων προμηθειών, τα πνευματικά δικαιώματα, κ.ά., βρίσκονται στο στόχαστρο της ανεξέλεγκτης κερδοσκοπικής δράσης των πολυεθνικών, με αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

Τέλος, όπως και η ΤΤΙΡ, η συμφωνία CETA, προβλέπει τη λειτουργία ειδικού μηχανισμού ISDS επίλυσης διαφορών (Investor State Dispute Settlements), που παρέχει το δικαίωμα στις εταιρείες να ενάγουν μια κυβέρνηση για μέτρα ή ρυθμίσεις που αφο­ρούν δημόσια αγαθά και υπηρεσίες, οι οποίες μειώνουν τα κέρδη τους διεκδικώντας αποζημιώσεις. Ο Καναδάς έχει ήδη πικρή εμπειρία από τη λειτουργία του μηχανισμού ISDS στα πλαίσια της συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου NAFTA ( North America Free Trade Agreement) μεταξύ των χωρών ΗΠΑ – Καναδά – Μεξικού, όπου εφαρμόστηκε για πρώτη φορά13. Είναι προφανές ότι κάτω από το βάρος της ενδεχόμενης επιβολής κυρώσεων, οι κυβερνήσεις σε μεγάλο βαθμό γίνονται υποχείριο των πολυεθνικών. Στην ουσία οι τεχνοκράτες των Βρυξελών με τους «λομπίστες» των πολυεθνικών, θα αποφα­σίζουν ποιοι νόμοι πρέπει να ψηφιστούν και ποιοι να καταργηθούν, αδιαφορώντας για τις επιλογές των κυβερνήσεων και τελικά για τη βούληση των λαών. Γι’ αυτό και μόνο το λόγο η συγκεκριμένη συμφωνία δεν πρέπει να περάσει, ούτε από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, ούτε πολύ περισσότερο από τα εθνικά κοινοβούλια τα οποία θα πρέπει να έχουν αποφασιστική άποψη.

4.2. H TPP ή «Συμφωνία των Χωρών του Ειρηνικού» (Trans-Pacific Partnership)

Πρόκειται για συμφωνία που αφορά 12 χώρες του Ειρηνικού με κυρίαρχη παρουσία των ΗΠΑ. Οι ρίζες της ΤΡΡ βρίσκονται στη «Διακήρυξη Bogor» (1994) του οργανι­σμού APEC (Asia – Pacific Economic Cooperation), για τη δημιουργία μακροπρόθεσμα μιας ελεύθερης αγοράς στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, ως το 202014. Αρχικά την πρωτοβουλία ξεκίνησαν τέσσερις χώρες (Χιλή, Ν. Ζηλανδία, Σιγκαπούρη και Μπρουνέι), ενώ στην πορεία προστέθηκαν άλλες οκτώ, οι ΗΠΑ, Ιαπωνία, Καναδάς, Μεξικό, Περού, Αυστραλία, Μαλαισία και Βιετνάμ.

Η απόφαση εισόδου των ΗΠΑ έγινε για την ενίσχυση όχι μόνο της οικονομικής αλλά και της γεωπολιτικής παρουσίας τους στη ΝΑ Ασία και τον Ειρηνικό, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή της διμερούς συμφωνίας της ΕΕ – Ν. Κορέας, καθώς και τις συ­ζητήσεις για πιθανή εισδοχή της Κίνας και της Ιαπωνίας στην ΤΡΡ. Όπως τονίζεται σε ειδική έκθεση προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, σχετικά με τις «εμπορικές συμφωνίες», η ανάσχεση της επιρροής της Κίνας στην περιοχή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εισδοχή των ΗΠΑ στην ΤΡΡ15. Γι’ αυτό άλλωστε η Κίνα αποκλείστηκε από τη συμφωνία.

Η συμφωνία έχει ιδιαίτερη σημασία διότι αφορά 800 εκατ. πληθυσμό, καλύπτει το 40% του παγκόσμιου εμπορίου προϊόντων και υπηρεσιών ύψους 2,4 τρις $ και αξία παραγωγής 30 τρις $. Η συμφωνία προβλέπει την κατάργηση του 98% των δασμών σε πολλά αγροτικά προϊόντα, με ωφελημένες τις ΗΠΑ, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία και Βι­ετνάμ, ενώ ωφελημένη θα είναι επίσης η αυτοκινητοβιομηχανία της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Ωφελημένες θα είναι ακόμη οι πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες και η Monsanto με τα μεταλλαγμένα προϊόντα, ενώ ισχύουν όσα ήδη αναφέραμε για το ρόλο του μηχα­νισμού ISDS. Δηλαδή, αν μια χώρα επιβάλει αυστηρότερες ρυθμίσεις για λόγους περι­βάλλοντος, υγείας, ελέγχου τροφίμων, βιοποικιλότητας, κ.ά., οι πολυεθνικές θα έχουν δικαίωμα προσφυγής σε ιδιωτικά δικαστήρια τύπου ISDS για την επιβολή προστίμων, ενώ ποινικοποιείται η δράση όσων εμποδίζουν την ασυδοσία τους.

Ασφαλώς η προώθηση της ΤΡΡ δεν είναι επωφελής για όλες τις πολυεθνικές, διότι θίγει επιχειρηματικά συμφέροντα μεταξύ χωρών, αλλά και εντός χωρών πρώτα απ’ όλα στις ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο που ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων για την προεδρία, Ντόναλντ Τραμπ και πολλά μέλη του Κογκρέσου, έχουν εκφραστεί κατά της συμφωνίας. Από την άλλη η συμφωνία ΤΡΡ έχει όλες τις «αμαρτίες» των συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου στο πεδίο της απασχόλησης, προστασίας της υγείας, των εργασιακών δικαιω­μάτων, του περιβάλλοντος κ.ά.

4.3. Η «Συμφωνία Εμπορίου των Υπηρεσιών» TiSA (Trade in Services Agreement)

Μια άλλη συμφωνία, η TiSA, αποτελεί πνευματικό παιδί του lobby της βιομηχανίας υπηρεσιών των ΗΠΑ (Coalition of Service Industry – CSI) και του διεθνούς lobby των πολυεθνικών στον τομέα υπηρεσιών (Global Service Coalition – GSC)16. Πρόκειται για μια νέα συμφωνία που αγκαλιάζει εκτός από τις ΗΠΑ και ΕΕ, άλλες 20 χώρες17, ενώ οι ρυθμίσεις της κρατούνται ως «εφτασφράγιστο μυστικό». Η TiSA αφορά το άνοιγμα στο πολυεθνικό κεφάλαιο, της αγοράς υπηρεσιών υγείας, παιδείας, στέγασης, συγκοινω- νιών, ταχυδρομείων, τηλεπικοινωνιών, ηλεκτρονικού εμπορίου, αεροπορικών και ακτο­πλοϊκών μεταφορών, τραπεζικών και ασφαλιστικών υπηρεσιών, καθώς και δημόσιων υπηρεσιών, που καλύπτουν το 74% της ευρωζώνης.18

Οι μόνες υπηρεσίες που εξαιρούνται είναι του «στενού κρατικού πυρήνα» που δεν προσφέρονται για εμπορική αξιοποίηση, ούτε ανταγωνίζονται άλλους προμηθευτές. Προβλέπεται επίσης ίση μεταχείριση των εγχώριων (ιδιωτικών και δημόσιων) με ξένους προμηθευτές, ενώ εφόσον προχωρήσει το άνοιγμα της αγοράς γίνεται «μη αντιστρέ­ψιμο». Η ενδεχόμενη υλοποίησή της θα γίνει πραγματικός εφιάλτης για εκατομμύρια πολίτες, ιδιαίτερα για φτωχούς και εργαζόμενους, που δεν έχουν δυνατότητα να αγορά­σουν τις αναγκαίες υπηρεσίες σε υψηλές τιμές. Εάν η TiSA τεθεί σε εφαρμογή θα τρο­φοδοτήσει μια «κούρσα» εξίσωσης «προς τα κάτω» των επιπέδων κάλυψης υπηρεσιών πρώτης ανάγκης. Η εφαρμογή της θα εξασφαλίσει προφανώς υψηλότερα εταιρικά κέρδη σε βάρος των εργαζόμενων, των αγροτών, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι θεσμοθετείται απεριόριστη «ελεύθερη πρόσβαση» των πολυεθνικών, ενώ απαγορεύεται η λήψη προστατευτικών μέτρων για τις εγχώριες αγο­ρές. Επίσης μπορεί να βάζει εμπόδια στα κρατικά όργανα για την επαναφορά κοινωνικών υπηρεσιών στον έλεγχο του δημοσίου, ακόμα και σε περίπτωση αποτυχίας της ιδιωτικοποίησής τους. Η επεξεργασία της TiSA άρχισε το 2012-2013 και το περιεχόμενο της δεν προβλέπεται να ανακοινωθεί πριν τεθεί σε ισχύ το 2020, όταν δηλαδή δεν θα είναι δυνατή οποιαδήποτε αλλαγή. Πρόκειται για πραγματική δικτατορία του πολυεθνι­κού κεφαλαίου.

Με την TiSA μπαίνουν σε άμεσο κίνδυνο θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα. Η δημιουργία ενιαίας αγοράς υπηρεσιών με χώρες που έχουν χαμηλότερα εργασιακά δικαιώματα, σημαίνει ότι στο όνομα του ανταγωνισμού θα υπάρχει τάση εξίσωσης δικαιωμάτων προς τα κάτω, με χαμηλότερες αμοιβές, χειρότερες συνθήκες εργασίας, λιγότερα εργασιακά δικαιώματα, κ.ά. Προβλέπεται μάλιστα ότι οι εργαζόμενοι μετανάστες θα θεωρούνται «ανεξάρτητοι προμηθευτές υπηρεσιών» με λιγότερες αμοιβές και εργασια­κά δικαιώματα. Επίσης η ενδεχόμενη υπογραφή της θα αποδυναμώσει τα όποια μέτρα ελέγχου έχουν ληφθεί για τον περιορισμό της ασυδοσίας του τραπεζικού κεφαλαίου, η οποία αποτέλεσε βασική αιτία της τελευταίας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Επίσης η εφαρμογή της TiSA θα είναι σε βάρος των αναπτυσσομένων χωρών, τόσο στο πεδίο της προσφοράς κοινωνικών υπηρεσιών από το δημόσιο, όσο στην επιβίωση των μικρομε­σαίων επιχειρήσεων από τον ανταγωνισμό των πολυεθνικών και την αδυναμία συμμετο­χής τους σε δημόσιες προμήθειες. 

  1. Συμφωνίες EAEU, SCO, BRICS

Οι συμφωνίες EAEU, SCO, BRICS, αποτελούν απάντηση των ανερχόμενων καπιταλι­στικών κέντρων ή των «αναδυόμενων οικονομιών», κυρίως της Ρωσίας και Κίνας, στις «συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου» που προωθούν τα ιμπεριαλιστικά κέντρα ΗΠΑ – ΕΕ – Ιαπωνία. Παρότι οι συμφωνίες γίνονται σε καπιταλιστικά πλαίσια, έχουν χαρακτήρα μιας συγκριτικά πιο ισότιμης και αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας, εξυπηρετώντας τις ιδιαίτερες οικονομικές και γεωπολιτικές επιδιώξεις των χωρών BRICS (Βραζιλία – Ρω­σία – Ινδία – Κίνα – Ν. Αφρική). Ειδικότερα:

5.1. Η EAEU/EEU/EAU («Ευρασιατική Οικονομική Ένωση», ή Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση ή Ευρω-Ασιατική Ένωση)

Η EAUE αποτελεί μια «κοινή αγορά» 5 χωρών της Ευρασίας (Ρωσίας, Καζακστάν, Λευ­κορωσίας, Αρμενίας, Κιργιστάν), με 183 εκατ. κατοίκους και ΑΕΠ 4 τρις $, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του 201519. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην EAUE παίζει η Ρω­σία, η οποία προσφέρει ευνοϊκούς όρους συνεργασίας στις άλλες χώρες, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα και τον τεχνολογικό τομέα. Στα αρχικά σχέδια ήταν να συμμετάσχει και η Ουκρανία, αλλά στην πορεία με τις εξελίξεις και με την ανάμειξη των ΗΠΑ και ΕΕ η συμμετοχή της ακυρώθηκε. Τα κράτη-μέλη της EΑEU έχουν δεσμευτεί να εξασφαλί­σουν ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων, υπηρεσιών, κεφαλαίων και εργατικού δυναμι­κού, ενώ υπάρχουν διασφαλίσεις και για εξαιρέσεις σε ειδικές περιπτώσεις.

Η EΑEU ακολουθεί συντονισμένη πολιτική σε βασικούς τομείς (ενέργεια, βιομηχανία, γεωργία, μεταφορές, κ.ά.), ενώ επιτρέπεται η αμοιβαία συμμετοχή σε έργα και προ­μήθειες δημοσίου. Η EΑEU διαθέτει υπερεθνικά και διακυβερνητικά όργανα, καθώς και το «Ευρασιατικό Αναπτυξιακό Ταμείο» που δίνει δάνεια με ευνοϊκούς όρους. Η EΑEU έχει υπογράψει συμφωνίες συνεργασίας με Κίνα, Ινδία, Βιετνάμ, Αίγυπτο και χώρες της «Μερκοσούρ» στη Λατινική Αμερική, ενώ είναι ανοικτή σε προσχωρήσεις νέων μελών. Τελικός στόχος της EΑEU είναι η ενίσχυση της ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών και, σύμφωνα με τις επίσημες διακηρύξεις, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των λαών.

5.2. Η SCO ή «Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης» (Shanghai Cooperation Organization)

Στην SCO συμμετέχουν 6 χώρες (Κίνα, Ρωσία, Καζακστάν, Κιργισία, Τατζικιστάν, Ουζ­μπεκιστάν), με κύριο ρόλο της Κίνας και της Ρωσίας, ενώ η Ινδία και το Πακιστάν είναι συνδεδεμένα μέλη και προοπτικά το Ιράν. Η συνεργασία αφορά μεγάλη γκάμα θεμά­των (ζητήματα ασφάλειας, εγκληματικότητας, στρατιωτική συνεργασία, κυβερνοχώρος, ανταλλαγή πληροφοριών, οικονομική συνεργασία, πολιτιστικές σχέσεις, κ.ά.). Στον οικονομικό τομέα η συνεργασία εκφράζεται με κοινά σχέδια για ενέργεια, υδάτινους πόρους, έλεγχο κίνησης κεφαλαίων, τραπεζικό τομέα, κ.ά. Η SCO έχει δημιουργήσει ειδική Αναπτυξιακή Τράπεζα (SCO Interbank Consortium). Από γεωπολιτική άποψη η SCO αποτελεί κλειδί για το έλεγχο της Κεντρικής Ασίας (Ευρασίας) και αντικειμενικά λειτουργεί ως αντίβαρο στο ΝΑΤΟ. Διακηρυγμένος στόχος της SCO είναι «η εδραίωση ενός ορθολογικού και δίκαιου κόσμου», ενώ έχει καλέσει ανοικτά τη Δύση… να εγκα­ταλείψει την Κεντρική Ασία.

Ωστόσο η στρατηγική της Κίνας δεν εξαντλείται με την SCO. Θέτοντας ως προτεραιότητα την οικονομική επέκταση στον κόσμο και αποφεύγοντας την ανάμειξή της στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις των συνεργαζόμενων χωρών, έχει βάλει σε κίνηση δύο μεγάλες πρωτοβουλίες που την προσεχή δεκαετία θα κάνουν πιο αισθητή την παρουσία της στην παγκόσμια οικονομική και πολιτική ζωή. Η πρώτη αφορά τη δημιουργία μιας «Περιοχής Ελευθέρου Εμπορίου Ασίας-Ειρηνικού» (ΠΕΕΑΕ) με τη συμμετοχή των Κί­νας, Αυστραλίας, Βιετνάμ, Ιαπωνίας, Ινδίας, Ινδονησίας, Λάος, Καμπότζης, Μαλαισίας, Μπρουνέι, Μιαμάρ, Ν. Κορέας, Ν. Ζηλανδίας, Ταϊλάνδης, Σιγκαπούρης, Φιλιππινών), η οποία αποτελεί απάντηση στη συμφωνία ΤΡΡ της οποίας ηγούνται οι ΗΠΑ.

Η δεύτερη αφορά τη δημιουργία ενός σύγχρονου «Δρόμου του Μεταξιού». Το 2013 ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ, ανακοίνωσε επίσημα την πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, ένας Δρόμος» (One Belt, One Road, OBOR)20, που θα ξεκινά από την Κίνα και σταδιακά θα ενώνει την υπόλοιπη Ασία με την Ευρώπη και Αφρική. Το OBOR θα έχει την χερσαία και τη θαλάσσια διαδρομή. Η χερσαία «Οικονομική Ζώνη του Δρόμου του Μεταξιού» θα καλύπτει τις χώρες της Μέσης Ασίας, Μέσης Ανατολής, Τουρκία, Βαλκάνια, Μόσχα, Ρότερνταμ και θα καταλήγει στη Βενετία, ενώ ο «Θαλάσσιος Δρόμος» θα διατρέχει Κίνα, Ινδονησία, Μπαγκλαντές, Ινδία, Σρι-Λάνκα, Κένυα, Σαουδική Αραβία, Αίγυπτο, Πειραιά, Βενετία (από εδώ το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της Κίνας για εξαγορά του ΟΛΠ).

Το σχέδιο OBOR αποτελεί στην ουσία απάντηση στη συμφωνία ΤΤΙΡ που προω­θούν οι ΗΠΑ – ΕΕ. Ο χρηματοδοτικός μοχλός στήριξης του σχεδίου δεν είναι ένας αλλά πολλοί. Κατ’ αρχήν είναι το κινεζικό «Ταμείο για το Δρόμο του Μεταξιού» (Silk Road Fund) με 40 δις $, η «Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων Υποδομών» (ΑΙΙΒ) με βασικό μέ­τοχο το Πεκίνο και άλλα 57 κράτη από τις πέντε ηπείρους, μεταξύ αυτών των Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας αλλά εξαιρουμένων των ΗΠΑ. Φυσικά στο νέο «Δρόμο του Μετα­ξιού» θα υπάρξουν εμπόδια ως το 2020 που υπολογίζεται ως χρόνος ολοκλήρωσής του. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το 2001 ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν είχε προτείνει στην ΕΕ τη δημιουργία μιας «ζώνης ελευθέρων συναλλαγών» από τη Λισαβόνα ως το Βλαδιβοστόκ, αλλά η Γερμανία δεν έδειξε προθυμία… προφανώς ούτε και οι ΗΠΑ ήταν «ενθουσια­σμένες» από μια τέτοια εξέλιξη.

5.3. Οι BRICS ως «αντίπαλο δέος» στους G-7

Οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων (ΗΠΑ – ΕΕ – Ιαπωνίας) και των «αναδυόμενων» καπιταλιστικών κέντρων των χωρών BRICS (Βραζιλία – Ρωσία – Ινδία – Κίνα – Ν. Αφρική), παίρνουν ποικίλες εκφάνσεις στις οποίες συνυπάρχουν οι τάσεις «συνεργασίας» και «αντιπαράθεσης». Αυτό εκδηλώνεται τόσο σε θεσμικό όσο και μη θεσμικό επίπεδο. Ειδικότερα η άτυπη συσπείρωση των G-7 (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) εκφράζει βασικά τα συμφέροντα των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων, τα οποία αξιοποιούν προς όφελός τους δύο βασικούς διεθνείς χρηματοπιστωτικούς φορείς, το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Σε αντίθεση οι BRICS προβάλλουν μια διαφορετική ποιότητα σχέσεων μεταξύ τους και προς άλλες χώρες, λειτουργώντας προοπτικά ως «αντίπαλο δέος» στους G-7. Προτάσσουν το στοιχείο της ισότιμης συνεργασίας και του διαλόγου, αντί της ανισοτι­μίας και αντιπαράθεσης. Στα διεθνή fora οι BRICS ως ανεξάρτητος οργανισμός, τάσ­σονται υπέρ της οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας των χωρών, της επίλυσης των διεθνών προβλημάτων με βάση το διεθνές δίκαιο και τον αξιόπιστο διάλογο, καθώς και τον εκδημοκρατισμό των διεθνών οργανισμών (ΔΝΤ), του ΟΗΕ και του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Οι χώρες BRICS αναπτύσσουν μεταξύ τους συνεργασία σε πάνω από 30 τομείς (αγροτικά, επιστήμη, τεχνολογία, πολιτισμός, δικτυακή διακυβέρνηση, πνευματικά δικαιώματα, υγεία, τουρισμός κ.ά.) στη βάση της μη-επέμβασης στις εσωτερικές υπο­θέσεις, της ισότητας και του αμοιβαίου οφέλους (win-win). Παράγουν το 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ και αντιπροσωπεύουν το 42% του παγκόσμιου πληθυσμού. Στον οικονομικό-χρηματοπιστωτικό τομέα έχουν ιδρύσει τη «Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα» (NDB)21 με έδρα τη Σαγκάη και αρχικό κεφάλαιο 50 δις $ με προοπτική τα 100 δις. Στόχος είναι η χρηματοδότηση προγραμμάτων ανάπτυξης μεταξύ τους και με αναπτυσ­σόμενες χώρες. Έχουν ιδρύσει το ειδικό αποθεματικό ταμείο «CRA» (Contingent Re­serves Arrangement, τύπου ΔΝΤ) με κεφάλαια ύψους 100 δις $, για παροχή έκτακτης οικονομικής στήριξης στα μέλη του, ενώ σχεδιάζουν τη δημιουργία δικού τους «οίκου αξιολόγησης» σπάζοντας το αμερικανικό «μονοπώλιο» των Moody’s, S & P και Fitch.

  1. Οι Συμφωνίες CELAC, ALBA δημοκρατική εναλλακτική στις διαδικασίες «παγκοσμιοποίησης»

Ανάμεσα στις πολυμερείς συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρου­σιάζουν δύο συμφωνίες (CELAC, ALBA) που αφορούν χώρες της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής, οι οποίες ως ένα βαθμό αποτελούν μια προοδευτική και δημοκρατική απάντηση στις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης των οικονομιών και είναι πιο κοντά στην αναγκαιότητα της ισότιμης και αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας μεταξύ χωρών.

 

6.1. Η CELAC ή «Κοινότητα των Χωρών Καραϊβικής και Λατινικής Αμερι­κής» (Community of Latin American and Caribbean States)

Ιδρύθηκε το 2011 και αποτελεί προοδευτική μορφή περιφερειακής ολοκλήρωσης 33 χωρών της Καραϊβικής και της Λατινικής Αμερικής (Βραζιλία, Κούβα, Βενεζουέλα, Βο­λιβία, Νικαράγουα, Αργεντινή, Περού, Χιλή, Ισημερινός, Ουρουγουάη, κ.ά.). Ο πλη­θυσμός των χωρών της CELAC ανέρχεται σε 591 εκατ. άτομα και το ΑΕΠ σε 9,1 τρις $. Βασικό στόχο έχει την ανάπτυξη εμπορικών και οικονομικών σχέσεων, στη βάση της ισότιμης συνεργασίας και την προώθηση της ανάπτυξής τους. Το γεγονός ότι στη CELAC συμμετέχουν όλες οι αριστερές-προοδευτικές κυβερνήσεις των χωρών της Λα­τινικής Αμερικής δίνει στην Κοινότητα μια άλλη ποιότητα οικονομικών σχέσεων. Στην πράξη η CELAC αποτελεί απάντηση στον «Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών» (OAS) που ιδρύθηκε το 1948 και ουσιαστικά βρισκόταν υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ.

 

6.2. Η ALBA ή «Μπολιβαριανή Συμμαχία για τους Λαούς της Αμερικής» (Bolivarian Alliance for the Peoples of Our America)

Η ALBA αποτελεί επίσης εναλλακτική απάντηση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποί­ηση και ειδικότερα στη «Ζώνη Ελευθέρου Εμπορίου Αμερικής» (FTAA ή ALCA) που προσπάθησαν να ιδρύσουν οι ΗΠΑ. Δημιουργήθηκε το 2009 με πρωτοβουλία των αρι­στερών κυβερνήσεων της Κούβας και Βενεζουέλας και στην πορεία εντάχτηκαν άλλες 9 χώρες κυρίως αριστερού-προοδευτικού προσανατολισμού (Βολιβία, Νικαράγουα, Εκουαδόρ, Δομινικανή Δημοκρατία, Αντίγκουα-Μπαρμπούντα, Γρενάδα, Αγ. Βικέντι­ος-Γρεναδίνες, Σεν Κιτς και Νίβις, Σεν Λούσια). Έχει μικρότερο αριθμό χωρών, ωστόσο είναι πιο προωθημένη από πλευράς ριζοσπαστικού προσανατολισμού.

Ο συνολικός πληθυσμός των χωρών της ALBA ανέρχεται σε 70 εκατ. και το ΑΕΠ σε 650 δις $. Αρχικά η Κούβα βοηθούσε τη Βενεζουέλα με τη διάθεση χιλιάδων γιατρών και δασκάλων, ενώ η τελευταία τής παρείχε πετρέλαιο σε πολύ χαμηλές τιμές. Η ALBA είναι οργανισμός διεθνούς συνεργασίας που βασίζεται στην ιδέα της οικονομικής και κοινωνικής αλληλεγγύης και της αμοιβαίας ενίσχυσης της ανάπτυξης των χωρών Λ. Αμερικής – Καραϊβικής. Επιδιώκει την προώθηση της οικονομικής ολοκλήρωσης στη βάση των αρχών της ισότιμης συνεργασίας και του αμοιβαίου οφέλους, της αλληλεγ­γύης, της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις και είναι γενικά στον αντίποδα των «συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου» (Free Trade Agreements, FTA).

Η ALBA, έχει δημιουργήσει δικό της αυτόνομο περιφερειακό νομισματικό σύστημα (sucre) για τις ανταλλαγές μεταξύ των 11 χωρών. Επίσης προχώρησε στη συμφωνία Petro-Caribe δίνοντας φθηνό πετρέλαιο στις χώρες της Καραϊβικής, καθώς και στην ενεργειακή συμφωνία PetroSur μεταξύ των εθνικών εταιρειών ενέργειας, εξασφαλίζο­ντας σε χαμηλές τιμές ενέργεια στις φτωχότερες χώρες της ALBA. Τέλος έχουν υπογρά­ψει τη συμφωνία Unasur, μια κοινή αγορά μεταξύ 12 χωρών με προοπτικές μετεξέλιξης σε μια ένωση χωρών αντίστοιχη της ΕΕ, καθώς και την ίδρυση του τηλεοπτικού δικτύου Telesur που εκπέμπει σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

  1. Η προοδευτική απάντηση στις διαδικασίες «παγκοσμιοποίησης»

Η αυξανόμενη «παγκοσμιοποίηση» των οικονομιών, αποτελεί βαθμίδα ανάπτυξης των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Το κρίσιμο ερώτημα που προβάλλει δεν είναι αν είμαστε υπέρ ή κατά της «παγκοσμιοποίησης», αλλά αφορά στο χαρακτήρα, στο περιεχόμενο των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Δηλαδή εάν αναπτύσσονται στη βάση της ισότιμης συνεργασίας και του αμοιβαίου οφέλους των χωρών. Στο βαθμό που στον κόσμο κυρι­αρχεί ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει γόνιμο και σταθερό έδαφος ανάπτυξης μιας άλλης ποιότητας διεθνών σχέσεων που συνδέονται με το σοσιαλισμό.

Ασφαλώς στις χώρες που υπάρχουν αριστερές και προοδευτικές κυβερνήσεις, όπως έδειξε η πείρα των χωρών της Λ. Αμερικής και στο παρελθόν των χωρών της ΚΟΜΕ­ΚΟΝ, μπορούν να γίνουν βήματα προς μια τέτοια κατεύθυνση. Ωστόσο, σε συνθήκες ισχυρής, κυριαρχικής παρουσίας των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων στον κόσμο και της διαμόρφωσης νέων καπιταλιστικών κέντρων, είναι δύσκολο να αλλάξουν ριζικά οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Το στοιχείο της ανισοτιμίας, της εκμετάλλευσης, της επι­βολής, κ.λπ. στον ένα ή άλλο βαθμό θα παραμένει κυρίαρχο.

Από την άλλη μεριά, βέβαια, ο αγώνας για την ανατροπή της σημερινής κατάστα­σης πραγμάτων δεν σταματάει. Οι αντιδράσεις των λαών και των εργαζόμενων χρειάζε­ται να κινηθούν προς τρεις κατευθύνσεις.

Πρώτο, η συντονισμένη δράση λαών και κοινωνικών κινημάτων για την αποτροπή έγκρισης και εφαρμογής των συμφωνιών TTIP, TPP, CETA, TiSA, οι οποίες πλήττουν την εθνική ανεξαρτησία, τη λαϊκή κυριαρχία, τα θεμελιώδη δημοκρατικά και εργασιακά δικαιώματα και παραδίδουν κρίσιμους τομείς της οικονομίας και των δημοσίων αγαθών στις πολυεθνικές εταιρείες. Είναι αναγκαία η χρησιμοποίηση κατάλληλων μορφών αντί­στασης (τοπικά δημοψηφίσματα, πίεση στις κυβερνήσεις και εθνικά κοινοβούλια, διε­θνείς ημέρες δράσης κ.ά.)22. Η αποτροπή της έγκρισης και εφαρμογής των συμφωνιών αποτελεί ρεαλιστικό στόχο.

Δεύτερο, χρειάζεται να προβληθεί η ελπιδοφόρα προοπτική αξιοποίησης των πλεονεκτημάτων της «παγκοσμιοποίησης» των οικονομικών σχέσεων με προώθηση «διμερών» και «πολυμερών» συμφωνιών, βάσει των αρχών της ισότιμης συνεργασίας και του αμοιβαί­ου οφέλους. Τα θετικά στοιχεία που προσφέρει το πλαίσιο συνεργασίας των χωρών BRICS, μπορεί να αξιοποιηθούν ως εναλλακτική διέξοδος και αντίβαρο, ιδίως για τις μικρότερες χώρες, στην αποφυγή της ασφυκτικής πίεσης των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Τρίτον, ο επιτυχής αγώνας κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης προϋποθέτει την ανατροπή της κυριαρχίας των πολυεθνικών σε κάθε χώρα και σε ευρύτερες ενότητες χωρών. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα που στενάζει από τα Μνημόνια και το «ζουρλομανδύα» της ευρωζώνης, η ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών, με κατάργηση της λιτότητας, βαθιά διαγραφή χρέους, μετάβαση στο εθνικό νόμισμα και ανάκτηση της χαμένης εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας έχει ζωτική σημασία. Με μια τέτοια ανατροπή ανοίγει ο δρόμος για ριζοσπαστικές αλλαγές με σοσιαλιστικό ορίζοντα, ενώ διευκολύνο­νται και γενικότερες ανατροπές στην ευρωζώνη και την ΕΕ. Η ελληνική κυβέρνηση έχει ηθικό και πολιτικό χρέος να καταγγείλει επίσημα τη συμφωνία ΤΤΙΡ. Άλλωστε ο ΣΥ­ΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση, είχε καταθέσει στις 14/10/2014, ειδική επερώτηση στη Βουλή, επισημαίνοντας το έλλειμμα δημοκρατίας και ενημέρωσης όσον αφορά το περιεχόμενο της ΤΤΙΡ και είχε ζητήσει την άμεση διακοπή των συνομιλιών και την πλατιά ενημέρω­ση του ελληνικού λαού.

Ειδικότερα στο κείμενο της επερώτησης τονιζόταν μεταξύ άλλων:

«…Η υπογραφή της Συμφωνίας θα επιτρέψει στις αμερικάνικες πολυεθνικές να ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα στο σύνολο των χωρών της ΕΕ με βάση τις αντίστοιχες προδιαγραφές της νομοθεσίας των ΗΠΑ, που αρνούνται να κυρώσουν τις διεθνείς συμβάσεις εργασίας για θεμελιώδη δικαιώματα, όπως οι συλλογικές διαπραγ­ματεύσεις, η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι… Εκπεφρασμένος στόχος της συμφωνίας είναι το “άνοιγμα” των αγορών δημοσίων υπη­ρεσιών και των κρατικών προμηθειών στις πολυεθνικές, προετοιμάζοντας το έδαφος για νέα κύματα ιδιωτικοποιήσεων, αυτή τη φορά σε ευαίσθητους τομείς όπως την υγεία και την παιδεία, με προφανή στόχο την πλήρη ιδιωτικοποίηση του κοινωνικού κράτους…

Ειδικά για την Ελλάδα που ταλανίζεται από βαθιά και μακροχρόνια ύφεση, ο μηχανισμός ISDS είναι βέβαιο ότι θα αποβεί καταστροφικός, ανεξάρτητα μάλιστα από τη στρατηγική που θα ακολουθήσει για την έξοδο από την οικονομική κρίση… Η επίφαση δημοκρατικής νομιμοποίησης από την πλευρά της ΕΕ και του Συμβουλίου επικεντρώνε­ται στην τελική έγκριση της Συμφωνίας από το νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο όμως επί της ουσίας δεν ασκεί κανένα έλεγχο ούτε έχει λόγο επί των διαπραγματεύσεων, θα κληθεί δε να εγκρίνει ή να απορρίψει –πράγμα εξαιρετικά απίθανο– τη Συμφωνία στο σύνολό της, όταν οι συνομιλίες τελεσφορήσουν, χωρίς το δικαίωμα της παραμικρής τροποποίησης».

Διατυπωνόταν δε το ερώτημα: «Γιατί δεν έχει ενημερωθεί ακόμα η Εθνική αντιπροσωπεία και ο ελληνικός λαός για αυτήν την συμφωνία υψίστης οικονομικής και πολιτικής σημασίας που θα καθορίσει το μέλλον όλης της Ευρώπης και αναπόφευκτα θα έχει και απτές, άμεσες και πολύπλευρες συνέπειες στην καθημερινότητα των Ελλήνων πολιτών;… Πώς συνάδει με το δημοκρατικό και πατριωτικό καθήκον της κυβέρνησης το γεγονός ότι διαβουλεύεται για ένα μείζον θέμα της αρμοδιότητάς της με στελέχη ξένων πολυεθνικών, τη στιγμή που δεν έχει καν ενημερώσει το Ελληνικό Κοινοβούλιο;»

Τέλος, στη σειρά αλλά όχι και στη σημασία, πρέπει να τονιστεί το στοιχείο της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που εμπεριέχουν οι προωθούμενες διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες. Το γεγονός ότι κάθε μεγάλη ή μικρότερη δύναμη ή συνασπισμός δυνάμεων προσπαθεί να δημιουργήσει ζώνες ελεύθερου εμπορίου από τις οποίες θα αποκλείεται ο κύριος ανταγωνιστής του (οι ΗΠΑ – ΕΕ χωρίς την Κίνα, η Κίνα αντίστροφα χωρίς τις ΗΠΑ) σημαίνει όχι μόνο τη δημιουργία μιας ευρύτερης αγοράς για τις δυνάμεις που κυριαρχούν σε μια συμφωνία, αλλά και ένα προστατευτισμό απέναντι στους ανταγωνιστές τους που αντιδρούν ανάλογα και επομένως την κήρυξη ενός ανοι­κτού πλέον εμπορικού πολέμου. Μια διάσταση της ΤΤΙΡ, σε αυτό το πλαίσιο, είναι η προσπάθεια της αμερικάνικης και ευρωπαϊκής ολιγαρχίας να κάνει τα ευρωπαϊκά προϊό­ντα ανταγωνιστικά απέναντι στα κινεζικά, κατεβάζοντας το κόστος εργασίας σε επίπεδα Κίνας. Από την άλλη, η ΤΡΡ, το ασιατικό της ανάλογο που προωθούν οι ΗΠΑ, επιδιώκει, κάνοντας τις συναλλαγές ανάμεσα στις συμμετέχουσες χώρες πιο «συμφέρουσες», να αποκόψει τις ασιατικές χώρες που θα συμμετέχουν από την κινεζική αγορά23. Σε συν­δυασμό με την όξυνση του ανταγωνισμού των εξοπλισμών, για τους οποίους οι ΗΠΑ ιδιαίτερα αναμένεται να δαπανήσουν μυθώδη ποσά στα αμέσως επόμενα χρόνια, την όξυνση των πολιτικών, θρησκευτικών, κ.ά., διενέξεων, αυτό εντείνει μακροπρόθεσμα τους κινδύνους για την παγκόσμια ειρήνη.

Οι προωθούμενες συμφωνίες μπορεί να συναντήσουν αποτελεσματική αντίσταση. Άλλωστε, η πρόσφατη ιστορία δίνει παραδείγματα επιτυχούς δράσης για τη ματαίωση των σχεδιασμών του πολυεθνικού κεφαλαίου για την «απελευθέρωση των αγορών». Μια τέτοια περίπτωση ήταν η ματαίωση της προωθούμενης από τις ΗΠΑ καθιέρωσης μιας Ζώνης Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής (Free Trade Area of Americas, FTAA) το 2003-2004. Η προτεινόμενη συμφωνία απορρίφθηκε από τις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής, με συνέπεια την επικράτηση αντί αυτής των πιο δημοκρατικών ολοκληρώσεων στην περιοχή.

Βέβαια, τον τελικό λόγο θα τον έχουν οι λαοί και οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα, την ΕΕ και στον κόσμο. Αυτοί καλούνται να απαντήσουν στις κυρίαρχες ελίτ και στις κάθε λογής συμφωνίες που προωθούν την ασυδοσία των πολυεθνικών εταιρειών. Η απάντη­ση στο κρίσιμο δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» καθίσταται καθημερινά όλο και πιο επιτακτική και αναγκαία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Βλέπεσχετικά, «Greenpeace Netherlands releases TTIP documents», http://www.greenpeace.org/ international/en/press/releases/2016/Greenpeace-Netherlands-releases-TTIP-documents/.
  2. Ο κυριότερος στόχος ίδρυσης του ΠΟΕ (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου), ήταν ο περιορι­σμός και η εξάλειψη ποικίλων «εμποδίων» στην ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου (δασμοί, τέλη, φόροι, ποσοτικοί περιορισμοί, κ.ά.). Οι κυριότερες ρυθμίσεις αφορούσαν το εμπόριο αγροτικών και κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, τα βιομηχανικά πρότυπα, ασφάλεια προϊόντων, τραπε­ζικές και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, κρατικές προμήθειες, ασφάλεια τροφίμων, πνευματικά δικαιώματα, κ.ά. (Βλ. σχετικά http://www.WTO.org).
  3. WTO: Tenth WTO Ministerial Conference, Nairobi, 2015, Ministerial Declaration, adopted on 19 December 2015: WT/MIN(15)/DEC, http://www.wto.org.
  4. Wealth-X, USB Millionaire, Το Βήμα, 16/8/15.
  5. http://www.oxfam.org, Εφημερίδα των Συντακτών, 19/1/16.
  6. Βλέπεσχετικά Devon Douglas-Bowers, “The Coming Calamity, The Coming Resistance”, http:// http://www.hamptoninstitution.org/the-coming-calamity.html#.VzCyttSLTDd.
  7. Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, ο Μπάρακ Ομπάμα «με την ολοκλήρωση των διαπραγμα­τεύσεων για την ΤΤΙΡ με την ΕΕ και σε συνδυασμό με την υπογραφή της αντίστοιχης ΤΡΡ για το “ελεύθερο εμπόριο” στην περιοχή του Ειρηνικού, θέτει τον ακρογωνιαίο λίθο στην προσπάθεια της Ουάσιγκτον να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια οικονομία» (Εφημερίδα των Συντακτών, 27/4/16).
  8. Κέντρο Ερευνών Οικονομικής Πολιτικής (CEPR), Ναυτεμπορική, 8/2/16.
  9. Χαρακτηριστικά, σε κεφάλαιο της παρόμοιας συμφωνίας TTP που δημοσιεύθηκε στο Wikileaks, η επένδυση ορίζεται ως «κάθε περιουσιακό στοιχείο που ανήκει ή ελέγχεται από έναν επενδυ­τή, άμεσα ή έμμεσα, τα χαρακτηριστικά του οποίου περιλαμβάνουν τη δέσμευση κεφαλαίων ή άλλων πόρων, την προσδοκία του κέρδους, ή την ανάληψη ρίσκου». Με τον τρόπο αυτό, η ΤΤΡ περιλαμβάνει στην έννοια της επένδυσης όχι μόνο τις άμεσες ξένες επενδύσεις κεφαλαίου, αλλά και «την πνευματική ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, αδειών, εγκρίσεων, franchises, εξου­σιοδοτήσεων, χρεογράφων και κερδοσκοπικών εργαλείων, όπως τα δικαιώματα προαίρεσης, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και τα παράγωγα». Βλέπε σχετικά Peter Rossman, “Against the Trans-Pacific Partnership”, https://www.jacobinmag.com/2015/05/trans-pacific-partnership-obama-fast-track-nafta/.
  10. Εφημερίδα των Συντακτών, 4/5/16.
  11. Η ευρωκοινοβουλευτική ομάδα της Αριστεράς (GUE/NGL), διοργάνωσε τη 17η Νοέμβρη 2015, ειδική διάσκεψη στις Βρυξέλλες, με τίτλο «ΤΤΙΡ, TPP, CETA, TiSA or Democracy and Substantial Development», με στόχο την ανάδειξη των συνεπειών από την προώθηση των συγκεκριμένων συμφωνιών και την ανάδειξη εναλλακτικής πολιτικής στην οικονομική συνεργασία των χωρών.
  12. Εφημερίδα των Συντακτών, 27/4/16.
  13. Η καναδική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να πληρώσει στις εταιρείες πετρελαίου Exxon-Mobil 17,3 εκατ. $, επειδή επέτρεψε σε τοπικές εταιρείες να κάνουν έρευνες εξόρυξης στην περιοχή Labra­dor και Newfounlandlan του Καναδά. Συνολικά από τις 77 γνωστές περιπτώσεις εκδίκασης προ­σφυγών των πολυεθνικών, στα πλαίσια της NAFTA, οι 35 ήταν σε βάρος του Καναδά, οι 22 σε βάρος του Μεξικού και οι 20 σε βάρος των ΗΠΑ. «The Council of Canadians”, Acting for Social Justice (2015).
  14. http://www.apec.org/meeting-papers, Declarations (November 15, 1994).
  15. T.Rajamoorthy, “And Then There Were Twelve: The Origins and Evolutions of the TPPA”, Third World Resurgence, Ιούλιος 2013, σελ. 4.
  16. Public Service International, TiSA Versus Public Services, http//:www.world-psi.org/sites, (28 Απρίλη, 2014).
  17. Εκτός από τις ΗΠΑ και ΕΕ, συμμετέχουν, Αυστραλία, Ελβετία, Καναδάς, Χιλή, Ταϊβάν, Κολομ­βία, Κόστα-Ρίκα, Χονγκ-Κονγκ, Ισλανδία, Ισραήλ, Ιαπωνία, Λιχτενστάιν, Μεξικό, Ν. Ζηλανδία, Νορβηγία, Πακιστάν, Παναμάς, Παραγουάη, Περού, Ν. Κορέα και Τουρκία.
  18. «TiSA: What is it all about?», European Parliamentary Group GUE/NGL, http://www.guengl.eu.
  19. http://www.eaeu.org.
  20. Μ. Βεργόλια, «Ο σύγχρονος “Δρόμος του Μεταξιού” ανταγωνίζεται το δολάριο», Εφημερίδα των Συντακτών, 16-17/4/16.
  21. New Development Bank, http://www.ndb.org.
  22. Ιδιαίτερη επιτυχία σημείωσε η πανευρωπαϊκή κινητοποίηση στα πλαίσια της παγκόσμιας πρωτοβουλίας «International Days of Action» κατά των συμφωνιών TTIP, CETE, και TiSA στο διά­στημα 10-17 Οκτώβρη 2015. Στην Ελλάδα, στην πλατεία Συντάγματος, έγινε συγκέντρωση με πρωτοβουλία 46 οργανώσεων ευρέως φάσματος, με αφορμή τη συγκέντρωση 1 εκατομμυρίου υπογραφών κατά των TTIP και CETA και τέθηκε στόχος για συγκέντρωση 3 εκατομμυρίων υπο­γραφών.
  23. Ο David Pilling σε άρθρο του στους Financial Times επισήμαινε ότι «στο πλαίσιο της TPP, οι δασμοί για τα ενδύματα που παράγονται, ας πούμε, στο Βιετνάμ και αποστέλλονται στις ΗΠΑ θα πέσουν στο μηδέν. Αυτό θα ήταν μια δυνητικά τεράστια ώθηση στην ήδη σημαντική βιομηχανία ενδυμάτων του Βιετνάμ. Ωστόσο, για να εφαρμοστεί, πρώτες ύλες όπως το βαμβάκι θα πρέπει να προέλθουν από μια χώρα της TPP, πιθανότατα τις ΗΠΑ. Προς το παρόν, βέβαια, ένα μεγάλο μέρος του βαμβακιού για την τεράστια βιομηχανία ενδυμάτων του Βιετνάμ προέρχεται από την Κίνα». Παρατίθεται στο Daniel Morley, “Imperialism and the New Free Trade Deals”, 22/4/2014, http://www.marxist.com/imperialism-and-new-free-trade-deals.htm.

 

* Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ οικονομικών, συντονιστής του ΜΑΧΩΜΕ.

Advertisements
Κατηγορίες:Uncategorized
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: